Καλοκαίριασε εν τω μεταξύ και το μεγάλο παιδί της Θοδώρας, αυτό δηλαδή που απέκτησε από τον πρώτο της άντρα, ήρθε από την Αγγλία που ζούσε, προκειμένου να περάσει τις διακοπές εκείνης της χρονιάς στην πατρίδα του, αλλά και να ζήσει με τους δικούς του έστω και για λίγο σκέφτηκε μια και τους είχε επιθυμήσει, λόγω της μακρόχρονης απουσίας του.
Όπως το είχα πληροφορηθεί από την Θοδώρα και σας το ανάφερα στα προηγούμενα, ως φοιτητής ζούσε αυτός εκεί και φοιτούσε σε κάποιο από τα πανεπιστήμιά της ως μηχανολόγος αν θυμάμαι καλά, από αυτά που κατά διαστήματα μου έλεγε η Θοδώρα αναφερόμενη στο παιδί της.
Κι αφού ήρθε στην πόλη μας ο νεαρός, κάπου είκοσι και κάτι από πλευράς ηλικίας, στο σπίτι του παππού του πήγε να μείνει, γνωρίζοντας βέβαια, ότι της μητέρας του, δεν διέθετε τίποτε από αυτά που θα τον βοηθούσαν να φιλοξενηθεί.
Είχε ενημερωθεί από τηλεφώνου, για όλα αυτά που έκανε η μητέρα του με τον Παναγιώτη και μεσολάβησαν κατά την απουσία του, αλλά κι από κοντά θέλησε να τα μάθει και μάλιστα από πρώτο χέρι, γι’ αυτό κι από τον παππού του και την γιαγιά του πρώτα ζήτησε να τα ακούσει.
Δεν είναι καλά η μητέρα σου του έλεγαν αυτοί, σαν να μην το ήξερε, γι’ αυτό και σπαταλάει τα χρήματά της. Κι όταν μένει από αυτά, συνεχώς έρχεται έξω από την πόρτα μας και μας ζητάει περισσότερα. Δεν της τα δίνουμε βέβαια, αφού σε σοκολάτες τα ξοδεύει κι από την τρέλα που την δέρνει, πολύ μεγάλη φασαρία προκαλεί στην οικοδομή μας κάθε λίγο και λιγάκι.
Δεν αντέχουν τις φωνές της οι συγκάτοικοι, γι’ αυτό και συνεχώς καλούν την αστυνομία να την συλλάβει, ενώ από εμένα συνεχώς ζητούν να την κλείσω σε κάποιο ίδρυμα, ώστε να ησυχάσουν. Παντρεύτηκε όμως αυτή με έναν τεμπέλη Αιγύπτιο και τώρα, μαζί κάνουν φασαρία ζητώντας χρήματα.
Βρέθηκε όμως κι ένας άλλος τρελός μαζί με αυτούς και τους πάντρεψε χωρίς να μας ρωτήσει. Από τότε και μετά όμως, βρήκαμε τον μπελά μας εμείς, γιατί αυτός τους δασκαλεύει να μας ζητούν χρήματα και με την επιμονή του να ανακατεύεται εκεί που δεν τον σπέρνουν, εμποδίζει μαζί με τα άλλα και την είσοδό της μητέρας σου σε κάποια κλινική που κι άλλη φορά την πήγαμε να βρει θεραπεία κι έτσι, το πρόβλημά της μεγάλωσε αντί μικρύνει και συνεχώς γίνεται χειρότερα.
Κι ο Αιγύπτιος δεν είναι καλά όμως, γιατί κι αυτόν τον έκλεισαν στο ψυχιατρείο πριν από λίγο καιρό. Πήγα και τον έβγαλα όταν με κάλεσαν οι γιατροί, αλλά και τίποτε δεν έγινε αφού ακόμη κάνει φασαρίες. Και το παιδί τους δεν είναι καλά αφού η μάνα σου το εγκατέλειψε σε μια ξένη γυναίκα να το φροντίζει κι εγώ το πηγαίνω στο σχολεία αφού ο τεμπέλης πατέρας του δεν μπορεί να κάνει τίποτε για το παιδί του.
Τέτοια λοιπόν κι άλλα πολλά του έλεγαν προκειμένου να τον κάνουν να πιστέψει, ότι αυτοί ήταν οι καλοί, ενώ η Θοδώρα κι ο Παναγιώτης μαζί με τον κουμπάρο τους ήταν οι τρελοί που έπρεπε να αποφεύγει, γιατί μόνον κακό κάνουν και τίποτε άλλο.
Ο νεαρός βέβαια, είχε την δική του προσωπική γνώμη γι’ αυτά που ήξερε να συμβαίνουν στην πραγματικότητα κι από τρίτους φρόντιζε να τα πληροφορείτε κάθε τόσο και μάλιστα, μέσα από το κοντινό συγγενικό τους περιβάλλον έπαιρνε την ενημέρωση που του χρειαζόταν.
Προκειμένου να πάρει θέση λοιπόν για όλα αυτά που συνέβαιναν κι αφορούσαν την ζωή της μητέρας του και του αδελφού του που γνώρισε, θέλησε να μείνει για λίγο καιρό ανεπηρέαστος, γι’ αυτό και ζήτησε από το παππού του να του καλύψει οικονομικά την διαμονή του σε κάποιο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο της περιοχής μας κι εκεί να αποφασίσει τι να δρομολογήσει στην συνέχεια αν βέβαια μπορούσε, αφού τον έπνιγε πια το δίκαιο και μεγάλος αισθανόταν ώστε να του ζητήσει εξηγήσεις.
Πριν κάνει αυτό που σκέφτηκε όμως, μια και πήρε από τον παππού του την διαβεβαίωση ότι θα καλύψει τα έξοδά του ξενοδοχείο που διάλεξε να μείνει, άρχισε μετά να περνά αρκετές ώρες με την μητέρα του, τον Παναγιώτη και τον αδελφό του βέβαια, ώστε κι από αυτούς να πάρει πληροφορίες, στην προσπάθειά του να τις συγκρίνει με αυτές που άκουσε από τον παππού του, αλλά κι από τους συγγενείς τους.
Στην συνέχεια, θέλησε να γνωρίσει και τον άνθρωπο που του ανάφεραν και δέχτηκε να βαφτίσει τον Παναγιώτη, όπως και να τον παντρέψει με την μητέρα του κι όπως του το επιβεβαίωσαν κι αυτό οι κοντινοί τους συγγενείς, ό ίδιος άνθρωπος είναι που προστατεύει όλους μαζί από τον παππού του, την γιαγιά του και την θεία του.
Μαθαίνοντας δε, ότι αυτός ήταν που έβγαλε και την μητέρα του από την ψυχιατρική κλινική που την έστειλε ο παππούς του να ξεκουραστεί δήθεν, ζήτησε από τον Παναγιώτη να του δώσει το τηλέφωνό μου, ώστε να με συναντήσει κάποια στιγμή κι όπως το αισθανόταν, να με ευχαριστήσει για όσα έκανα για την μητέρα του.
Με κάλεσε λοιπόν ο νεαρός μια μέρα και πράγματι με παρεκάλεσε να δεχθώ μια συνάντηση μαζί του, όπως έλεγε, ώστε να με ευχαριστήσει για όσα έκανα προς την μητέρα του, τον Παναγιώτη, αλλά και για τον μικρότερο αδελφό του.
Μου φάνηκε πολύ ευγενικός ο νεαρός, οπότε, δεν μπορούσα να του αρνηθώ την συνάντηση που μου ζήτησε κι αφού του την υποσχέθηκα, την επομένη κιόλας ήρθε να με βρει. Εκεί λοιπόν κι από κοντά πια μου επανέλαβε της ευχαριστίες του, αλλά κι από μόνος του άρχισε να μου αναφέρει την ιστορία της ζωής του.
Από αυτόν λοιπόν πληροφορήθηκα την κατάσταση του πατέρα του και τον τρόπο που γνωρίστηκαν με την μητέρα του, όπως και την συμπεριφορά των δυό παππούδων του, για τους οποίους πολλά μου είπε σχετικά με τον τρόπο που τον αντιμετώπισαν ως εγγονό τους, αλλά και για τον τρόπο που τον ξεφορτώθηκαν όπως έλεγε σε μια ξένη γυναίκα να τον μεγαλώνει ως νόθο, αφού ούτε μάνα γνώρισε μικρός, ούτε πατέρα.
Τον πατέρα μου μάλιστα πρόσφατα πήγα να τον δω πρόσθεσε και το μόνο που έκανε χωρίς να μου ρίξει ούτε μια ματιά, ήταν να καπνίζει ασταμάτητα. Όσο για τον παππού μου, με πολύ ψυχρό τρόπο με δέχτηκε πάλι κι όπως μου είπε, έπρεπε να φύγω σύντομα από το σπίτι του, αφού ο πατέρας μου τίποτε δεν μπορούσε να κάνει για μένα.
Και στον άλλον παππού που πήγα να μείνω, μια και στο σπίτι της μητέρας μου δεν υπάρχει δεύτερο κρεβάτι, την ίδια ψυχρή υποδοχή μου έκαναν και καθόλου δεν χάρηκαν όταν με είδαν μπροστά τους, αν και είχαν να με δουν πάνω από πέντε χρόνια, για τον λόγο ότι εσώκλειστος μεγαλώνω σε κάποιο σχολείο της Αγγλίας.
Δεν τους κάνω συχνές επισκέψεις, γιατί δεν θέλω να βλέπω την μητέρα μου να υποφέρει στην κατάσταση που βρίσκεται, αλλά και πολύ θυμώνω με την αδελφή της όπως και με την γιαγιά μου, γιατί όλο της το ενδιαφέρον είναι στραμμένο προς στην μικρή της κόρη κι αυτή είναι που προκαλεί την ταλαιπωρία της μητέρας μου, γιατί τα θέλει όλα για τον εαυτό της.
Αυτή με συμπεριφέρεται καλά θα έλεγα, μη τυχόν και στραφώ εναντίων της. Για να μη φτάσω σ’ αυτό το σημείο μάλιστα, αυτοκίνητο έπεισε τον παππού μου να με πάρει πριν από λίγες μέρες, ώστε με αυτό να πηγαινοέρχομαι στο ξενοδοχείο που τους ζήτησα να μείνω προκειμένου σκεφτώ ήσυχος εκεί τι πρέπει να κάνω.
Η θεία μου πάντως, με περιμένει να την επισκεφτώ τις επόμενες μέρες και μάλιστα με το αυτοκίνητό μου θέλει να το κάνω, ώστε να με καμαρώσει όπως είπε, γιατί μεγάλωσα πια και δικαίως αποφάσισε να μου κάνει ένα τέτοιο δώρο ο παππούς μου. Αν θα πάω όμως, θα πάω μόνον για να την εκδικηθώ κι όχι να την ευχαριστήσω όπως περιμένει, για όσα κάνει εις βάρος της μητέρας μου και ύπουλα το συνεχίζει.
Αυτά λοιπόν μου είπε συνοπτικά ο νεαρός κι αφού πολλά ακόμη πρόσθεσε σχετικά με την συμπεριφορά όλων τους, όπως και για την καλή διάθεση του Παναγιώτη να συμπαραστέκεται την μητέρα του, παρά τα προβλήματά του όπως το παρατήρησε.
Τελειώνοντας όμως, ζήτησε κι από εμένα να συνεχίσω την προστασία τους όπως το πληροφορήθηκε, γιατί αν δεν ήσουν εσύ έλεγε, θα έμενε διά παντός η μητέρα μου στην κλινική που πήγαν να την κλείσουν.
Άκουσα με πολύ προσοχή την αφήγηση του νεαρού είναι αλήθεια και με πολύ συμπάθεια μάλιστα πρέπει να πω για όσα έζησε και ζούσε ακόμη, αλλά κι όπως όφειλα, του είπα ότι δεν μπορούσα να εισχωρήσω περισσότερο στα οικογενειακά τους. Όσα έκανα ήταν αρκετά του είπα και δεν με παίρνει να κάνω περισσότερα.
Τώρα πια είσαι μεγάλος εσύ του πρόσθεσα, οπότε, άνετα μπορείς να τρίξεις τα δόντια σου προς τον παππού σου πρώτα και μετά προς την θεία σου, ώστε να βοηθήσεις την μητέρα σου και τον μικρότερο αδελφό σου, αφού εσύ είσαι πια ο άντρας του σπιτιού.
Εγώ είμαι ξένος προς όλους σας και τίποτε περισσότερο δεν μπορώ σας προσφέρω. Δεν χρειάζεται όμως να φτάσεις στα άκρα, αφού όπως μου είπες δεν το θέλεις κιόλας μια και είσαι οικονομικά εξαρτώμενος από αυτούς.
Λόγω της μόρφωσής σου όμως, μπορείς με καλό τρόπο να γυρίσεις τα πράγματα προς το να αναλάβει η θεία σου την κηδεμονία της μητέρας σου. Έτσι ενεργώντας κι αυτή θα είναι ασφαλής μαζί με τα υπόλοιπα μέλη που αποτελούν την οικογένειά της κι εσύ θα είσαι ήσυχος ακλουθώντας της σπουδές σου.
Το αντίθετο, τίποτε απολύτως δεν θα σου αποδώσει. Το να κινηθείς εναντίων τους δηλαδή, εκδικούμενος την θεια σου και τον παππού σου όπως σκέφτεσαι να κάνεις, μάλλον περισσότερους μπελάδες θα σου φέρει και τίποτε παραπάνω.
Μείνε νηφάλιος λοιπόν τώρα που είσαι κοντά τους και με καλό τρόπο προσπάθησε να μετατρέψεις το κακό προηγούμενο προς το να αγαπήσει την αδελφή της η θεία σου κι έτσι να λήξει το θέμα. Με τους θυμούς και την εκδίκηση όμως, τίποτε καλό δεν θα προσφέρεις στην μητέρα σου, όπως και στον εαυτό σου βέβαια. Κάνε αυτό που σου λέω του είπα στο τέλος και θα δεις, ότι μάλλον είναι αποδοτικότερη αυτή η τακτική.
Άκουσε ο νεαρός αυτά που του είπα κι όπως μου φάνηκε καλά τα δέχτηκε. Κι αφού έφυγε χαιρετώντας με, από τον Παναγιώτη έμαθα ότι πράγματι του πείρε αυτοκίνητο ο παππούς τους και μάλιστα καινούριο. Τον καλοπιάνουν έλεγε αυτός, αλλά το παιδί είναι πολύ θυμωμένο μαζί τους, αν και είναι πολύ καλό και ήσυχο άτομο.
Εμένα δε, με πολύ συμπάθεια με συμπεριφέρεται πρόσθεσε, γιατί στέκομαι δίπλα στην μητέρα του και τον αδελφό του. Αυτόν ιδικά, πολύ τον αγαπάει, γιατί τραβάει τα ίδια που κι αυτός έπαθε από τους παππούδες του.
Μιχάλης Αλταλίκης