Ο Αγανακτισμένος Οδηγός

καστανιά-βέρμιο  Είχαμε το δικό μας πρόγραμμα όμως εμείς, γι’ αυτό και μετά από τις καλοκαιρινές μας διακοπές στην θάλασσα, ετοιμαζόμασταν σύμφωνα με αυτό κατάλληλα, ώστε να αντιμετωπίσουμε και την επόμενη φάση των διακοπών μας, αυτήν δηλαδή που προέβλεπε και λίγες μέρες παραμονής στο βουνό και δη στο χωριό της πεθεράς μου, το ωραίο Βελβεντό δηλαδή.

 Προκειμένου να ετοιμαστούμε γι’ αυτή την φάση λοιπόν, κάναμε μιας εβδομάδας ανάπαυλα όπως πάντα στο σπίτι μας επιστρέφοντας από την θάλασσα κι αφού εξοπλιστήκαμε ειδικά εκεί για την αντιμετώπιση της παραμονής μας στο βουνό, στο τέλος της εβδομάδας που διανύαμε και το απόγευμα του Σαββάτου συγκεκριμένα, ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας.

 Εγώ και η έγκυος γυναίκα μου δηλαδή ξεκινήσαμε εκείνο το απόγευμα κι αφού επιβιβαστήκαμε στο φορτηγάκι που μας παραχώρησε γι’ αυτόν τον σκοπό ο πεθερός μου, κατευθυνόμασταν προς την Κοζάνη, όπου και χωροταξικά ανήκει το Βελβεντό.

  Στην συνέχεια, φτάσαμε αισίως μέχρι την επίσης ωραία Βέροια κι αφού βγήκαμε κι από τα δικά της όρια ακολουθώντας τον παλιό δρόμο που μοναδικά τότε την συνέδεε με την Κοζάνη, ανεβαίναμε με πολύ προσοχή την διαδρομή που ακόμη υπάρχει στο βουνό που μεσολαβεί, η οποία και μας οδηγούσε στην περιοχή που αναφέρομαι.

  Εμείς βέβαια, κάναμε εσκεμμένα με πολύ προσοχή την συγκεκριμένη ορεινή διαδρομή, λόγω του ότι έχει να μας διαθέσει πολλές κι επικίνδυνες κλειστές στροφές ανεβαίνοντας κι άλλες τόσες κατεβαίνοντας το βουνό.

 Αλλά και η εγκυμοσύνη της γυναίκας μου μας υποχρέωνε να προσέχουμε πως οδηγούμε, αφού η αντιμετώπιση εκείνων των στροφών δεν ήταν εύκολη υπόθεση και προπαντός, δεν ήταν να τις περάσει κανείς με ανεξέλεγκτη ταχύτητα.

 Οδηγούσα μεν εγώ προσεκτικά, αλλά και δεν πήγαινα σιγά. Όπως έκανα πάντα δηλαδή, ακολουθούσα μεν την διαδρομή μου σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις αντοχές του δρόμου, αλλά στο μάξιμουμ των αντοχών τους και λίγο παραπάνω από αυτές θα έλεγα, ώστε να μην ενοχλώ κανέναν συμπορευόμενο οδηγό.

 Ότι κι αν έκανα όμως, το έκανα εις γνώσιν μου και καθόλου δεν αδιαφορούσα για τις δυνατότητες που είχε το αυτοκίνητο που οδηγούσα. Ήξερα δηλαδή τι να ζητήσω από αυτό και προπαντός ήξερα, αν αυτό μπορούσε να ανταποκριθεί επαρκώς και με ασφάλεια για εμάς τους δύο επιβαίνοντας.

 Μονίμως κάνω το ίδιο και πάντα σέβομαι το αυτοκίνητο που οδηγώ και ποτέ δεν το αναγκάζω να κάνει πράγματα που δεν μπορεί. Αν υπάρχει ανάγκη όμως, μπορώ να οδηγώ πολύ πιο γρήγορα και να παραβιάσω πολλά αν χρειασθεί. Πάντα όμως με πάρα πολύ προσοχή.

  Την ημέρα που αναφέρομαι λοιπόν, ενώ εγώ οδηγούσα το αυτοκίνητο μου στο βουνό με τις πολλές στροφές κατά την δική μου συνήθεια κι εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκα να προσπεράσω αρκετούς που δεν είχαν λόγο να βιάζονται, είδα από τον καθρέπτη τον τελευταίο από αυτούς να με ακολουθεί μετά από λίγο κι από πολύ κοντά μάλιστα.

 Οδηγούσε ένα πολύ μικρό σε ιπποδύναμη αυτοκίνητο και ούτε με προσπερνούσε με αυτό αφού δεν μπορούσε, αλλά και πολύ επικίνδυνα με ακολουθούσε από πολύ κοντά όπως είπα.

 Προφανώς θίχτηκε ο εγωισμός του έλεγα στον εαυτό μου για να δικαιολογήσω τις δικές του ενέργειες και προκειμένου να βρίσκεται πίσω μου τουλάχιστον μ’ εκείνο το μικρό αυτοκίνητο και στην απόσταση που αυτός ήθελε να με ακολουθεί, ζόριζε τόσο πολύ το αυτοκίνητο του, που το βουητό της μηχανής του τάραζε την περιοχή.

 Ο συγκεκριμένος δρόμος ήταν και εξακολουθεί να παραμένει στενός, γι’ αυτό και δεν είναι εύκολο να κάνει κανείς προσπεράσεις ανάμεσα σε τόσες στροφές, αν δεν θέλει να προκαλέσει στον εαυτό του πρώτα και μετά στο αυτοκίνητο του προβλήματα, αλλά και στους άλλους οδηγούς που συμπορεύονται μαζί του.

 Δεν ήξερα αν ήθελε να κάνει ή όχι την προσπέραση που από ώρα έβλεπα να προσπαθεί χωρίς να το μπορεί, αλλά ένα ήταν σίγουρο. Αδιαφορούσε για τις δυνατότητες του αυτοκινήτου του και έκανε πολλές απεγνωσμένες προσπάθειες, ώστε να βρίσκεται τουλάχιστον πίσω μου, για κάποιον λόγο που αυτός ήξερε.

 Από το ζόρι που τραβούσε η μηχανή του αυτοκινήτου του πάντως, κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να διαλυθεί. Εμένα βέβαια δεν με πίεζε κάτι ώστε να κάνω γρηγορότερα από αυτό που ήδη έκανα, αλλά και δεν ήθελα να βάλω σε κίνδυνο την έγκυο γυναίκα μου τρέχοντας χωρίς λόγο, προκειμένου να απομακρυνθώ από αυτόν τον οδηγό που κάτι είχε στο μυαλό του και πιεζόμενος από αυτό, έκανε απερισκεψίες.

 Όσες φορές όμως του άφησα αρκετό χώρο ώστε να με προσπεράσει αν ήθελε παραβιάζοντας τις υποδείξεις του δρόμου, ούτε αυτός, αλλά ούτε και το αυτοκίνητο του είχαν την δυνατότητα να την κάνουν εύκολα και ακίνδυνα γι’ αυτούς.

 Όταν φτάσαμε στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής πάντως, εκεί δηλαδή που υπάρχει και το ομώνυμο εκκλησάκι, άρχισε απότομα να ψιχαλίζει κι όπως ήταν λογικό κι αυτό, έκοψα εγώ για ευνόητους λόγους την ταχύτητα του αυτοκινήτου μου και θέλοντας να προστατέψω και τον οδηγό που με ακολουθούσε, έβγαλα το χέρι μου έξω από το παράθυρο μου και του έκανα νόημα να κάνει και αυτός το ίδιο αν ήθελε.

 Τίποτε όμως δεν καταλάβαινε αυτός, γιατί ακόμη και τότε με πίεζε. Χωρίς να τον απασχολεί ο κίνδυνος δηλαδή, με ακολουθούσε πίσω μου ερχόμενος και σε μια απόσταση, μικρότερη του ενός μέτρου.

 Προκειμένου να αποφύγω το πιθανό πια ατύχημα, έκανα το αυτονόητο. Μόλις εντόπισα λίγο κενό χώρο σε κείνο το σημείο, έκανα επιδεικτικά δεξιότερα, ώστε να του επιτρέψω να με προσπεράσει εύκολα αν ήθελε, πιθανολογώντας μάλλον, ότι όντως είχε λόγους αυτός για να βιάζετε τόσο πολύ.

 Αντί να με ευχαριστήσει όμως, φάνηκε πολύ αγανακτισμένος μαζί μου. Αφού με έβρισε πρώτα χωρίς να ξέρω για ποιο λόγο, συνέχισε μετά να τρέχει κατεβαίνοντας το βουνό πια με τις επίσης πολύ κλειστές στροφές, αδιαφορώντας τελείως για την ολισθηρότητα που είχε εκείνη την στιγμή ο δρόμος.

 Τον ακολουθούσαμε εμείς πλέον και καθώς κατεβαίναμε την διαδρομή μας προς την Κοζάνη πορευόμενοι πίσω του, παρακολουθούσαμε κατ’ ανάγκην κι όλες τις δικές του κινήσεις. Τον έβλεπα δηλαδή να παίρνει πολύ γρήγορα τις τρεις πρώτες στροφές, δεξιά, αριστερά και πάλι δεξιά κι όντως ανησυχήσαμε για την ταχύτητα που επέτρεπε να έχει το αυτοκίνητο του.

 Δεν προλάβαμε όμως να κάνουμε άλλες σκέψεις, γιατί έτσι όπως έτρεχε, στην τρίτη δεξιά στροφή, δεν πρόλαβε να κάνει επαναφορά το τιμόνι του από την αριστερή στροφή που βρισκόταν, γι’ αυτό και βγήκε από τον δρόμο.

 Κι όχι μόνον βγήκε, αλλά βρέθηκε να αιωρείται πετώντας για λίγα μέτρα στο κενό και μετά από αυτό και με γερμένη την μούρη του αυτοκινήτου του προς τα κάτω, χάθηκε στην χαράδρα που διαθέτει η περιοχή.

 Έπεσε προς τα αριστερά μας δηλαδή έτσι όπως κατεβαίναμε το βουνό και καθώς έβλεπα και τις απέναντι από εμάς στροφές, είδα να ανεβαίνει το βουνό ένα αυτοκίνητο της τροχαίας, οι επιβαίνοντες του οποίου έβλεπαν και αυτοί την πτώση του αυτοκινήτου στην χαράδρα.

  Βρισκόμασταν στην ίδια σχεδόν απόσταση από το ατύχημα, γι’ αυτό και  πλησιάσαμε συγχρόνως στο σημείο της πτώσης του κι αυτά μου έλεγε ο αστυνομικός που κατέβηκε πρώτος από το αυτοκίνητο τους.

 – Τι έγινε εδώ ρε;

 – Ό, τι είδες, είδα, του είπα. Κι από ότι φαίνεται, μάλλον δεν πρόλαβε να κάνει επαναφορά το τιμόνι του, γι’ αυτό και έφυγε από τον δρόμο.

 Με άκουσε αυτός, αλλά και κοιτούσε καλά, καλά τον δρόμο. Κι αφού πουθενά δεν έβλεπε να υπάρχουν σημάδια από φρενάρισμα, συμφώνησε μαζί μου, γι’ αυτό και τρέχοντας πίσω μου, ήρθε και στάθηκε δίπλα μου.

 Σταθήκαμε στην άκρη του δρόμου δηλαδή, από όπου παρατηρούσαμε το μικρό αυτοκίνητο να κατεβαίνει την χαράδρα, κουτρουβαλώντας. Και το έκανε αυτό πότε στα όρθια και πότε στα πλάγια.

 Βλέποντας το αυτό ο τροχονόμος, λουκάνικο θα γίνει παρατήρησε και περίμενε τις οδηγίες του συναδέλφου του, αυτού δηλαδή που έμεινε στο αυτοκίνητο τους, προκειμένου να ενημερώσει σχετικά με το ατύχημα την υπηρεσία τους.

 Αμέσως μετά κι ενώ ακόμη βρισκόταν αυτός μέσα στο αυτοκίνητο τους, έδωσε εντολή στον δίπλα από μένα ευρισκόμενο συνάδελφο του να κατέβει με προσοχή την χαράδρα και να βοηθήσει τον οδηγό αν μπορεί, γιατί σίγουρα θα χρειαζόταν την βοήθεια του αυτός, αν βέβαια ζούσε μετά από τόσες τούμπες που έφαγε.

  Υπάκουσε αυτός στην εντολή που πήρε, γι’ αυτό και άρχισε σιγά, σιγά να κατεβαίνει την χαράδρα όπως διατάχτηκε. Όταν τελείωσε όμως κι αυτός που φαινόταν να είναι ο επικεφαλής της ομάδας, από την ενημέρωση που άκουσα να κάνει με τον ασύρματο, βγήκε από το αυτοκίνητο τους και ήρθε να σταθεί δίπλα μου, έτσι ώστε να βλέπει κι αυτός την πτώση του αυτοκινήτου, όπως και το να παρακολουθήσει την προσπάθεια που έκανε ο συνάδελφος του.

 Ωστόσο, το αυτοκίνητο συνέχιζε να κατεβαίνει κουτρουβαλώντας και βρισκόταν στην μέση ακόμη της διαδρομής προς το τέρμα της χαράδρας, το βάθος της οποίας θα πρέπει να ξεπερνούσε ακόμη και τα πεντακόσια μέτρα, αφού όταν πια έφτασε αυτό στον πάτο της, φαινόταν σαν σπιρτόκουτο κι όντως έγινε σαν κοντό λουκάνικο από τις πολλές τούμπες που έκανε.

 Κι ενώ αυτό έπιανε πάτο, ο τροχονόμος που κατέβαινε την χαράδρα προκειμένου να βοηθήσει τον οδηγό αν όντως ζούσε, ήταν ακόμη στην μέση της διαδρομής της.

 Αυτά μελετώντας κι ο επικεφαλής τροχονόμος, έλεγε σε κάποιον από την υπηρεσία τους μέσω του ασυρμάτου του.

  – Όπως εξετάζω τα δεδομένα του ατυχήματος, μάλλον δεν πρέπει να ζει ο οδηγός, μετά από τόσες τούμπες που έκανε με το αυτοκίνητο του.

 Έως ότου τελειώσει αυτός την αναφορά του όμως, εξέταζα κι εγώ τον γύρω χώρο κι όταν τελείωσε αυτός, του έλεγα χωρίς να με ρωτήσει.

 – Αν έπεφτε πενήντα μέτρα δεξιότερα, ή αριστερότερα, τότε δεν θα έμενε ούτε φτερό ζωντανό από τα προεξέχοντα βράχια. Για καλή του τύχη όμως αν όντως ζει, έπεσε εδώ που ρίχνουν τα χώματα από την διαπλάτυνση που βλέπω να κάνουν στον δρόμο. Μακάρι όμως να ζει ο άνθρωπος.

  Δεν έδωσα καμιά σημασία αυτός στην δική μου παρατήρηση κι εκεί που εμείς κάναμε τους δικούς μας υπολογισμούς, ω του θαύματος, βγήκε έρποντας ο οδηγός έξω από το αυτοκίνητο του, χρησιμοποιώντας το παράθυρο του, αφού η πόρτες του μάλλον δεν θα άνοιγαν.

  Παραπατώντας πάντως από την ζαλάδα που του προκάλεσαν οι πολλές τούμπες, άρχισε να ανεβαίνει σιγά, σιγά την ανηφόρα, αδιαφορώντας για τις φωνές που του έβαζε ο τροχονόμος που τον πλησίαζε, προτρέποντας τον να ξαπλώσει μέχρι να έρθει από την Κοζάνη το ασθενοφόρο που κάλεσαν.

  Είδα όσα έπρεπε να δω εκεί κι αφού εκείνος ο απερίσκεπτος οδηγός ήταν σώος και αβλαβής, σκέφτηκα ότι έπρεπε πια να φύγω γιατί καθυστέρησα αρκετά το ταξίδι μας με το να παρατηρώ το συμβάν και αν περίμενα να δω και το πότε θα ανέβουν αυτοί από κει κάτω, ίσος να καθυστερούσα πολύ περισσότερο, γι’ αυτό κι όντως έκανα να φύγω, ώστε να μεταφέρω επιτέλους την γυναίκα μου στον προορισμό μας, την οποία ξέχασα στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο μας.

 Ο επικεφαλής τροχονόμος όμως, είχε άλλη γνώμη, γι’ αυτό και δεν μου επέτρεπε να φύγω.

 – Σε χρειάζομαι για μάρτυρα έλεγε. Δεν μπορείς να φύγεις.

 – Μα είναι τόσοι πολλοί μάρτυρες εδώ. Τι με χρειάζεσαι εμένα κι όπως σου είπα πριν, έχω την γυναίκα μου έγκυο και πρέπει να την πάω στο σπίτι μας. Είναι δυνατό να με κρατάς εδώ, την στιγμή που έχεις άλλους πενήντα τουλάχιστον μάρτυρες;

 – Ναι. Έλεγε αυτός. Αλλά εσύ ήσουν ο πρώτος. Περίμενε λοιπόν λίγο ακόμη εδώ, έως ότου να ανέβουν αυτοί επάνω και μετά βλέπουμε.

  Περίμενα αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά κι όταν επιτέλους έφτασαν αυτοί επάνω, διαπιστώθηκε ευτυχώς για τον οδηγό, ότι δεν είχε το παραμικρό.

 Μόνον μια μικρή γρατσουνιά είχε στο πρόσωπο του και αυτή πάλι ήταν τελείως ασήμαντη. Το διαβεβαίωσε κι ο γιατρός του ασθενοφόρου αυτό άλλωστε όταν ήρθε εκεί, τον οποίο εξέτασε αρκετές φορές από πάνω μέχρι κάτω, πριν αναφέρει την γνωμάτευση του στον επικεφαλής τροχονόμο.

  – Αν κι απορώ βλέποντας αυτόν και την χαράδρα που έπεσε, τίποτε το σοβαρό δεν βλέπω να έχει ο οδηγός.

  Μόλις πήρε αυτός την αναφορά του γιατρού, αμέσως απευθύνθηκε προς τον οδηγό γεμάτος ερωτήματα κι αυτά τον ρωτούσε.

  – Τι έγινε; Πως βρέθηκες στην χαράδρα;

 – Δεν ξέρω τι έγινε. Απαντούσε αυτός ακόμη ζαλισμένος. Είδα ξαφνικά να βγαίνω έξω από τον δρόμο και να πέφτω προς τα κάτω.

 Αφού μόνον αυτά ήξερε να του πει, τόσο ο γιατρός όσο κι ο τροχονόμος, τον συμβούλεψαν να μπει στο ασθενοφόρο και να πάει μαζί τους για προληπτικούς λόγους στο νοσοκομείο. Αυτός όμως αντιδρούσε.

 – Είμαι καλά. Τους έλεγε. Τίποτε δεν έχω.

 Μετά από λίγο όμως πείστηκε ότι μάλλον έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο, γι’ αυτό και μπήκε στο ασθενοφόρο όπου και τον μετέφεραν αμέσως στην Κοζάνη.

  Όταν επιτέλους έφυγε το ασθενοφόρο με τον οδηγό, είπα κι εγώ στον αστυνομικό.

  – Μπορώ τώρα να φύγω;

  – Φύγε. Μου είπε αυτός. Αλλά αν χρειασθεί, θα σε φωνάξω να μου δώσεις κατάθεση.

  Καλά του είπα κι αφού τον χαιρέτησα, πήρα την γυναίκα μου που περίμενε τόση ώρα στο αυτοκίνητο και φύγαμε γρήγορα, μη τυχόν και βάλουμε τους οικείους μας στην διαδικασία του να μας ψάχνουν, αφού δεν ήξεραν τον λόγο για τον οποίο εμείς καθυστερούσαμε την άφιξη μας στο Βελβεντό.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *