Προετοιμάστηκα αρκετά καλά διαβάζοντας και όταν ήρθε η μέρα και η ώρα των εξετάσεων, πήγα στο χώρο του γυμνασίου λίγο αγχωμένος, αλλά και πως να μην ήμουν; Πήγαινα να αντιμετωπίσω τις εξετάσεις μου, συνοδευμένος από έναν αδυσώπητο εχθρό, την ανορθογραφία, η οποία και όπως ήταν βέβαιο, θα κατέστρεφε όσα μπορούσα να αποδώσω.
Ακολουθώντας ωστόσο τους άλλους εξεταζόμενους, μπήκα τελευταίος στην αίθουσα, γι’ αυτό και τελευταίος κάθισα στη σειρά των θρανίων και μόλις μας δόθηκαν τα θέματα από τους επιτηρητές, άρχισα να γράφω και όπως ήμουν προετοιμασμένος, ανταποκρινόμουν επάξια.
Ανταποκρινόμουν βέβαια στα θέματα αφού τα ήξερα, αλλά δεν μπορούσα να είμαι σίγουρος για την ορθογραφική όψη των κειμένων μου, γι’ αυτό και το άγχος που δικαιολογημένα μου έβγαινε, δεν μου επέτρεπε όπως ήταν και λογικό, να αποδώσω και την καλλιγραφική δυνατότητα που μπορούσα να δώσω στα γραπτά μου, αφού έτσι μου άρεσε να είναι αυτά γραμμένα.
Ανάμεσα στους εξεταζόμενους, κυκλοφορούσαν για ευνόητους λόγους οι καθηγητές που επιτηρούσαν τις εξετάσεις, οι οποίοι και έσκυβαν κάπου κάπου πάνω από τα γραπτά μας, προκειμένου να δουν τι κάνουμε.
Ο πρώτος όμως από τους καθηγητές που βρέθηκε κοντά μου, έσκυψε να δει και το δικό μου γραπτό και τότε; Έγινε το πανηγύρι. Κάλεσε κοντά του και τους υπόλοιπους καθηγητές και όλοι μαζί πάνω από το κεφάλι μου γελούσαν για τα ορθογραφικά μου λάθη, αυτά δηλαδή που όπως είπα, δεν ήταν δυνατόν να ελέγξω.
Δεν το έκαναν ούτε μία, αλλά ούτε και δύο φορές αυτό. Όσο κράτησαν εκείνες οι εξετάσεις, ποτέ δεν ήμουν μόνος στο θρανίο μου. Είχα για συντροφιά μου όλους τους καθηγητές που επιτηρούσαν την εξέλιξη των εξετάσεων και όλοι μαζί, συμπαραστέκονταν γελώντας με την ψυχή τους στην προσπάθεια μου να αντεπεξέλθω.
Βλέποντας να γράφω με τον τρόπο που εγώ μπορούσα να ανταποκριθώ, πολύ το διασκέδαζαν, γι’ αυτό και όπως ήταν φυσικό και με τόσα γέλια για τα ορθογραφικά μου λάθη, δεν ήταν δυνατόν να με αφήσουν ατιμώρητο.
Με απέρριψαν γελώντας εις βάρος μου, γι’ αυτό και γύρισα άπρακτος όπως καταλαβαίνετε στο χωριό και στο μπακάλικο μας, καταπληγωμένος βέβαια από την δική μου πρώτα αδυναμία, αλλά και από την βοήθεια που μου προσέφεραν εκείνοι οι συμπαραστάτες των προσδοκιών μου.
Έκαναν λοιπόν πολύ καλά την δουλειά τους τότε οι καθηγητές και έτσι όπως είχαν μάθει να είναι αμείλικτοι τιμωροί των λαθών που οι άλλοι κάνουν, γελούσαν με την ψυχή τους όπως είπα, αδιαφορώντας τελείως βέβαια, για τις επιπτώσεις που ενδεχομένως είχαν τα δικά τους λάθη, στη ζωή των ανθρώπων που αυτοί διαμόρφωναν και μάλιστα με την βοήθεια των δικών τους αξιών.
Στεναχωρήθηκα εγώ αφού δεν κατάφερα να εισαχθώ στο γυμνάσιο και μαζί με μένα, στεναχωρήθηκαν και οι δικοί μου. Ωστόσο, με καθησύχαζε κάπως ο πατέρας μου όταν έλεγε.
– Μη στεναχωριέσαι ρε. Εμείς έχουμε δουλειά.
Και βέβαια είχαμε δουλειά, αλλά λόγω της μεγάλης λειψυδρίας και ανομβρίας που μας έπληττε όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, πάλι δεν είχαν την αναμενόμενη σοδειά οι αγρότες και πάλι δεν μπορούσαν να εξοφλήσουν τα χρέη τους, γι’ αυτό και τα αποθέματα του μαγαζιού μας, άρχισαν να μειώνονται αισθητά.
Αν μέναμε μόνο με τους παλιούς μας πελάτες, ίσως και να τα βγάζαμε πέρα. Μαζί με τους πρόσφυγες όμως, ήταν αδύνατον να γλιτώσουμε την χρεοκοπία, αφού λόγω των πολλών αναγκών τους, αυτοί τραβούσαν τα διπλάσια από τους παλιούς,
Χρωστούσαν πολλά για να τους σταματήσουμε από πελάτες, αλλά και αν τους κρατούσαμε έτσι όπως κατανάλωναν, θα διπλασίαζαν τα χρέη τους και δεν θα μπορούσαν να τα εξοφλήσουν μετά, όσο και αν το ήθελαν.
– Ας τους κρατήσουμε ακόμη μια χρονιά έλεγε ο πατέρας μου. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το κακό για πολύ καιρό ακόμη. Κάποια μέρα θα αρχίσει να βρέχει, οπότε και θα μας εξοφλήσουν με την παραγωγή τους οι άνθρωποι.
Και για να ενθαρρύνει κάπως τον εαυτό του, όπως κι εμάς άλλωστε που αμφιβάλλαμε για το αποτελέσματα των όσων ήλπιζε, έλεγε με στοχασμό.
– Μη στεναχωριέστε. Είναι τίμιοι άνθρωποι αυτοί. Θα δουλέψουν και θα εξοφλήσουν τα χρέη τους.
Παρ’ όλα αυτά όμως, πέρασε τελείως άκαρπο κι εκείνο το καλοκαίρι και ο χειμώνας που το διαδέχτηκε, δεν ήταν ο καλύτερος που πέρασε ποτέ, αφού ούτε για μας, αλλά ούτε και για τους αγρότες ήταν καλός. Για μένα δε, ήταν πολύ κακός αυτός, αφού με βρήκε να κάνω παρέα τον πατέρα μου στο μαγαζί, αντί να βρίσκομαι μαθητής σε κάποιο γυμνάσιο.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που δεν ήμουν καθόλου μα καθόλου ευχαριστημένος από όσα μου συνέβαιναν τότε, δεδομένου ότι τίποτε από όσα μου προέκυψαν, δεν ήταν μέσα στα σχέδια που έκανα για τον εαυτό μου.
Λόγο της αδυναμίας που είχα ως ανορθόγραφος λοιπόν, δεν μπορούσα να ελπίζω σε καμιά πέραν του δημοτικού μόρφωση, γι’ αυτό και καθόλου δεν ήμουν ευχαριστημένος με τον εαυτό μου όπως καταλαβαίνετε.
Και το να βρεθώ επαγγελματικά εγκλωβισμένος μέσα σε ένα μπακάλικο δεν μου άρεσε, αφού και αυτό όπως πολύ καθαρά φαινόταν τότε, καμιά προοπτική δεν είχε πλέον.
Δεν είχα να προτείνω όμως και καμιά άλλη λύση στον εαυτό μου, που να αφορά το επαγγελματικό μου μέλλον, γι’ αυτό και συχνά πυκνά, αυτόν ρωτούσα να μου πει, τι θα ήθελα να κάνω στη ζωή μου ως εργαζόμενος.
Ούτε και σ’ αυτό το ερώτημα μπορούσα να δώσω μια σαφή απάντηση, γι’ αυτό και όπως ήταν αναμενόμενο, εμφανιζόμουν πολύ προβληματισμένος τότε, όπως και πολύ μελαγχολικός. Αυτό, πολύ στεναχωρούσε τους γονείς μου, αφού από την θέση τους, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν την δική μου μελαγχολία.
Τότε λοιπόν που εγώ βρισκόμουν απασχολημένος με την αναζήτηση του επαγγελματικού μου προσανατολισμού, μας επισκέφτηκε ένας άνθρωπος και αυτός ούτε λίγο, ούτε πολύ, πρότεινε στον πατέρα μου να με στείλει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο στο ιδιωτικό του γυμνάσιο, αυτό που ίδρυσε σε ένα από τα παραλίμνια χωριά της περιοχής μας.
Στο Σχολάρι του Λαγκαδά ίδρυσε το γυμνάσιο του αυτός και επειδή δεν ήταν πολύ μακριά από μας εκείνο το χωριό, δέχτηκε ο πατέρας μου την πρόταση του και μαζί με αυτόν, την δέχτηκα κι εγώ, γιατί όντως ήθελα να σπουδάσω, αν βέβαια, δεν με εμπόδιζαν τα ορθογραφικά μου λάθη.
Η εκδοχή του να πάω έστω και σε ιδιωτικό γυμνάσιο, άλλαξε κάπως την ψυχολογία μου και αυτό με έκανε να περιμένω χαρούμενος, την ημέρα που θα έμπαινα και πάλι σε σχολική τάξη.
Δέχτηκαν και άλλα παιδιά από το δικό μας χωριό την είσοδο τους σε κείνο το γυμνάσιο, όπως και από τα διπλανά σε μας χωριά βέβαια και αυτό για μένα ήταν, ακόμη ποιο ευχάριστο.
Ωστόσο και αφού πέρασε αρκετός καιρός από τότε, ήρθε και πάλι η εποχή που πληρώνονταν οι αγρότες για τα λιγοστά καπνά που πούλησαν στους καπνεμπόρους. Τα χρήματα που πήραν στα χέρια τους όμως, ούτε και τότε ήταν αρκετά, ώστε να εξοφλήσουν έστω και μέρος του χρέους τους.
Εξαιτίας αυτής της δυσπραγίας λοιπόν, μεγάλωνε μαζί με το δικό τους και το δικό μας χρέος προς τους προμηθευτές μας, οι οποίοι και δεν μας πίεζαν βέβαια, αλλά και δεν μπορούσαμε να μην ανησυχούμε.
Προκειμένου να βρουν διέξοδο στο πρόβλημα τους οι αγρότες, ζητούσαν βροχή από την Παναγία μας, αφού πολύ καλά το ήξεραν ότι μόνον αυτή μπορούσε να αυξήσει την παραγωγή τους, γι’ αυτό και απανωτά έκαναν και μάλιστα πολλές λιτανείες γύρω από την εκκλησία του χωριού μας.
Παρόλα αυτά όμως, ποτέ δεν ήρθε η βροχή, γι’ αυτό και ξεράθηκαν εκείνη την χρονιά τα σπαρτά τους, πριν ακόμη μπει η Άνοιξη. Από μόνο του αυτό δήλωνε, ότι ούτε κι εκείνο το καλοκαίρι που ακολουθούσε θα μπορούσε να τους φέρει κάποια παραγωγή, όπως και πράγματι δεν τους έφερε.
Εγκλωβισμένοι λοιπόν για τα καλά εμείς, ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον.
– Και τώρα, τι κάνουμε;
– Ούτε μπρος μπορούμε να πάμε, έλεγε η μητέρα μου. Αλλά ούτε και πίσω.
– Αν φύγουμε από δω τώρα, τα χάνουμε όλα, έλεγε ο πατέρας μου. Και αν φύγουμε εμείς, αυτοί, ποτέ δεν θα έρθουν να μας βρουν, προκειμένου να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Αν πάλι κάνουμε πως μένουμε, τότε, θα υποχρεωθούμε να τους πιστώσουμε ακόμη ένα χρόνο. Αν κάνουμε κάτι τέτοιο, θα χρεωθούμε κι εμείς περισσότερο και πως θα ξοφλήσουμε τα δικά μας χρέη;
Με τέτοια δύσκολα ερωτήματα στο μυαλό τους οι γονείς μου, δεν ήταν εύκολο να αποφασίσουν, για το τι έπρεπε να κάνουν, γι’ αυτό και για όλους αυτούς τους παραπάνω λόγους, δεν έτρεχαν μόνο οι αγρότες στις λιτανείες, τρέχαμε κι εμείς πίσω από αυτές, ελπίζοντας να βρέξει, και μέσω της βροχής, να γλιτώσουμε από το κακό που μας περίμενε.
Αφού δεν έγινε αυτό που όλοι ελπίζαμε και αφού όποια απόφαση και αν παίρναμε θα μας έβαζε σε μεγάλους μπελάδες, προτίμησαν οι γονείς μου να το παλέψουμε ακόμη ένα χρόνο και ό,τι πει ο Θεός.
– Εμένα με αγαπάει ο Θεός, έλεγε ο πατέρας μου, γι’ αυτό και δεν θα με αφήσει να καταστραφώ.
Έχοντας λοιπόν ως γνώμονα αυτό το σκεπτικό στο προβληματισμένο μυαλό του, τραγουδούσε καθημερινά από τότε και μετά, εκείνο που άκουγε να λέει ο παπάς του χωριού μας κατά την αρτοκλασία.
– Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν και αυτό πάλι το έλεγε μέχρις εδώ, αφού το υπόλοιπο δεν το ήξερε.
Τον Σεπτέμβριο μήνα όμως όπως το περίμενα και με την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου, μπήκα στην πρώτη τάξη του ιδιωτικού γυμνασίου και για να μη πηγαίνω και έρχομαι με το λεωφορείο στο χωριό που ήταν το γυμνάσιο, με έβαλε ο πατέρας μου να μένω στο σπίτι μιας γνωστής σε μας οικογένειας, που και αυτοί είχαν ένα από τα τρία παιδιά τους στο ίδιο γυμνάσιο.
Όταν άρχισαν τα μαθήματα λοιπόν, αποδείχτηκε ότι πράγματι ήμουν πολύ καλός στα προφορικά, όπως και πολύ κακός γραπτά, αφού από τα πολλά μου λάθη, ήταν αδύνατον για τους καθηγητές να τα διαβάσουν, όσο και αν το προσπαθούσαν.
Ανεχόμενοι όμως αυτοί την αδυναμία μου, με κρατούσαν στις τάξεις τους, γι’ αυτό και συνέχιζα να είμαι μαθητής τους. Και αφού παρέμενα εκεί ως μαθητής, συνέχιζα να ζω και στο χωριό που ήταν το γυμνάσιο, όπως και στο σπίτι της οικογένεια που με φιλοξενούσε.
Τα μέλη λοιπόν της οικογένειας που με φιλοξενούσαν, όπως και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, δεν έκρυβαν την αγάπη τους για μένα, γι’ αυτό και κάθε βράδυ ήμουν καλεσμένος και σε άλλο σπίτι.
Εκτιμώντας την αγάπη τους εγώ, δεχόμουν τις προσκλήσεις τους, γι’ αυτό και καθισμένος σε μια γωνιά κάτω από το αμυδρό φως της γκαζόλαμπας τους, έλεγα κάθε βράδυ και άλλο παραμύθι, από κείνα που έμαθα να λέω από τους πρόσφυγες που επισκεπτόταν κατά καιρούς την γιαγιά μου.
Τους διασκέδαζα τα βράδια τους όπως καταλαβαίνετε, αφού τότε δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη οι τηλεοράσεις και τα κανάλια και αυτός ήταν ο λόγος που τους ήμουν απαραίτητος.
Μιχάλης Αλταλίκης