Βγάλαμε λοιπόν την Θοδώρα από την ψυχιατρική κλινική κι όπως έπρεπε, την επιστρέψαμε στο σπίτι της, στον άντρα της και στο παιδί της βέβαια, αλλά τα προβλήματά τους δεν έλεγαν να σταματήσουν, για τον λόγο ότι και τίποτε δεν άλλαξε στην ζωή τους.
Ότι είχαν πριν δηλαδή, το ίδιο είχαν και μετά από την επιστροφή της, αφού τόσο ο πατέρας της, όσο κι αυτή μαζί με τον Παναγιώτη, συνέχισαν να κάνουν τα ίδια και τα ίδια, με αποτέλεσμα να μην σταματούν οι καυγάδες τους.
Όσο για την δική μου παρέμβαση στην απελευθέρωση της, τίποτε δεν μου είπε ο πατέρας της και τίποτε δεν μου ανάφερε, αν κι αρκετές φορές με είδε μπροστά του μετέπειτα να του θυμίζω την ύπαρξή μου. Έκανε δηλαδή σαν να μην είχε συμβεί τίποτε που να τον υποχρεώνει να μου ζητήσει τον λόγο.
Ο Παναγιώτης όμως δεν πήγαινε καλά. Μονίμως νηστικός, ανέβασε το ζάχαρό του στο εξακόσια, σύμφωνα με τις εξετάσεις που έκανε. Μερικές φορές μάλιστα, ξεπερνούσε και το εφτακόσια, γι’ αυτό και άρχισε να μη βλέπει καλά από το δεξί του μάτι.
Πήγε βέβαια στον οφθαλμίατρο, αλλά κι αυτός, του είπε πολύ απλά ότι λόγω του υψηλού ζαχάρου κινδύνευε να τυφλωθεί εντελώς. Να τρώει και κρέας του συνέστησε, ώστε και κάποια δύναμη να πάρει από αυτό, αλλά και το ζάχαρό του να κατεβάσει.
Ο γιατρός βέβαια σωστά του συμβούλεψε να βάλει το κρέας στην διατροφή του, αλλά και πού να το έβρισκε αφού δεν είχε χρήματα να το προμηθευτεί και η Θοδώρα δεν μπορούσε να μεριμνήσει για κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό της;
Ούτε και το παιδί τους όμως φρόντιζε αυτή, αφού δεν το είχε μαζί της και μόνη καθώς γύριζε στους δρόμους, όσες σοκολάτες ήθελε έτρωγε. Τις άρεσε όμως και το ούζο, γι’ αυτό και συχνά πυκνά, έπαιρνε από το μπακάλικο της γειτονιάς τους ένα μπουκαλάκι και μαζί με τον Παναγιώτη το κατέβαζαν έστω και ξεροσφύρι.
Νηστικός λοιπόν αυτός και με ούζο ξεπλυμένος εσωτερικά, το ζάχαρό του ήταν αδύνατον να βρεθεί σε φυσιολογικές τιμές, οπότε, άρχισε να φαίνετε έντονα πια και η σχιζοφρένια που διέγνωσε ο ψυχίατρος της Θοδώρας χωρίς να τον εξετάσει κι εξαιτίας αυτού, άρχισε να προκαλεί διενέξεις με τους γείτονές του.
Υποψιαζόταν ότι τον χλεύαζαν δηλαδή κι ότι τον απειλούσαν με τον τρόπο που τον κοιτούσαν. Κι ότι τον αντιμετώπιζαν με κάποιο μίσος άρχισε πιστεύει, γι’ αυτό κι έκοψε την καλημέρα που τους έλεγε όταν πήγαινε στο μαγαζί του. Από εκεί και μετά, εύκολα έπεισε τον εαυτό του, ότι και τον εχθρευόταν αυτοί και ήθελαν το κακό του.
Αυτές οι υποψίες όμως, ανέβαζαν τα πάντα μέσα του κι έτσι, μονίμως ήταν ανήσυχος. Έχοντας το ζάχαρό του ανεβασμένο όμως και το άγχος του να τον σεκοντάρει, ήθελε δεν ήθελε απέκτησε επιθετικές τάσεις πια, αν και μόνον προς τους γείτονές του ιδικά.
Για να μη φτάσει όμως στο σημείο να αντιδικήσει μαζί τους, αφού δεν το ήθελε επί της ουσίας, κατέφευγε σ’ εμένα στην προσπάθειά του να πει κάπου τους λογισμούς του κι έτσι, κατάφερνε κατά κάποιον τρόπο να γλυτώνει κι από τις φαντασίες του όταν δεχόταν τις συμβουλές μου.
Μαζί με όλους τους άλλους ψυχασθενείς δηλαδή που μου φορτώθηκαν εκείνο το χρονικό διάστημα και σας το ανάφερα στα προηγούμενα, είχα να κηδεμονεύω και τον Παναγιώτη. Τίποτε άλλο δεν τους έκανα όπως σας είπα, εκτός από το να ακούω τους λογισμούς τους μόνον. Μέσω των συχνών συμβουλών μου όμως, ευελπιστούσα να μη τους ξεφύγει περισσότερο η κατάσταση και γίνουν χειρότερα από ότι ήταν.
Τον Παναγιώτη ιδικά, από το 1993 που τον γνώρισα τον είχα δίπλα μου, αλλά από τα τέλη του 2000 που πλησιάσαμε πια μπήκε στην ομάδα των ψυχασθενών που φορτώθηκα και με την βοήθεια των μοναχών γιατρών της μονής μας, προσπαθούσα να συγκρατήσω σε καλά επίπεδα διαχείρισης του εαυτού τους πρωτίστως.
Όπως και το έψαχνα όμως, κανένας οπό αυτούς δεν ήταν κακός από την φύση του. Ούτε κι ο Παναγιώτης. Αυτόν δικά, η μόνιμη νηστεία ήταν αυτή που του έβγαζε παραβατική συμπεριφορά, όπως και η σχιζοφρένια που του προκαλούσε η αυξημένη τιμή του ζαχάρου του.
Κι αφού δεν ένιωθε πουθενά πια ασφαλής, εξαιτίας των διανοητικών του εμπλοκών, μονίμως μου έκανε κλήσεις στο τηλέφωνο και μονίμως ζητούσε να με δει κι από κοντά, εκτός από το να με ακούει από τηλεφώνου, ώστε και λίγα χρήματα να του δίνω αφού από κανέναν δεν μπορούσε να ζητήσει κάτι τέτοιο και την συντροφιά μου ήθελε να έχει, αισθανόμενος μόνος κι έρημος σ’ αυτή την ζωή.
Αυτό μάλιστα, πολύ τον πλήγωνε, γι’ αυτό και με παρακάλεσε μια μέρα, ώστε μαζί με την Θοδώρα και το παιδί τους να μας κάνουν μια επίσκεψη στο σπίτι μας, αφού συνεχώς απέφευγα να μπω στην διαδικασία του να τους κάνω εγώ και συχνές μάλιστα επισκέψεις όπως ήθελε.
Λόγω των πολλαπλών υποχρεώσεών όμως, δεν είχα χρόνο στην διάθεσή μου να κάνω ούτε και στους συγγενείς μου επισκέψεις, θα είχα χρόνο άραγε να κάνω επισκέψεις στον Παναγιώτη και την Θοδώρα; Αλλά και διάθεση δεν είχα να δεθώ περισσότερο μαζί τους. Αυτά που έκανα για την περίπτωσή τους ήταν ήδη πολλά και πράγματι δεν ήθελα να κάνω περισσότερα.
Υποχρεωμένος όμως να εκτελέσω κάποια στιγμή και τα καθήκοντα που ανήκουν στην ιδιότητα του κουμπάρου, υποχρεώθηκα θα έλεγα να τους καλέσω μια Κυριακή στο σπίτι μου και το έκανα αυτό μάλιστα, λίγο μετά από την πρωτοχρονιά και μέσα στον Ιανουάριο που ακολουθούσαμε.
Κι όπως έπρεπε για τέτοιας κατηγορίας καλεσμένους, οικογενειακός τους υποδεχθήκαμε. Όταν πλησίαζε όμως η ώρα του να καθίσουμε στο τραπέζι για το καθιερωμένο φαγητό, μας δήλωσαν οι καλεσμένοι μας, ότι αυτοί μπορούσαν να γευματίσουν ότι κι αν τους έβαζε στα πιάτα η γυναίκα μου.
Για το πεντάχρονο παιδάκι τους όμως, μας έλεγαν ότι ήταν ιδιότροπο στο φαγητό, γιατί μόνον μακαρόνια έτρωγε. Γι’ αυτήν την ιδιαιτερότητα λοιπόν, ζήτησαν από την γυναίκα μου να του κάνει μια μακαρονάδα αν της ήταν εύκολο. Ασφαλώς και μου είναι εύκολο τους είπε αυτή κι αμέσως την ετοίμασε.
Όταν καθίσαμε τελικά στην τραπεζαρία να γευματίσουμε, του έβαλε τα μακαρόνια στο πιάτο του και μαζί με αυτά, του έβαλε δίπλα του κι ένα σωρό άλλα, από αυτά που αρέσουν στα παιδάκια, μήπως και τα δοκιμάσει. Αυτά όμως, ούτε που γύρισε να τα δει ο μικρός.
Αρχίσαμε ωστόσο να τρώμε και μόλις έπεσαν τα μάτια μας στον μικρό, μας κόπηκε κάθε όρεξη για φαγητό, γιατί αυτό που βλέπαμε να κάνει, ήταν εντελώς αδιανόητο γι’ ανθρώπινη συμπεριφορά, γιατί το παιδάκι έτρωγε με το στόμα.
Έσκυψε το κεφάλι του δηλαδή κι αφού έβαλε το πρόσωπό του στο πιάτο με τα μακαρόνια, τα έτρωγε έτσι ακριβώς, όπως κάνουν τα ζώα. Μη μπορώντας να αντέξει το θέαμα η γυναίκα μου, του έδωσε το πιρούνι στα χέρια του, ώστε με αυτό να συνεχίσει.
Αφού το κοίταξε για λίγο ο μικρός, το άφησε δίπλα του, σαν να του ήταν εντελώς άχρηστο. Δεν το χρειαζόταν δηλαδή, γι’ αυτό και συνέχισε να τρώει με τον ίδιο τρόπο. Βλέποντας ένα τέτοιο θέαμα όμως, ούτε να φάμε μπορούσαμε, αλλά ούτε και να το βλέπουμε μας ήταν εύκολο. Να κλάψουμε μας ερχόταν.
Με δάκρυα στα μάτια δηλαδή η γυναίκα μου ρωτούσε τον Παναγιώτη να του πει, γιατί συμπεριφερόταν το παιδί τους με αυτόν τον τρόπο. Κάπως συνηθισμένος αυτός από το θέαμα, της έλεγε ότι έτσι το έμαθαν να τρώει στο σπίτι του πεθερού του κι επειδή έτσι έμαθε να κάνει και στο σπίτι της γυναίκας που μίσθωσαν να το κρατά, με το στόμα συνεχίζει να τρώει.
Η Θοδώρα όμως καθόλου δεν προβληματίστηκε από την συμπεριφορά του, αφού ήξερε τον τρόπο του, γι’ αυτό κι ατάραχη έτρωγε. Παρόλα αυτά κι ο Παναγιώτης το ίδιο έκανε, για τον λόγο ότι είχε πάρα πολύ καιρό να δοκιμάσει μαγειρεμένο φαγητό.
Φάγαμε κι εμείς βέβαια στο τέλος, αν και με πολύ δυσκολία πρέπει να σας πω, γιατί δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας από το παιδί που έτρωγε σαν σκυλί. Εκτός από τα μακαρόνια όμως, τίποτε άλλο δεν δοκίμασε, όσο κι αν πιέζαμε τον μικρό να το κάνει, από συμπάθεια και μόνον.
Ωστόσο, κάθισαν μαζί μας και μετά το φαγητό οι καλεσμένοι μας κι όταν τους ήταν αρκετό αυτό, επέστρεψαν στο σπίτι τους. Εμείς όμως, δεν τολμήσαμε να τους καλέσουμε για δεύτερη φορά, γιατί ένα τέτοιο θέαμα, δεν είναι από αυτά που θα θέλαμε να ξαναδούμε.
Στα μέσα το Απρίλη όμως, από το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς τους με κάλεσαν να δώσω εξηγήσεις, γιατί ο Παναγιώτης που κρατούσαν στο τμήμα τους, έσπασε με μια καρέκλα την βιτρίνα του καφενείου που βρισκόταν απέναντι από το κατάστημά του.
Ηδέα δεν έχω τους είπα όταν πήγα κι απορώ γιατί καλέσατε εμένα. Σε καλέσαμε είπαν τα όργανα της τάξης, γιατί αυτός μας είπε και μου έδειχναν τον Παναγιώτη, ότι εσύ ξέρεις γιατί έκανε αυτήν την ζημιά. Πρέπει να ξέρεις όμως, ότι οι άνθρωποι που ήταν μέσα τραυματίστηκαν κι ότι ο ιδιοκτήτης του καταστήματος θέλει να του κάνει μήνυση για εσκεμμένη εχθρική επίθεση. Έχεις λοιπόν να μας δώσεις κάποια εξήγηση για την συμπεριφορά του;
Καμία εξήγηση δεν έχω να δώσω εγώ τους είπα κι απορώ πως έφτασε σ’ αυτό το σημείο ο κατηγορούμενος. Σ’ αυτόν απευθυνόμενος μετά, με κάποιο νεύρο του έλεγα. Τι νομίζεις τώρα; Θα σπάζεις εσύ βιτρίνες και μετά θα έρχομαι εγώ να απολογούμαι; Να πληρώσεις τώρα την ζημιά κι αμέσως μετά θα σε πάω να ζητήσεις συγνώμη από τον καταστηματάρχη, όπως κι από τους ανθρώπους που τραυμάτισες.
Κι άλλη φορά να ξέρεις του συμπλήρωσα, ότι όπου κι αν σε κλείσουν για τα προβλήματα που προκαλείς, δεν θα έρθω να σε συμπαρασταθώ. Κατάλαβες τι σου είπα; Αυτά του είπα με αυστηρό τρόπο κι αμέσως έλεγα τους αστυνομικούς να κάνουν ότι ορίζει ο νόμος, ώστε να μάθει να σέβεται πλέων αυτός, τα πάντα και τους πάντες.
Για καλή του τύχη όμως, ήταν εκεί ο καταστηματάρχης που δεν γνώριζα κι αφού άκουσε τι του είπα, αυτός πια έλεγε στους αστυνομικούς, ότι ήσυχος άνθρωπος είναι ο Παναγιώτης και ποτέ δεν τους έδωσε δικαίωμα να τον κατηγορούν για κάτι. Έχει προβλήματα με τα πεθερικά του πρόσθεσε και προφανώς αυτά τον οδήγησαν να μας πετάξει την καρέκλα στα τζάμια. Αφήστε τον τώρα ελεύθερο, αλλά αν το επαναλάβει δεν θα του την χαρίσω. Κι εσύ, έλεγε σ’ εμένα, καλά έκανες και τον μάλωσες.
Αυτά ειπώθηκαν από όλους μας κι αφού αναίρεσε την επιθυμία του ο καταστηματάρχης, ζητήσαμε συγγνώμη από όλους κι έτσι μας επέτρεψαν να φύγουμε. Μέχρι να τον πάω στο σπίτι του όμως, ένα σωρό του είπα αλλά κι επανειλημμένως τον απείλησα, ότι δεν θα τον συμπαρασταθώ αν το ξανακάνει.
Ωστόσο όμως, τόσο το αυξημένο ζάχαρό του όσο και η σχιζοφρένια που του προέκυψε, τον ανάγκασαν να κάνει κάτι ακόμη μετά από λίγο καιρό. Κι αυτό που έκανε εκείνη την φορά, ήταν να επιτεθεί στους γειτόνους που είχε στην πολυκατοικία τους κι επειδή κάλεσε ο πεθερός του την αστυνομία και τους είπε, ότι είναι βεβαιωμένα τρελός, αμέσως πήγαν αυτοί και τον φόρεσαν τον ζουρλομανδύα.
Μετά από αυτό, στο δημόσιο ψυχιατρείο της πόλης μας τον έστειλαν, από όπου πάλι με κάλεσαν προκειμένου να δώσω εξηγήσεις, για τον λόγο που αυτός χτυπούσε την γυναίκα του και τα πεθερικά του όπως τους αναφέρθηκε. Αυτό ιδικά δεν το πίστεψα, γιατί ο πεθερός του κίνησε αυτήν την διαδικασία.
Αφού πήγα όμως να δω τι έγινε και στους γιατρούς απευθύνθηκα, αυτοί με ρωτούσαν να τους πω, με ποιόν τρόπο θα μπορούσα να δικαιολογήσω την συμπεριφορά του, αφού ο πατέρας της γυναίκας του κατέθεσε στην αστυνομία, ότι μονίμως την χτυπάει, λόγω της ψυχικής του διαταραχής.
Δεν ήθελα να δικαιολογήσω τον Παναγιώτη, αλλά και δεν μπορούσα να ανεχθώ την υποκρισία του πεθερού του. Αυτή λοιπόν προκαλώντας με, έλεγα στους γιατρούς, ότι αρκετά χρόνια παρακολουθώ τον άνθρωπο και κάτι τέτοιο που ισχυρίζεται ο πεθερός του ποτέ δεν είδα να γίνετε.
Ακούγοντας αυτοί την λέξη παρακολουθώ, αμέσως με άρπαξαν. Τι λέτε κύριε; Είστε γιατρός; Αν πω τώρα έλεγα μέσα μου, ότι είμαι γιατρός, θα φορέσουν και σ’ εμένα ζουρλομανδύα σαν κι αυτόν που έβλεπα να φορά ο Παναγιώτης. Αυτό θέλοντας να αποφύγω λοιπόν, τους είπα ήρεμα όπως έπρεπε, ότι ασφαλώς και δεν είμαι.
Μ’ αφού δεν είσαι γιατρός έλεγαν αυτοί, τότε πώς τον παρακολουθείς; Αυτό σκεπτόμενος να απαντήσω, τους είπα με ηρεμία, ότι λόγω της κουμπαριά μας, ποτέ δεν άκουσα την γυναίκα του να μου δηλώνει ότι την χτυπάει ο άντρας στης. Ο πατέρας της τα λέει αυτά τους είπα κι αυτός είναι που συνεχώς προκαλεί την παραβατική συμπεριφορά και των δυό τους, για τους λόγους που αυτόν βολεύουν, γι’ αυτό μη κατηγορείτε τον άνθρωπο που έχετε εδώ, αλλά αυτόν που σας τον έστειλε.
Αυτά τους είπα λοιπόν και μόλις ολοκλήρωσα τον λόγο μου, όλοι μαζί οι γιατροί έλεγαν και με μια φωνή. Ταύτιση, ταύτιση. Κι επειδή τους κοιτούσα με απορία χωρίς να καταλαβαίνω τον λόγο της ταύτισης στην αναφορά μου, αυτοί μου εξήγησαν, ότι ταυτίστηκα με αυτά που άκουσαν να τους λέει κι ο Παναγιώτης. Κι επειδή τους φαινόταν παράλογα αυτά που άκουγαν, σ’ εμένα πάλι απευθυνόμενοι έλεγαν, ότι έπρεπε να φύγω από το ψυχιατρείο πριν τρελαθώ και πριν αναγκάσω αυτούς να περάσουν και σ’ εμένα ζουρλομανδύα.
Αυτόν εδώ όμως θα τον κρατήσουμε έλεγαν, γιατί είναι επικίνδυνος κι αφού του δώσουμε την πρέπουσα αγωγή, μετά από μια εβδομάδα θα καλέσουμε τον πεθερό του να έρθει να τον πάρει, γιατί εσύ ταυτίζεσαι με τον ασθενή κι ως εκ τούτου, κινδυνεύεις να φορέσεις αυτόν τον ωραίο μανδύα. Κατάλαβες;
Κατάλαβα τους είπα και τρέχοντας έφυγα μη μετανιώσουν. Μόνο στον Παναγιώτη είπα να με ενημερώσει όταν βγει κι αν του δώσουν χάπια για το σπίτι να τα παίρνει του συνέστησα, αν βέβαια θα ήθελε να ζει ήσυχος δίπλα από την Θοδώρα.
Μιχάλης Αλταλίκης