Με πείραζε το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι της εταιρείας που εργαζόμουν, σκεφτόταν περισσότερο για το πώς θα αυξήσουν έμμεσα τα προσωπικά τους έσοδα, παρά για το πώς θα μπορούσαν να αυξήσουν τις δραστηριότητες μας και μέσω αυτών, τα έσοδά όλων μας, αν αυτό και μόνον ήταν το ζητούμενο μας.
Από την θέση που βρισκόμουν, αλλά και από την προσωπική μου αρμοδιότητα, έβλεπα ότι μπορούσα να κάνω ακόμη περισσότερα στον χώρο που προσέφερα τις δικές μου υπηρεσίες και να ανεβάσω αρκετά πιο ψηλά τον πήχη των μέχρι τότε δραστηριοτήτων μας, αλλά κανείς απ’ αυτούς δεν με παρότρυνε προς αυτόν τον σκοπό, θαρρείς και έβλεπαν ότι δεν το χρειαζόμασταν.
Με διέθεταν ως εργαζόμενο στον εμπορευματικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης μας, για μια μικρής εμβέλειας απασχόληση, όπως αρκετές φορές σας το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα και από μένα το μόνο που ζητούσαν, ήταν να ανταπεξέλθω, όπως ακριβώς μου το προσδιόρισαν από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας.
Από προσωπικό ενδιαφέρον όμως για περισσότερες δραστηριότητες, αλλά και από την ανάγκη που μου προέκυψε μέχρι να επιτύχω των σεβασμό όλων όσων ήταν εκεί και εμπόδιζαν τις προσπάθειες μου, μεγάλωσα πολύ περισσότερο το πεδίο δράσης μου και όπως το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, σκεφτόμουν να το μεγαλώσω ακόμη περισσότερο, γιατί έτσι μου άρεσε να κάνω.
Κανείς όμως από τούς διευθυντές μας δεν παρακολουθούσε τις κινήσεις μου, γι’ αυτό και κανείς απ’ αυτούς δε μου είπε ΄΄τράβα μπροστά και μη διστάζεις΄΄, ή κάνε ό,τι νομίζεις και ό, τι μπορείς εκεί, αρκεί αυτά που θα κάνεις να μας αποδώσουν τα αναμενόμενα έσοδα.
Κανείς λοιπόν απ’ αυτούς δεν μου είπε προχώρα και μη σταματάς και κανείς δεν μου είπε ότι θα πληρώνεσαι όλες τις ώρες που εργάζεσαι και όπως ακριβώς σου το υποσχεθήκαμε. Αντιθέτως, μου έκοβαν τις περισσότερες εκ των υπερωριών που έκανα ως διαρκώς εργαζόμενος και αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να θυμώσω μαζί τους και εξαιτίας αυτού του θυμού, δεν πήγαινα να πληρωθώ τις υπερωρίες κοροϊδία που αυτοί δικαιολογούσαν υπερασπιζόμενοι την οικονομική τους πολιτική.
Δεν αμφέβαλαν για τις ώρες που δήλωνα ότι εργαζόμουν, αφού οι ίδιες οι ανάγκες τους το επιβεβαίωναν αυτό περίτρανα. Απλώς, δεν ήθελαν από εγωισμό να βλέπουν κάποιον από το κατώτερο βαθμολογικά υπαλληλικό προσωπικό τους να παίρνει περισσότερα από αυτούς, έστω και αν δικαιολογημένα τα διεκδικούσε.
Αυτά όμως που δεν μπορούσαν, ή δεν ήθελαν να δουν οι διευθυντές μας, τα είδαν οι εργάτες που εργαζόταν και για τις δικές μου ανάγκες στον εν λόγο σταθμό. Όσοι από αυτούς ήταν εκεί δηλαδή, εργαζόταν υπηρετούντες τις ανάγκες της παλιάς και μεγάλης ανταγωνίστριας εταιρείας, αφού αυτή τους εδραίωσε εκεί από παλιότερα και αυτή τους πλήρωνε με προσυμφωνημένο συμβόλαιο.
Για να κάνω λοιπόν εγώ τις δικές μου φορτοεκφορτώσεις στον σταθμό, έπρεπε να τις κάνω με την συμμετοχή αυτών των εργατών, αφού μόνον αυτοί υπήρχαν εκεί διαθέσιμοι και αυτό έπρεπε να το κάνω, περιμένοντας να τελειώσουν πρώτα με τις υποχρεώσεις που είχαν αυτοί προς την εταιρεία που τους απασχολούσε εκεί ολόκληρο τον χρόνο και όχι περιστασιακά όπως έκανα εγώ στην αρχή.
Όταν τελείωναν όμως απ’ αυτές τις υποχρεώσεις, ή όταν ενδιάμεσα έβρισκαν ελεύθερο χρόνο, τότε και μόνον τότε ερχόταν να εξυπηρετήσουν εμένα και τις δικές μου ανάγκες, αν και τότε δεν ήταν πολλές αυτές.
Η διάθεση των εργατών να εξυπηρετήσουν κι εμένα, ήταν δική τους επιλογή, γι’ αυτό και ευχαρίστως ανέλαβαν την δουλειά που τους ζήτησα, για να μη κάθονται στα κενά διαστήματα της ημερήσιας απασχόλησης τους στον χώρο και γιατί η ανταγωνίστρια εταιρεία που τους έχει μόνιμα απασχολημένους εκεί, δεν μπορούσε να τους απαγορεύσει να εργάζονται και για άλλους αν το ήθελαν.
Από την στιγμή που εμφανίστηκα εγώ όμως και άρχισα να τους προσθέτω δουλειά πάνω από την προϋπάρχουσα, έπρεπε ή να την αρνηθούν, ή να γίνουν περισσότεροι εκεί, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς και τις επιπλέον ανάγκες που τους προέκυψαν.
Ο εργολάβος που είχε οργανωμένους τους εν λόγω εργάτες στην δική του επιχείρηση, κανόνισε έτσι τα πράγματα, ώστε να διαθέτει τόσους απ’ αυτούς στον χώρο του σταθμού, όσους ήταν αρκετοί για τις δουλειές που μέχρι τότε είχε αναλάβει.
Όταν όμως εγώ του πρόσθετα σιγά, σιγά επιπλέον δουλειές, έτρεχε αυτός έξω από τον χώρο του σταθμού και από εκεί έφερνε ενισχύσεις από ελεύθερους εργάτες, τους οποίους με δική του ευθύνη υποσχόταν να εξασφαλίσει το μεροκάματο τους.
Ωστόσο, δεν τους έβρισκε πάντα εύκολα και αυτό είχε πρωτίστως επιπτώσεις στις δικές μου υποχρεώσεις, αφού εκ των πραγμάτων πια όπως καταλαβαίνετε ήμουν υποχρεωμένος να περιμένω μέχρι και αργά το απογεύματα την απελευθέρωση τους από τις άλλες τους υποχρεώσεις και μετά να έρθουν σ’ εμένα να κάνουν τις δικές μου.
Και οι οδηγοί με τις νταλίκες περίμεναν μαζί με μένα όλη την ημέρα στον σταθμό την απελευθέρωση των εργατών, προκειμένου να ξεφορτώσουν τα αυτοκίνητα τους στα βαγόνια και επειδή αυτό δεν ήταν ότι το καλύτερο γι’ αυτούς, αγανακτούσαν με τον τρόπο που έκανα εγώ τις φορτοεκφορτώσεις μου, γι’ αυτό και όταν από κάποιο εργοστάσιο τους έστελναν να μας φέρουν τα προς εξαγωγή προϊόντα τους εκεί, δεν δεχόταν την μεταφορά που τους πρότειναν.
Σκεπτόμενος ο εργολάβος, όλους αυτούς τους παραπάνω λόγους, αλλά και την ούτως ή άλλως πολύωρη ταλαιπωρία μου, μου είπε μια μέρα.
– Αν θέλεις να κάνεις την δουλειά σου καλά και όπως πρέπει, τότε καλό θα είναι να συνεργαστούμε στο μέλλον. Εγώ μεν, θα αναλάβω να φέρω εδώ περισσότερους εργάτες, τους οποίους θα εξασφαλίσω εργασιακά κανονικά και με ένσημα, ώστε να τους έχουμε μονίμως εδώ απασχολημένους.
Από σένα όμως θέλω να φροντίσεις, ώστε να φέρουμε και άλλες δουλειές εδώ. Όπως βλέπεις, εκτός απ’ αυτές που εμείς έχουμε και από αυτές που εσύ μας δίνεις, έρχονται εδώ και άλλες δουλειές κατά διαστήματα, οι οποίες διεκπεραιώνονται από ιδιώτες και καμιά εταιρεία σαν την δική σας δεν τις επωφελείται.
Να τους πλησιάσεις λοιπόν αυτούς και να τους ζητήσεις να αναλάβουμε εμείς, όχι μόνον τα διαδικαστικά θέματα, αλλά και τις φορτοεκφορτώσεις που χρειάζονται για τις δουλειές τους, αυτές που μέχρι στιγμής τις κάνουν με την συμμετοχή των ανίδεων εργατών που φέρνουν από έξω, οι οποίοι τόσες ζημιές αλλά και τόσες ατασθαλίες τους προκαλούν από άγνοια, αφού δεν ξέρουν πώς να μεταφορτώσουν προϊόντα που πρόκειται να εξαχθούν.
Για να μπορέσεις δε να τις πάρεις εύκολα αυτές από τους ιδιοκτήτες τους και να τις εντάξεις στο κοινό μας πρόγραμμα, θα σου ετοιμάσω μια τέτοια τιμή για τα εργατικά έξοδα ανά βαγόνι να τους δώσεις, που θέλοντας και μη αυτοί, θα σου τις παραχωρήσουν.
Καλά θα κάνεις όμως να μας φέρεις εδώ εκτός από αυτές και ακόμη περισσότερες δουλειές, από όπου εσύ πρέπει να ξέρεις που θα τις βρεις. Εφόσον θα έχουμε εδώ σταθερή δουλειά κάθε μέρα, τότε θα έχουμε και σταθερό, αλλά και μόνιμο εργατικό προσωπικό στην διάθεσή μας.
Αν αποκτήσουμε αυτόν τον συνδυασμό που σου λέω, τότε θα έχουμε και την δυνατότητα να φέρουμε σε πέρας και ανά πάσα στιγμή, όποιες και όσες δουλειές μας φέρεις εδώ στον σταθμό.
Μας απασχολεί από καιρό τώρα αυτή η εκδοχή και επειδή διαπιστώσαμε ότι κι εσένα σ’ ενδιαφέρει να κάνεις σωστά την δουλειά σου, μελετήσαμε το ενδεχόμενο να κάνουμε μαζί σου αυτήν την κίνηση και δεν σου κρύβω, ότι δοκιμάσαμε την αξιοπιστία σου πριν καταλήξουμε σ’ αυτό το συμπέρασμα.
Αποβλέποντας λοιπόν στην εξασφάλιση του δικού μας σταθερού μεροκάματου, σου εμπιστευόμαστε τις σκέψεις μας και ελπίζουμε ότι με λίγη καλή θέληση, αλλά και με λίγη κατανόηση από μέρους σου, θα καταφέρεις στο τέλος να φέρεις αρκετή δουλειά εδώ για όλους μας.
Όπως ξέρεις, εμείς είμαστε αγράμματοι άνθρωποι και όλα αυτά που σου ζητάμε να κάνεις αντί για μας, δεν είναι πράγματα που θα μπορούσαμε να τα κάνουμε από μόνοι μας. Εργάτες ήμαστε και ως τέτοιοι, το μόνο που ξέρουμε να κάνουμε, είναι να φορτοεκφορτώνουμε εμπορεύματα.
Γι’ αυτό λοιπόν, φρόντισε να ενδιαφερθείς εσύ σήμερα, ώστε να αποκτήσουμε εμείς αύριο την δυνατότητα να συντηρήσουμε με αξιοπρέπεια τις οικογένειές μας κι εμείς σου υποσχόμαστε, ότι θα μείνουμε στο πλευρό σου για ότι μας ζητήσεις να κάνουμε ως εργάτες από εκεί και μετά.
Αν όμως δεν καταφέρεις να κάνεις αυτά που σου ζητάμε, ώστε να δικαιολογήσουμε κι εμείς τον λόγο που πρέπει να γίνουμε πολλοί, από τώρα να το ξέρεις αυτό, θα έχουμε πρόβλημα. Και θα έχουμε πρόβλημα, γιατί μ’ αυτό το μικρό εργατικό σχήμα που μέχρι τώρα βλέπεις να διαθέτουμε εδώ, δεν θα μπορούμε πλέον να ανταποκριθούμε επαρκώς στις ανάγκες σας, όσο και αν το θέλουμε, αφού ήδη δυσκολευόμαστε.
Εσύ πρώτα απ’ όλα το πληρώνεις αυτό, αφού αναγκάζεσαι να περιμένεις πότε θα τελειώσουμε εμείς από τις άλλες μας υποχρεώσεις και μετά να αναλάβουμε και τις δικές σας.
Άκουσα με πολύ προσοχή την καθαρή εξήγηση του εργολάβου και αφού κατάλαβα πολύ καλά το σκεπτικό τους, αμέσως του είπα.
– Χίλιες φορές να κάνω κάτι για σας τους απλούς οικογενειάρχες και ας δουλεύω εγώ είκοσι ώρες την ημέρα. Κι εφόσον μαζί με τα δικάσας, θα εξασφαλιστούν και τα συμφέροντα της εταιρείας που με διαθέτει εδώ ως εργαζόμενο, σου υπόσχομαι ότι θα πάω στα γραφεία μας ένα απ’ αυτά τα απογεύματα και θα εκθέσω το σκεπτικό σας στους διευθυντές μας.
Μαζί με αυτά, Θα τους μιλήσω και για την πρόταση που μου έκανες, να διεκδικήσουμε δηλαδή αυτές τις δουλειές που καταλήγουν εδώ χωρίς να μεσολαβεί εταιρεία μεταφορών και εξαιτίας της άγνοιας των ιδιοκτητών τους, ένα σωρό προβλήματα προκαλούν στον εαυτό τους.
Όταν ενημερωθούν οι διευθυντές μας γι’ αυτές τις δουλειές, είμαι βέβαιος ότι θα εξετάσουν το ενδεχόμενο να τους προκύπτει κάποιο οικονομικό ενδιαφέρον από αυτές και όταν το δουν αυτό, τότε είναι σίγουρο ότι θα τις διεκδικήσουν.
Για να διευκολύνουμε όμως την προσπάθεια τους, μετά από μένα θα πρέπει να πας κι εσύ στα γραφεία μας, ώστε να τους κάνεις μια επίσημη προσφορά για τα εργατικά φορτοεκφόρτωσης στα βαγόνια, αφού μέχρι τώρα χάρη μας κάνεις που ασχολείσαι μαζί μας.
Θα πρέπει λοιπόν να παρουσιαστείς ως εργολάβος εκεί και ως τέτοιος να τους δώσεις επίσημη προσφορά εργατικών, ώστε κι εσένα να υπολογίζουν αυτοί κι εσύ να είσαι υπεύθυνος για όσα θα τους υποσχεθείς.
Για να έχεις όμως το αναμενόμενο αποτέλεσμα, θα πρέπει η προσφορά σου να είναι τέτοια, που να συμφέρει αυτούς πρώτα και μετά εσένα. Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, θα πρέπει να δώσεις άλλη τιμή για τα μικρά και άλλη για τα μεγάλα βαγόνια, εφόσον αυτά θέλουν περισσότερο κόπο προκειμένου να φορτωθούν.
Εκτός αυτού. Να τους προτείνεις και μια προσφορά ανά τόνο, για τα πολύ βαριά πράγματα. Γι’ αυτά δηλαδή που θα υπερβαίνουν τους είκοσι τόνους ανά βαγόνι και θα κουράζουν πολύ περισσότερο τους εργάτες σου φορτώνοντας τα.
Διαμορφώνοντας δε το κοστολόγιο σου, καλά θα κάνεις να προσθέσεις κάτι παραπάνω σ’ αυτό, το οποίο να ισοδυναμεί το πολύ με είκοσι δραχμές ανά βαγόνι. Αυτό το εικοσάρικο, φρόντισε να τους το παραχωρήσεις εσύ πρώτος και από μόνος σου, αφού είναι σίγουρο ότι θα σου το ζητήσουν. Μ’ αυτήν την πρωτοβουλία, θα τους δηλώσεις πριν απ’ όλα, ότι όχι μόνον ξέρεις τι κάνεις, αλλά και σε ποιους απευθύνεσαι.
Σου τα λέω όλα αυτά για να προστατεύσω και τα δικά σου συμφέροντα, γιατί αν θα πας εκεί απροετοίμαστος και την δουλειά μας δεν θα κάνουμε και βοήθεια από αυτούς, σίγουρα δεν θα έχουμε.
Αν δεχθούν την προσφορά σου, να τους πεις ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μόνον μπορείτε να μου στέλνετε δουλειές στον σταθμό και ότι μόνον έτσι θα είμαι εγώ έτοιμος εκεί και σε θέση να τις αναλάβω. Και θέλω να έχω γραπτή συμφωνία μαζί σας, ώστε να ετοιμάσω κι εγώ στα σίγουρα τα απαραίτητα συνεργεία των εργατών που θα σας διαθέτω.
Μετά από αυτά που θα τους πεις, κοίταξε να κάνεις οπωσδήποτε τον αγράμματο και να τους αφήσεις χρόνο ώστε να τα σκεφτούν όλα πριν σου απαντήσουν. Όταν όμως αποφασίσουν να συνεργαστούν επίσημα μαζί σου, θα το μάθουμε αμέσως, αφού σε μένα θα δώσουν την εντολή να δω το θέμα. Από εκεί και μετά να μη στεναχωριέστε για τίποτε, γιατί εγώ θα σας έχω συνεχώς σε δουλειά.
Θα χρειαστώ όμως την βοήθειά σας. Όπως βλέπετε, είμαι μόνος μου εδώ και μόνος δεν θα τα προλαβαίνω όλα. Και να με βοηθάτε εσείς, εγώ πάλι θα αναγκάζομε να μένω εδώ μέχρι αργά το βράδυ, αλλά και μέχρι τα χαράματα θα χρειαστεί να μένω κάθε μέρα προκειμένου να ανταπεξέρχομαι των υποχρεώσεων μου.
Αν κάνω λοιπόν την παρέμβαση μου στα γραφεία μας και καταλήξουν αυτοί στο να πάρουν τις δουλειές που εσείς θέλετε, εμένα όπως καταλαβαίνετε, θα μου προκύψει επιπλέον δουλειά από την ήδη υπάρχουσα.
Αντί να φορτώνω δύο, ή τέσσερα βαγόνια την ημέρα, θα φορτώνω είκοσι, ενδεχομένως και πάνω από τριάντα. Το ίδιο θα κάνω και με τις φορτωτικές. Αντί να καταθέτω δύο, θα καταθέτω τριάντα δύο από αυτές στα γραφεία του σταθμού, έστω και αν αυτό χρειαστεί να το κάνω τα ξημερώματα.
Αυτά είπα στον εργολάβο και υπακούοντας αυτός στις υποδείξεις μου, την άλλη μέρα κιόλας το πρωί, πήγε την προσφορά του στα γραφεία μας όπου και μίλησε κατά τα συμφωνηθέντα. Όταν επέστρεψε όμως από εκεί, μου έλεγε ικανοποιημένος.
– Ρε συ; Όπως μου τα είπες, έτσι και έγινε. Καλά που μου είπες να βάλω κάτι παραπάνω γι’ αυτούς. Αφού τα δέχτηκαν όλα, είπαν στο τέλος ότι θα σκεφτούν την πρόταση μου και ότι θα με απαντήσουν με σένα το συντομότερο.
Δεν άργησαν και πολύ όμως αυτοί, γιατί ήρθε αμέσως σ’ εμένα η απάντηση τους.
– Σίγουρα μπορείς να αναλάβεις αυτές τις δουλειές που μας ζήτησες να εξετάσουμε; Εμείς ήρθαμε σε επαφή με αυτούς που τις έχουν και τους δώσαμε την προσφορά μας. Έγινε αμέσως αποδεκτή αυτή αφού ήταν οικονομικότερη από τις άλλες που είχαν στα χέρια τους και αφού έχουμε την συγκατάθεση των εργατών, αυτό που μας μένει τώρα, είναι να μας βεβαιώσεις εσύ, ότι όντως μπορούμε να τις αναλάβουμε.
Εγώ τους ζήτησα να κάνουν αυτήν την κίνηση, ήταν δυνατόν να αδυνατούσα να την αναλάβω; Τους το βεβαίωσα όμως, ώστε να αισθάνονται ασφαλείς.
– Αφού εγώ ζήτησα από σας να εξετάσετε αυτό το θέμα. Μπορώ τώρα να σας πω ότι δεν μπορώ να αναλάβω την εκτέλεση του; Δεν μου είπατε όμως, αν θα μου στείλετε εκεί κάτω στον σταθμό κάποιον από σας, ώστε να με βοηθήσει.
– Ξεκίνα εσύ μου είπαν αυτοί και θα το δούμε αυτό στην πορεία.
Όταν με προσέλαβαν, ήμασταν όλοι και όλοι δέκα υπάλληλοι στα γραφεία μας. Μετά από ένα εξάμηνο όμως, γίναμε είκοσι. Σ’ αυτό το διάστημα, μου έστειλαν τρεις βοηθούς στον σταθμό τον έναν μετά τον άλλον. Δυστυχώς για μένα όμως, αυτοί, ούτε να με βοηθήσουν μπορούσαν, αλλά ούτε και να με παρακολουθήσουν.
Ανεξάρτητα απ’ αυτό όμως, κάθε μέρα μου έστελναν από τα γραφεία και άλλη δουλειά εκεί κάτω και αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το να μπαίνω εγώ στον χώρο του σταθμού όπως είπα στις πέντε το πρωί και να φεύγω από εκεί στις δύο το άλλο πρωί προκειμένου να τις ανταπεξέλθω μόνος.
Μαζί με μένα, λαχάνιαζαν και οι εργάτες τρέχοντας, στην προσπάθεια τους να κάνουν γρήγορα και έγκαιρα τις καθημερινές τους φορτοεκφορτώσεις και επειδή ήταν όντως πολλές αυτές εξαιτίας των επίσης πολλών εργασιών που μας προέκυψαν, αναγκαστικά πια έγιναν πολλοί και αυτοί.
Γέμισε από εργάτες με λίγα λόγια ο χώρος του σταθμού προκειμένου να πετύχουμε τον σκοπό μας και επειδή δεν ήταν πια εύκολο να ανταποκριθούμε ελεγχόμενα και με ασφάλεια των υποχρεώσεων μας προς τους πελάτες μας, αλλά και προς στις δουλειές που μας εμπιστεύτηκαν, υποχρεωτικά πλέον έπρεπε να φύγουμε από εκείνον τον μικρό χώρο, για τον λόγο ότι προκαλέσαμε το αδιαχώρητο με τις φορτοεκφορτώσεις μας.
Για να ανακουφιστούμε λοιπόν όλοι εμείς, αναμόχλευσα ξανά εκείνο το θέμα του χώρου που προ μηνός περίπου ζήτησα από την υπηρεσία του ΟΣΕ να μου διαθέσει, γι’ αυτό και άρχισα να τρέχω πάλι από γραφείο σε γραφείο και από υπηρεσία σε υπηρεσία ελπίζοντας να πάρω έγκριση, προκειμένου να μεταμορφώσω έναν δικό τους εγκαταλειμμένο από το σαράντα χώρο, σε χώρο φόρτωσης για μένα και χρήσιμο για τον ΟΣΕ, με έξοδα της εταιρείας για την οποία εγώ εργαζόμουν.
Μάλλιασε η γλώσσα μου βέβαια να λέω τα ίδια και τα ίδια και πρήστηκαν τα πόδια μου να τρέχω από τον σταθμό στην διεύθυνση τους γι’ αυτόν τον σκοπό, αλλά στο τέλος τα κατάφερα. Αφού έπεσαν και τα σχετικά φακελάκια στους υπευθύνους, μου έδωσαν τελικά το ελεύθερο αυτοί να μετατρέψω αυτόν τον άχρηστο δικό τους χώρο, σε χώρο χρήσιμο για όλους όσους εκτός από μένα θα τον χρειαζόταν μελλοντικά.
Από το εβδομήντα δύο που εγώ τον διαμόρφωσα, μέχρι και σήμερα που μιλούμε γι’ αυτόν, παραμένει για όλους χρήσιμος αυτός ο χώρος, που τον οικειοποιείται ο ΟΣΕ αφού είναι δικός του, έστω και αν δυσκολεύτηκαν τότε να πειστούν οι διευθυντές του, για την αξία που θα είχε στο μέλλον η μεταμόρφωση του.
Μέχρι και μια πολύ μεγάλη υψικάμινο που υπήρχε στο μέσον εκείνου του χώρου υποχρεώθηκαν να γκρεμίσουν, στην προσπάθεια τους να συμβάλλουν έμπρακτα και αυτοί στις δικές μας ανάγκες, αφού ελλείψη της υψικαμίνου, μπορούσαν πλέον να τοποθετήσουν νέο και απ’ αρχής δίκτυο σιδηροδρομικών γραμμών εντός εκείνης της αρκετά ευρύχωρης επιφάνειας, πράγμα που βεβαίως και έκαναν.
Όταν πια ολοκληρώθηκαν αυτές οι γραμμές και τις είχα πλέον στην διάθεση μου, τότε έκανα κι εγώ την πρώτη κατανομή των δικών μου εργασιών. Μετέφερα δηλαδή εκεί πρώτα από όλα, όλες τις φορτοεκφορτώσεις που είχα να κάνω και αφορούσαν την μεταφορά προϊόντων με κοντέινερ πάνω στα βαγόνια, τα οποία ξεπερνούσαν τότε σε αριθμό και τα τριάντα ημερησίως.
Τα προϊόντα δε που εξήγαμε από εκείνο το σημείο, ήταν τοματοπολτός και κομπόστες σε κονσέρβες, τα οποία είχαν για προορισμό τους την Γερμανία. Και κρασί χύδην σε βυτία κοντέινερ μεταφόρτωνα εκεί με προορισμό την Σουηδία, το οποίο κάναμε εισαγωγή για λογαριασμό των Σουηδών, από την Τουρκία.
Στον ανατολικά του Σταθμού χώρο, εκεί δηλαδή που ήταν και οι ράμπες, όρισα να γίνονται οι φορτώσεις με τα καπνά, τις κουβέρτες, τις ανοξείδωτες λεκάνες και τα διάφορα εμπορεύματα, αυτά που σε μικρές αποστολές μου έφερναν εκεί οι πελάτες μας, τα οποία είχαν για προορισμό τους την Γερμανία και την Ελβετία, αλλά και τις ανατολικές χώρες. Τα βαγόνια που φόρτωνα εκεί, ήταν είκοσι περίπου ημερησίως.
Στο ίδιο ανατολικό σημείο, έκανα τις φορτοεκφορτώσεις παραλαβής γεωργικών εισαγόμενων μηχανημάτων από την Ιταλία, τα οποία μεταφερόταν με βαγόνια εκεί και ήταν πάνω από δέκα κάθε φορά, αλλά μέρα παρά μέρα.
Στον παράπλευρο από τις ράμπες πολύ μικρό και ελεύθερο χώρο, έβαλα τους εργάτες να κάνουν τις μεταφορτώσεις από δέκα έως δεκαπέντε βαγόνια κάθε μέρα σε σαράντα φορτηγά, τα ξύλινα διαλυμένα κασάκια, αυτά που εισήγαμε από την Ρουμανία, κατόπιν εντολής κάποιου πελάτη μας από το Άργος.
Αφού τα συναρμολογούσε αυτός εκεί, τα χρησιμοποιούσε μετά στο δικό του συσκευαστήριο, προκειμένου να βάζει εντός αυτών, τα προς εξαγωγή εσπεριδοειδή του, λεμόνια και πορτοκάλια δηλαδή, τα οποία και μας έστελνε στην συνέχεια με νταλίκες στον σταθμό της πόλης μας, προκειμένου να τα εξάγουμε εμείς με βαγόνια προς την Γερμανία και τις τότε ανατολικές χώρες, για λογαριασμό των δικών του πελατών. Αυτά δε τα βαγόνια, ήταν πάνω από είκοσι κάθε μέρα.
Στην εσωτερική πλατεία του σταθμού και εκεί όπου ήδη υπήρχε το αδιαχώρητο, άφησα να γίνονται οι φορτοεκφορτώσεις εξαγωγής που αφορούσαν τα βαμβάκια και τα ράκη με προορισμό τουν την Ιταλία, αλλά και τα εσπεριδοειδή βεβαίως πάνω σε ξύλινα βαγόνια, που μόνον αυτά ήταν πάνω από δεκαπέντε βαγόνια ημερησίως.
Για όλες αυτές τις φορτοεκφορτώσεις λοιπόν, ήταν επιβεβλημένη η προσοχή όλων μας, αλλά αυτές που αφορούσαν τα εσπεριδοειδή, απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Αυτές; Τις ανέθεσα στους παλιούς και έμπειρους εργάτες να μου τις κάνουν, θέλοντας να τις εξασφαλίσω από κάθε πλευρά, αλλά και από το ενδεχόμενο να γίνουν ανεπιθύμητα λάθη.
Λόγω της δυσκολίας που είχε τότε το όλο θέμα της εξαγωγής και ειδικά αυτό των ευπαθών προϊόντων, όπως ήταν τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, ήταν απαραίτητη η προσοχή όλων μας, γιατί και το παραμικρό δικό μας λάθος στους αριθμούς των τεμαχίων, των βαγονιών και των φορτωτικών εγγράφων, μπορούσαν από απροσεξία να προκαλέσουν ανυπέρβλητα προβλήματα.
Ανάμεσα σε όλα αυτά όμως, είχα να κάνω και αναπαγώσεις στα ψυγεία βαγόνια, αυτά που από τον σταθμό της Αθήνας παραλάμβανα την νύχτα πάντα, προκειμένου να συμπληρώσω παγοκολόνες στις ειδικές θέσεις τους, στην προσπάθεια μας να στείλουμε φρούτα με ελεγχόμενη θερμοκρασία στους προορισμούς τους.
Ούτε και αυτά ήταν λιγότερα από δέκα βαγόνια κάθε βράδυ και όπως σας το ανέφερα αυτό, δεν έφερα απλώς και μόνον πολύ δουλειά στα χέρια των συνεργείων των πολυάριθμων πια εργατών, αλλά τους τρέλανα στην κυριολεξία από δουλειά, την οποία κι εγώ βεβαίως έτρεχα να προλάβω για όλους, αλλά και να διεκπεραιώσω.
Κοπίαζαν βέβαια αυτοί δουλεύοντας, αλλά και τα έσοδα τους ήταν παραπάνω από ανάλογα. Ευχαριστημένοι λοιπόν αυτοί από το οικονομικό τους αποτέλεσμα, έλεγαν σ’ εμένα μια μέρα σε κάποιο από τα πολύ λιγοστά τους διαλύματα.
– Δεν μπορούμε να το ανεχτούμε αυτό περισσότερο. Όσο και αν το μελετούμε. Όσο και αν το παιδεύουμε. Ένα είναι σίγουρο. Καθόλου δεν μας αρέσει αυτό που γίνεται με σένα, γιατί δεν είναι δίκαιο.
Ενώ εμείς έχουμε τόσα πολλά έσοδα από την δική σου συμπαράσταση στις δικές μας ανάγκες για δουλειά και ενώ εσύ όντως φροντίζεις για μας και για την εταιρεία που σε διαθέτει εδώ, δεν πληρώνεσαι από αυτήν όπως σου ταιριάζει.
Ξαφνιάστηκα με όσα άκουσα, γιατί δεν περίμενα να βρω ευαισθητοποιημένους εκείνους τους εργάτες, αφού οι προσωπικές τους ανάγκες, δεν επέτρεπαν και πολλά περιθώρια συμπαράστασης, για ξένα προς αυτούς προβλήματα.
Μου άρεσε το ότι αφιέρωσαν χρόνο από την ζωή τους εκείνοι οι απλοί άνθρωποι και σκέφτηκαν το δικό μου πρόβλημα, αλλά και δεν ήθελα να τους δώσω λόγο για το τι έκανα εγώ, γι’ αυτό και τους αποπήρα κάπως λέγοντας τους.
– Δεν είναι ρε σεις αυτό δικό σας πρόβλημα. Κάντε την δουλειά σας εσείς καλά και μη βλέπετε τι κάνω εγώ.
– Όχι απάντησαν αυτοί. Εμείς δεν μπορούμε να βλέπουμε αυτήν την αδικία. Γι’ αυτό λοιπόν και αποφασίσαμε, ώστε να σε λογαριάζουμε έναν από μας στο εξής. Όπως εσύ φορτώθηκες για μας με τόσες πολλές δουλειές, έτσι και εμείς από το σύνολο των εσόδων που έχουμε, θα σου βγάζουμε ένα μερίδιο, όπως ακριβώς κάνουμε και για τον καθένα από μας.
Αν δεν το δεχθείς αυτό, θα μας κατηγορούν όλοι οι άλλοι εργάτες ως αχάριστους κι εμείς πρέπει να το ξέρεις αυτό, δεν ήμαστε τέτοιοι άνθρωποι. Γι’ αυτό λοιπόν, πρέπει να δεχτείς την απόφαση μας.
Το σκέφτηκα για λίγο, αλλά για πολλούς λόγος δεν ήθελα να δεχθώ μια τέτοια κίνηση, γιατί όπως το έβλεπα αυτό να γίνεται, δεν θα μπορούσα μετά να σταματήσω να τους φέρνω δουλειές και αυτός ο ρυθμός απασχόλησης, όσο και αν ήταν αποδοτικός, άλλο τόσο θα ήταν και εξουθενωτικός για μένα.
Αν κουραζόταν αυτοί κάποια στιγμή από την πολλή δουλειά, όπως και αν χόρταιναν από τα ικανοποιητικά προκύψαντα έσοδα τους, θα μπορούσαν ανά πάσαν στιγμή να φύγουν από τον σταθμό και την θέση τους ευχαρίστως θα την έπαιρναν άλλοι.
Εγώ όμως; Θα παρέμενα ο ίδιος στην ίδια δύσκολη και υπερβολικά κοπιαστική θέση και από υποχρέωση προς αυτούς, δεν θα μπορούσα να φύγω. Αυτό όπως πολύ καλά το υπολόγιζα, θα είχε επιπτώσεις στην υγεία μου, όσο και αν επέμεναν αυτοί να μου λένε ότι θα με βοηθούν όπου χρειάζομαι βοήθεια, ώστε να μη κουράζομαι και τόσο πολύ.
Τους άρεσε το γεγονός ότι είχαν πάντα πολλή δουλειά, όπως και με πολύ καλό εισόδημα, γι’ αυτό και σαν απλοί εργάτες που ήταν οι άνθρωποι, δεν ήθελαν να χάσουν αυτό που τόσα χρόνια έψαχναν και πουθενά δεν το έβρισκαν εύκολα.
Με πίεζαν ωστόσο να δεχθώ την πρόταση τους, βάζοντας σαν πρόσχημα το ότι θα δούλευαν μ’ αυτόν τον ρυθμό, μόνον για λίγα χρόνια και αυτό πάλι έως ότου αυτοί παντρέψουν τα παιδιά τους, γιατί όλοι τους με τις ίδιες υποχρεώσεις ήταν εκεί.
Στο μερίδιο του καθενός απ’ αυτούς και για όλες τις φορτοεκφορτώσεις που έκαναν μέσα σε μια εβδομάδα, έπεφτε να παίρνουν πάνω από δύο χιλιάρικα σε δραχμές, ποσό που ήταν πολλά λεφτά τότε για πολλούς διευθυντές και όχι για εργάτες, αν υπολογίσει κανείς ότι ο προϊστάμενος του ΟΣΕ, έπαιρνε τότε χίλιες διακόσιες δραχμές τον μήνα και ήταν καλά αμειβόμενος.
Αφού δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά όμως, δέχτηκα τελικά την προσφορά τους και μ’ αυτήν την συμφωνία μπροστά στο καθημερινό μου πλάνο, βρέθηκα να είμαι εγώ περισσότερο συνεργάτης των εργατών και καλά αμειβόμενος, παρά υπάλληλος της εταιρίας που με διέθετε εκεί, οι διευθυντές της οποίας δεν ήταν σε θέση να χειριστούν καλύτερα από τους εργάτες τις δυνατότητες μου, αν και ήμουν εμφανώς κατά πολύ προσοδοφόρος και για τα δικά τους συμφέροντα.
Όχι μόνον τους στερέωσα εκεί, που αυτοί ούτε μια μέρα μπορούσαν να σταθούν, αλλά και από τα ανέλπιστα γι’ αυτούς, τους πολλαπλασίασα τις δουλειές σ’ εκείνον τον σταθμό, που τόσο τις ήθελαν και δεν τις είχαν.
Αυτοί όμως; Δεν έκαναν τίποτε άλλο, εκτός από το να ενδιαφέρονται μόνον, για το πόσα θα έπαιρναν για τον εαυτό τους. Με πείραζε πολύ το γεγονός ότι έγινα συνεργάτης των εργατών, γιατί δεν πήγα να εργασθώ σ’ αυτήν την εταιρεία, για να υπάρχω μεσοβέζικος συνεργάτης εργατών, αλλά για να διεκδικήσω μια θέση σ’ αυτήν και ανάλογη των όσων μπορούσα να είμαι χρήσιμος για όλους.
Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος άλλωστε, που δεν πήγαινα πλέον να πάρω ούτε και τον μισθό μου, αν δεν περνούσαν τουλάχιστον τρεις μήνες και αν δεν απηύδηζε η ταμίας να με προσκαλεί στα γραφεία, προκειμένου να τακτοποιήσω τους λογαριασμούς μου.
Θύμωσα μαζί τους όπως καταλαβαίνεται και ο θυμός μου, μόνον σ’ εκείνο το οικονομικό θέμα μπορούσε να εκτονωθεί, γι’ αυτό και αγνοούσα τον μισθό που μου έδιναν, αν και δεν ήταν ευκαταφρόνητος, αφού έπαιρνα τρείς χιλιάδες επτακόσιες εβδομήντα δραχμές τον μήνα.
Μιχάλης Αλταλίκης