Με βρήκε δεύτερος χειμώνας ως εργαζόμενο στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και οι χιονίστρες που από νωρίς μου εμφανίστηκαν στα χέρια και στα πόδια εκείνο το διάστημα, με ταλαιπωρούσαν αφάνταστα.
Όσοι από τους συνεργάτες μου όμως έβλεπαν τα χέρια μου τουλάχιστον πρησμένα, δοκίμαζαν επάνω μου από συμπάθεια για το πρόβλημα μου, ένα σωρό από διάφορα γιατροσόφια της πρακτικής συνταγογραφίας, μόνον που όλα αυτά ήταν, χωρίς κανένα, μα κανένα αποτέλεσμα.
Ανεξάρτητα βέβαια από το πόσο βασανιζόμουν εγώ από τις χιονίστρες μου, οι δουλειές μας εκεί κάτω στον σταθμό πήγαιναν πολύ καλά, γι’ αυτό κι ολόκληρο το τιμ των συνεργατών μου ήταν πολύ ευχαριστημένο.
Και με το δίκαιο τους ήταν ευχαριστημένοι αυτοί, αφού ήταν πάρα πολύ καλά αμειβόμενοι κι όλη την ημέρα σχεδόν απασχολημένοι σε δουλειές, αυτές που από την αρχή της συνεργασίας μας ζήτησαν να τους οργανώσω.
Κι όπως το είδατε αυτό στα προηγούμενα, όντως και τους ενέταξα σε πολλές δουλειές αφού έτσι ήθελαν. Για να μπορέσω όμως να επιβλέπω εγώ όλο αυτό το πολλαπλό, αλλά και απλωμένο σε διάφορα σημεία και περιοχές έργο που ανέλαβα για χάρη τους, έπρεπε όχι μόνον να συντονίσω αυτούς κι εμένα επί των εργασιών μας, αλλά και το επιμέρους έργο όλων μας έπρεπε να χρονομετρήσω, ώστε να μην χάνουμε ούτε ένα λεπτό από το ημερήσιο εργασιακό μας πρόγραμμα.
Παρόλα αυτά όμως, αν και είχαμε αρκετά μεγάλο έργο να επιτελέσουμε, πάλι μας περίσσευε ελεύθερος χρόνος, λόγω των συντονισμένων μας κινήσεων, αλλά και της συμμετοχής του χαρισματικού Γιώργου στις δουλειές μας.
Βλέποντας λοιπόν αυτοί ότι και πάλι καθόταν έστω και για λίγες ώρες την ημέρα χωρίς δουλειά, άρχισαν ξανά να μου ζητούν εμμέσως πλην σαφώς ότι πρέπει να τους βρω επιπλέον απασχόληση στον σταθμό, ή οπουδήποτε αλλού μπορούσε να βρεθεί αυτή.
Ακούγοντας το αίτημα τους θορυβήθηκα με το σκεπτικό τους, γι’ αυτό και τους θύμιζα αυτά που πριν από ένα χρόνο τους έλεγα.
– θυμάστε τι σας έλεγα πριν από ένα χρόνο για το ίδιο θέμα; Θα φτάσουμε στο σημείο να ξεπατωνόμαστε στην δουλειά κι εσείς θα μου ζητάτε να σας βρω περισσότερη.
Αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν ήθελα να αναλάβω καμιά υποχρέωση απέναντι σας. Δεν είναι λογικό για κανέναν από μας να είναι όλη την ημέρα εργαζόμενος, γιατί πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να πάθουμε από υπερκόπωση κάποιο ατύχημα κι αυτό κανένα οικονομικό όφελος δεν θα μπορεί να μας το καλύψει.
Άκουγαν αυτοί τους λόγους μου, αλλά και πάλι επέμεναν στα ίδια.
– Να είσαι σίγουρος ότι δεν θα το κάνουμε για πολύ καιρό. Μέχρι να καλύψουμε τις υποχρεώσεις μας θα εργαζόμαστε με τον ίδιο ρυθμό και μετά θα σταματήσουμε.
Αφού λοιπόν δεν ήθελαν αυτοί να καταλάβουν τον κώδωνα κινδύνου που τους χτυπούσα κι αφού εγώ δεν μπορούσα να αδιαφορήσω για τις δικές τους οικογενειακές υποχρεώσεις, έψαχνα και πάλι να βρω, τι άλλο θα μπορούσα να τους προσθέσω ως έργο, ώστε να καλύψουν και αυτόν τον λίγο χρόνο που τους απέμεινε ελεύθερος, τον οποίον και βεβαίως θα μπορούσαν να τον αφιερώσουν στον εαυτό τους για ξεκούραση.
Αυτοί όμως έβλεπαν τον χρόνο που τους περίσσευε χαμένο, γι’ αυτό και με πίεζαν καθημερινά σχεδόν να τους βρω κάτι ακόμη ως απασχόληση.
Έχοντας λοιπόν αυτόν τον στόχο μπροστά μου, ανέλαβα τελικά να κάνω και τις μετακομίσεις οικοσκευών, αυτές που από πολύ καιρό πριν μου το ζητούσαν από τα γραφεία μας, αλλά εγώ το απέφευγα.
Και με το δίκαιο μου το απέφευγα, γιατί δεν εννοούσαν να καταλάβουν οι διευθυντές μας, ότι είναι βλακεία το να κάνει κανείς όλες τις δουλειές και να πληρώνεται με το ίδιο νόμισμα και σύμφωνα με αυτό των υπολοίπων εκ των συναδέλφων του, οι οποίοι κάνουν μόνον μια εργασία κι αυτήν πάλι, την κάνουν όπως την μπορούν.
Βεβαίως και πρέπει να υπάρχει ένα όριο κατώτατου μισθού για τους ανειδίκευτους, πράγμα που κι εγώ το εισέπραξα, έστω κι αν ποτέ δεν υπήρξα τέτοιος, αφού από κανέναν δεν διδάχτηκα αυτά που κλήθηκα να κάνω ως εργαζόμενος και τίποτε από αυτά δεν ήταν γνωστά, αλλά κι εύκολα για τον καθένα.
Κι όταν ακόμη πληρώθηκα κανονικά κι ως έμπειρος, πάλι είχα παράπονα από τους εργοδότες μου, αφού μου έκλεβαν τις υπερωρίες μου, αυτές που μου προέκυπταν από την εικοσάωρη ανάγκη να βρίσκομαι ολόκληρος και με την εμπειρία μου εκεί που έπρεπε να δώσω λύσεις, για το έργο που αυτοί μου ανέθεσαν να διεκπεραιώνω.
Αν και ήξερα ότι αδικούμαι από τους εργοδότες μου, αν και ήξερα ότι άξιζα καλύτερης μεταχείρισης απ’ αυτούς, δεν τους ανταπέδωσα τα ίσα. Ούτε αδιαφόρησα για την δουλειά μου. Ούτε εκδικήθηκα την αχαριστία τους και ποτέ δεν σκέφτηκα να μειώσω τις δραστηριότητες μου.
Αυτές τις δραστηριότητες μάλιστα, που οι εργάτες θέλησαν να τις επωφεληθούν, αναλαμβάνοντας να καλύψουν αυτοί το οικονομικό κενό που μου προέκυπτε από την συμπεριφορά των εργοδοτών μου.
Για τους δικούς τους λόγους βέβαια το έκαναν αυτό, τους οποίους κι εγώ θέλησα να στηρίξω κι όντως τους στήριξα και με το παραπάνω μάλιστα θα έλεγα, αφού όπως μου το ζήτησαν, τους φόρτωσα με ένα σορό δουλειές.
Επί της ουσίας όμως για μένα το έκανα κι όχι για την οικονομική μου αποκατάσταση. Για την ψυχοσωματική μου στήριξη το έκανα, αφού εγώ δεν μπορώ, παρά να υπάρχω ολόκληρος και με όλα μου τα δεδομένα ως εργαζόμενος και για κανένα λόγο δεν θα ήθελα να εμποδίζω τον εαυτό μου να υπάρχει ως τέτοιος.
Αυτό όμως που εδώ θέλω να τονίσω, δεν είναι η δική μου απλήρωτη δυνατότητα, αλλά η βλακεία που υπάρχει κρυμμένη μέσα στην πρόθεση των εργοδοτών που νομίζουν, ότι περιορίζοντας το ύψος των αμοιβών που πρέπει να καταβάλουν στους εργαζομένους τις επιχείρησης τους, επιφέρουν οικονομία στον εαυτό τους.
Αυτών των εργοδοτών μάλιστα, που κάνουν ένα σορό συμβιβασμούς με τον εαυτό τους, προκειμένου να διαφυλάξουν μόνον τα δικά τους μίζερα συμφέροντα κι εκ συστήματος ξεχνούν πολύ εύκολα, ότι υποχρεούνται, όχι από τον νόμο, αλλά από την κοινή δεοντολογία να εξασφαλίσουν και τα συμφέροντα των εργαζομένων με δυνατότητες στους κόλπους των επιχειρήσεων τους.
Ο μεγαλύτερος των επιχειρηματιών, το βεβαίωνε αυτό περίτρανα με δύο λέξεις, όταν απαντούσε στο ερώτημα κάποιου, για το ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας του. Ξέρετε τι του είπε; Κρατούσα πάντα δίπλα μου σωστούς συνεργάτες και τους αντάμειβα επάξια για την συμμετοχή τους σε όσα επεδίωκα μαζί τους.
Αυτός βεβαίως και το είχε κατανοήσει, ότι μαζί τους και με την αμέριστη συμβολή των συνεργατών του επέτυχε όσα επεδίωκε, γι’ αυτό και τους αντάμειβε επάξια για την συμμετοχή τους στο δικό του έργο κι αυτός ήταν ο λόγος που όχι μόνον τον υπεραγαπούσαν αλλά και φρόντιζαν σαν δικές τους τις επιχειρήσεις του.
Όλοι οι υπόλοιποι εκ των εργοδοτών όμως, νομίζουν ότι μόνοι τους τα κάνουν όλα κι ότι μόνον με την προσωπική τους απαράμιλλη οξυδέρκεια επιτυγχάνουν τους στόχους τους.
Ο άκρατος εγωισμός τους λοιπόν και η ανάλογη υπεροψία τους είναι η αιτία, που τους κάνει να φροντίζουν μόνον, για το πώς θα πληρώσουν τον εαυτό τους αυτοί με όσα γίνεται περισσότερα, γι’ αυτό κι αδιαφορούν τελείως για τους προσφέροντες το δυναμικό τους στην δική τους επιτυχία.
Αυτούς δε; Για πρόβατα μάλλον τους υπολογίζουν. Πρόβατα τα οποία τους τα έστειλε το κράτος στις επιχειρήσεις τους πεσκέσι, με την εντολή να τα αρμέγουν όσο θέλουν, γι’ αυτό και δεν έχουν καμιά υποχρέωση απέναντι τους. Όσο για την αμοιβή τους; Ας κανονίσει το κράτος.
Από την στιγμή που έχει κάποιος μια επιχείρηση όμως και δεν έχει δίπλα του από επιλογή σωστούς συνεργάτες, μάλλον διακινδυνεύει τις προσπάθειές του.
Αν πάλι έχει τέτοιους και δεν τους βλέπει, ή δεν τους εκτιμά και προπαντός δεν τους ανταμείβει όπως το αξίζουν, τότε μάλλον πάει για κλείσιμο και ας νομίζει αυτός ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να το πάθει.
Τα ίδια συνέβαιναν και σ’ εμένα λοιπόν τότε, γι’ αυτό και με πίεζαν οι εργοδότες μου να αναλάβω και τις μετακομίσεις που κατά καιρούς τους παρουσιαζόταν. Μια δουλειά δηλαδή που ήξερα να την κάνω και μεγάλη εμπειρία είχα επί του αμπαλάζ των οικοσκευών. Με πίεζαν αυτοί βέβαια, αλλά και τίποτε δεν έλεγαν, για το πώς θα μπορούσαν να με ανταμείψουν για τους κόπους και τις εμπειρίες μου.
Ήθελαν να επωφεληθούν αυτοί από τις δικές μου δυνατότατες, αλλά δεν είχαν καμιά διάθεση να ανταμείψουν κι εμένα για τους ίδιους λόγους. Αν ήταν λίγα αυτά που έκανα ως εργαζόμενος στην εταιρεία τους, δεν θα το έκανα θέμα, γιατί κοίταζα πρώτα το πώς θα μπορούσα να ικανοποιήσω τους ψυχοσωματικούς μου λόγους, αυτούς που παραπάνω ανέφερα.
Εγώ όμως ήδη τους έκανα πάρα πολλά κι αυτά πάλι χωρίς την δέουσα οικονομική ανταμοιβή. Μπορούσα λοιπόν να μην αδιαφορώ για τα επιπλέων που μου ζητούσαν να τους κάνω;
Όταν όμως επέμεναν κι εκείνοι οι μεροκαματιάρηδες εργάτες να μου το ζητούν αυτό, δεν μου ήταν εύκολο να τους το αρνηθώ, γι’ αυτό και δέχτηκα τελικά να αναλάβω και τις μετακομίσεις των οικοσκευών.
Των οικοσκευών των στρατιωτικών και των διπλωματών των ξένων χωρών δηλαδή, αυτών που ζούσαν στην πόλη μας και κάθε τόσο μετακόμιζαν προκειμένου να αντικατασταθούν από άλλους συναδέλφους τους.
Λόγο της ιδιαιτερότητας του θέματος όπως μου έλεγαν οι εργοδότες μου, της οικονομικής αξίας των οικοσκευών και του τόπου μετεγκατάστασης τους, ήταν πολύ καλά αμειβόμενες αυτές οι μετακομίσεις, γι’ αυτό και με κάθε τρόπο ήθελαν να τις αναλάβουμε.
Για τους ίδιους λόγους και οι εργάτες χάρηκαν όταν άκουσαν να τους ανακοινώνω, ότι δέχτηκα τελικά να κάνω αυτό που μου ζητούσαν, γι’ αυτό και ρωτούσαν να τους πω, πως και πότε θα αρχίζαμε το νέο έργο.
Το εργατικό μέρος της δουλειάς δεν ήταν και τόσο εύκολο, αν σκεφτεί κανείς ότι είναι διαφορετικό το να πιάνει κανείς ένα ακριβό αντικείμενο, από το να σηκώνει τρεις κάσες λεμόνια στην πλάτη του.
Ο εργολάβος των εργατών όμως, είχε την σχετική πείρα από τέτοιες μετακομίσεις, γι’ αυτό και με καθησύχαζε. Κι αφού εγώ ήξερα πολύ καλά και την τεχνική του αμπαλάζ όπως είπα, με θάρρος πια τις αναλάβαμε.
Την τεχνική του αμπαλάζ την έμαθα στα δεκαέξι μου χρόνια από τον συνεταίρο μας και τότε που στέλναμε παντού εντός Ελλάδος τα είδη ζαχαροπλαστικής που παρήγαμε.
Τα στέλναμε δε αυτά με τα φορτηγά και πακεταρισμένα μέσα σε απλές εφημερίδες, τις οποίες και δέναμε επιδέξια με σχοινιά, ώστε να μην πάθουν τίποτε τα περιεχόμενα τους, όση ταλαιπωρία κι αν είχαν να υποστούν κατά την πολυήμερη διαδρομή τους.
Την ίδια τεχνική μπορούσα να χρησιμοποιήσω και στις μετακομίσεις, αλλά αυτή την τεχνική όπως είπα, την ήξερα. Δεν μου την έμαθαν οι εργοδότες μου, ώστε να μην ζητώ να μου την πληρώσουν.
Αυτός λοιπόν ήταν κι ο λόγος που δεν ήθελα να την αναλάβω. Για χάρη των εργατών όμως, τις ανέλαβα τελικά και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.
Μιχάλης Αλταλίκης