Ο Αθηναίος Υφαντουργός Και Το δάνειο Των 2Δις Δραχμών

Michalis Altalikis II  Έμεινα λοιπόν εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο της Ξάνθης και την επομένη το πρωί, ξεκίνησα πολύ νωρίς για τις δουλειές μου, δεδομένου ότι είχα να κάνω μια πολύ ενδιαφέρουσα κι εκτός πόλης επίσκεψη σε ένα υπό ίδρυση εργοστάσιο, το οποίο δήλωνε για έδρα του μια μικρή κωμόπολη στα βόρεια σύνορα της.

 Θέλησα να επισκεφτώ και τις εγκαταστάσεις αυτού του πολύ μεγάλου συγκροτήματος όπως παρουσιαζόταν από τις στήλες των εφημερίδων, για τον λόγο ότι εντυπωσιάστηκα θα έλεγα από τις υποσχέσεις του ιδιοκτήτη του, ο οποίος υποστήριζε ότι θα διέθετε εντός αυτού εξακόσιες θέσεις εργασίας σε ισαρίθμους πολίτες της περιοχής που έδρευε κι ότι κύριος λόγος της ίδρυσης αυτού του τεράστιου συγκροτήματος, θα ήταν η παραγωγή μοκετών νέας γενιάς, αλλά και νέας τεχνοτροπίας.

 Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας να στολίζουν με μοκέτες οι άνθρωποι τα πατώματα των σπιτιών τους αλλά και των επαγγελματικών τους χώρων κι αυτός ήταν ο λόγος που ο συγκεκριμένος κλάδος διέθετε πολλών εκατομμυρίων δραχμών σκληρού συναλλάγματος, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες που προέκυπταν με εισαγόμενες μοκέτες από την Ευρώπη, δεδομένου ότι η δική μας παραγωγή δεν επαρκούσε αλλά και δεν μπορούσε να συναγωνιστεί ποιοτικά τις εισαγόμενες.

 Η ανέγερση ενός τέτοιου εργοστασίου θα ήταν ευχής έργον, αν σκεφτεί κανείς ότι με τα νέας τεχνοτροπίας μηχανήματα που θα είχε όπως έλεγαν, θα μπορούσε να παράγει Ελληνικές μοκέτες όχι μόνον ισάξιες αλλά και καλύτερες ποιοτικά από τις Ευρωπαϊκές.

 Με αυτήν την δυνατότητα λοιπόν, όχι μόνον το πολύτιμο συνάλλαγμα θα γλιτώναμε, όχι μόνο θέσεις εργασίας θα δίναμε στους κατοίκους της περιοχής, αλλά και συνάλλαγμα θα φέρναμε στην πατρίδα μας από τις εξαγωγές που θα μπορούσε να κάνει αυτό το εργοστάσιο, όπως περίτρανα το υποσχόταν ο ιδιοκτήτης του, αφού το κόστος παραγωγής τους θα ήταν κατά πολύ μικρότερο από αυτές που ήδη κυκλοφορούσαν στην διεθνή αγορά.

 Χάρηκα όπως καταλαβαίνετε με αυτήν την εκδοχή, δεδομένου ότι εγώ σε εταιρεία διεθνών μεταφορών εργαζόμουν και εκ της θέσεώς μου ως υπεύθυνος των πωλήσεών της ήξερα πολύ καλά, το πόσο συνάλλαγμα χρειαζόταν κάθε φορά για τις εισαγωγές του ένας από τους πελάτες μας της Θεσσαλονίκης συγκεκριμένα, ο οποίος ανήκε στον πάρα πάνω κλάδο.

 Μοκέτες δηλαδή εισήγαγε κι αυτός και τις εισήγαγε με νταλίκες από την Ολλανδία, αν και είχε στην κατοχή του εργοστάσιο παραγωγής μοκετών. Τα μηχανήματα του ήταν παλιά όμως, γι’ αυτό και οι δικές του μοκέτες δεν μπορούσαν να σταθούν στην Ελληνική αγορά και μάλιστα δίπλα από τις εισαγόμενες.

 Σταμάτησε λοιπόν την δική του παραγωγή, αφού ούτε οπτικά, ούτε οικονομικά μπορούσε να συναγωνιστεί τους Ολλανδούς, γι’ αυτό και έστρεψε τις δραστηριότητές του προς τις εισαγόμενες, έστω κι αν πλήρωνε αρκετά ακριβά την μεταφορά των μοκετών του και όχι μόνον.

 Γνωρίζοντας από πολύ κοντά αυτό ακριβώς το πρόβλημα, του βρήκα άλλη λύση για τις ακριβές μεταφορές του, την οποία εκμεταλλεύτηκε αυτός, γι’ αυτό και διέθετε στο εξής πολύ φθηνότερα τις μοκέτες του στην αγορά.

 Έχοντάς τον πελάτη μας λοιπόν, είχαμε κι εμείς ως εταιρεία μεταφορών πολύ καλή δουλειά μαζί με την δική του, γι’ αυτό και δεν μας συνέφερε θα λέγαμε η ίδρυση μιας τέτοιας μονάδας στο εσωτερικό της χώρας, γιατί θα χάναμε όλο αυτό το έργο μεταφοράς, το οποίο δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο, αν σκεφτεί κανείς ότι απασχολούσαμε πάνω από εκατόν εξήντα νταλίκες τον χρόνο γι’ αυτήν την μεταφορά.

 Μπροστά στο γενικό συμφέρον όμως, μακαρίζαμε και την σκέψη ακόμη εκείνων των ανθρώπων που έβαλαν κατά νου τους να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να ζήσουν στο εξής σε κείνη την παραμεθόρια περιοχή, με στόχο να συμπαρασταθούν στον τόπο των δραστηριοτήτων τους, αλλά και στην πατρίδα τους.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που κι ο γενικός μας διευθυντής από την Αθήνα με παρότρυνε, ώστε να κάνω οπωσδήποτε αυτήν την επίσκεψη στο συγκρότημα που αναφέρομαι, αφού και αυτός από την ίδια περιοχή ήταν καταγόμενος και ενδιαφερόταν προσωπικά για τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών.

 Επιχείρησα λοιπόν την επίσκεψη μου αφού είχα την συγκατάθεσή του και ρωτώντας τους ανθρώπους της Ξάνθης έμαθα την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσω, προκειμένου να βρεθώ στις εγκαταστάσεις αυτής της προς κατασκευήν μονάδας.

 Αν και με ενημέρωσαν αυτοί, ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για μένα να φτάσω στον προορισμό μου μ’ εκείνο το μικρό αυτοκίνητο που διέθετα, εγώ προχώρησα αφού ήμουν αποφασισμένος να το κάνω.

 Είχαν δίκαιο όμως για όσα μου είπα σχετικά με τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσω, γιατί βρέθηκα να οδηγώ το μικρό μου αυτοκίνητο σ’ έναν υποτυπώδη χωματόδρομο, ο οποίος αναπτυσσόταν πότε μέσα στην κοίτη του ποταμού της περιοχής και πότε στις όχθες του κι αυτό δυσκόλευε κατά πολύ την προσπάθεια μου να φτάσω σύντομα αλλά κι ασφαλής στον προορισμό μου.

  Θυμήθηκα τον στρατό με όσα αντιμετώπιζα εκεί, γι’ αυτό και σαν άσκηση το έβλεπα. Ακολουθούσα δηλαδή με πολύ προσοχή τις υποδείξεις εκείνου που υποτίθεται ότι ήταν δρόμος κι έπρεπε να διανύσω, αλλά και με πολύ καλή διάθεση το έκανα, έστω κι αν πήγαινα πότε μέσα στο ποτάμι και πότε πάνω σε χωματόδρομο με αμέτρητες λακκούβες.

 Το έκανα για αρκετή ώρα όμως αυτό κι επειδή δεν έβλεπα κανέναν άλλον οδηγό να κάνει το ίδιο με μένα, άρχισα να ανησυχώ μήπως κι έχασα τον δρόμο.

 Εκεί που το σκεφτόμουν αυτό λοιπόν, είδα να έρχεται ένα λεωφορείο από την αντίθετη κατεύθυνση κι από αυτό κατάλαβα ότι και η συγκοινωνία της περιοχής θεωρούσε ότι εκείνο το ποτάμι ήταν δρόμος.

 Ερχόταν μέσα από το ποτάμι όμως το λεωφορείο και για να μη μπλέξουμε εκεί, ανέβηκα εγώ στην δεξιά του όχθη αφού ήταν πιο εύκολο για μένα και στάθηκα στην άκρη του, προκειμένου να θαυμάσω το θέαμα που έβλεπα.

  Κατέβηκα από το αυτοκίνητο μου και στάθηκα όρθιος μπροστά σ’ εκείνο το λεωφορείο να δω, πως θα μπορούσε να περάσει από την μία όχθη στην άλλη έτσι όπως ήταν φορτωμένο.

 Δεν ήταν δυνατόν να υπολογίσω πόσοι ακριβώς ήταν οι παστωμένοι άνθρωποι μέσα στο λεωφορείο, αλλά ούτε και πόσοι ήταν αυτοί που βρισκόταν καθισμένοι πάνω στην οροφή του μπορούσα να μετρήσω.

 Όσοι κι αν ήταν πάντως, ήταν όντως πολλοί και ήταν όλοι τους σφηνωμένοι ανάμεσα στις κότες, στις κατσίκες, στα κοφίνια, στις αχυρόμπαλες και σε μια αγελάδα, η οποία ήταν δεμένη με σχοινιά πάνω στην οροφή του λεωφορείου.

 Άνθρωποι και ζώα δηλαδή, ήταν όλοι τους δεμένοι με σχοινιά, γι’ αυτό και δεν έπεφταν όπως εγώ φοβόμουν ότι θα το έκαναν από στιγμή σε στιγμή, δεδομένου ότι το λεωφορείο έγερνε επικίνδυνα στην προσπάθεια που έκανε ο οδηγός του να τους περάσει όλους με ασφάλεια από την μια όχθη του ποταμού στην άλλη.

 Εδώ θα πέσουν, εκεί θα πέσουν έλεγα εγώ μέσα μου κι αυτό φοβόμουν ότι θα γίνει, γι’ αυτό και τους κοιτούσα έντρομος. Προφανώς πέρασαν και στο πρόσωπο μου αυτές οι σκέψεις, γιατί άκουσα τον οδηγό του λεωφορείου να με καθησυχάζει όταν έφτασε κοντά μου, βγάζοντας το κεφάλι του έξω από το παράθυρο του.

 – Είμαστε μαθημένοι σ’ αυτά που βλέπεις να κάνουμε. Μη φοβάσαι λοιπόν και κανείς από μας δεν θα πέσει.

Σταμάτησε ωστόσο δίπλα μου στο σήμα που του έκανα, θέλοντας να βεβαιωθώ από αυτόν τουλάχιστον αφού δεν βρήκα άλλον, αν ακολουθώ τον σωστό δρόμο για τον προορισμό μου, ή αν βρισκόμουν κάπου μακριά από αυτόν.

 – Καλά πας. Μου είπε αυτός. Αλλά, που θα πας εδώ μέσα με αυτό το πατίνι; Μην ανησυχείς όμως και δεν είσαι πολύ μακριά από τον προορισμό σου. Πρόσεχε όμως όπως θα πηγαίνεις, γιατί το ποτάμι έχει πολλές κι επικίνδυνες για το αυτοκινητάκι σου λακκούβες.

 Αυτά μου είπε αυτός και ξαναμπήκε στον δρόμο του προορισμού του, ενώ εγώ έλεγα μέσα μου, κρίμα, να μην έχω τώρα μια φωτογραφική μηχανή μαζί μου, ώστε να αποθανατίσω αυτό το θέαμα, γιατί θα το αναφέρω αυτό αργότερα και κανείς από όσους το ακούν δεν θα πιστεύει, ότι είδα ένα τέτοιο λεωφορείο κι έτσι φορτωμένο να περνά μέσα από αυτό το ποτάμι.

 Όπως μου το είπε ο οδηγός του λεωφορείου όμως, έτσι και ήταν το υπόλοιπο μέρος της διαδρομής μου. Πολύ δύσκολο και πολύ επικίνδυνο για το αυτοκίνητο μου.

 Την αντέξαμε ωστόσο την διαδρομή μας, γι’ αυτό και πράγματι, μετά από λίγη ώρα βρεθήκαμε στο κέντρο της κωμόπολης του προορισμού μας. Ρωτώντας στην συνέχεια τους πρώτους από τους κατοίκους της που είδα να βαδίζουν νωχελικά στο άνοιγμα μιας μικρής πλατείας που βρήκα μπροστά μου, πληροφορήθηκα και το πως θα έφτανα στο εργοστάσιο που έψαχνα.

 Με την δική τους βοήθεια λοιπόν, μπήκα αμέσως στον δρόμο που θα με οδηγούσε στις εγκαταστάσεις του, τις οποίες από μακριά ακόμη έβλεπα να δεσπόζουν στην περιοχή, αλλά και στην νότια πλευρά της κωμόπολης.

 Όσο μεγάλες κι ήταν όμως οι κτιριακές του εγκαταστάσεις, με τίποτε δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τα έξοδα των δύο δις που ενέκρινε γι’ αυτόν τον σκοπό η τράπεζα.

 Αν έπρεπε να τις γεμίσει όμως αυτές, με καινούργια μηχανήματα όπως ήταν υποχρεωμένος, τότε βεβαίως και θα ήταν δικαιολογημένο το ύψους του δανείου του.

 Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, πλησίαζα με θάρρος το εργοστάσιο θα έλεγα, ελπίζοντας βέβαια να συναντήσω και τον ιδιοκτήτη του εκεί, δεδομένου ότι μίλησα πάλι μαζί του λίγες μέρες πριν προγραμματίσω τις επισκέψεις μου στην ευρύτερη περιοχή του Έβρου, κατά την οποία με προϊδέασε αυτός, ότι μπορεί και να τον εύρισκα.

 Θα ήταν καλό για μένα να τον συναντούσα εκεί, γιατί θα αποκτούσα μια πρώτη προσωπική επαφή μαζί του και πριν κατέβω στην Αθήνα προκειμένου να μου δώσει τα στοιχεία που χρειαζόμουν όπως μου το υποσχέθηκε και αφορούσαν την μεταφορά των μηχανημάτων που ήταν υποχρεωμένος να εισάγει για τις εγκαταστάσεις του.

 Για το συγκεκριμένο θέμα δεν μίλησα μια φορά μαζί του, αλλά αρκετές φορές από τηλεφώνου και το έκανα αυτό από τότε ακόμη που τον εντόπισα για πρώτη μου φορά ως δανειολήπτη, στις στήλες των εφημερίδων.

 Από τότε λοιπό κι από εξαμήνου πριν του ζητούσα να δώσει και στην δική μας εταιρεία τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν, προκειμένου να του κάναμε κι εμείς την προσφορά μας κι αν την δεχόταν, τότε με μεγάλη μας χαρά θα του τα μεταφέραμε εμείς, γιατί και πολλά μηχανήματα θα ήταν αυτά που έπρεπε να φέρει κι από πείρας ήξερα ότι ακριβά θα ήταν.

 Εκτός αυτού, αρκετά ευαίσθητα μηχανήματα θα ήταν λόγω της εργασίας που έπρεπε να κάνουν, αλλά και εξειδικευμένη μεταφορά θα απαιτούσαν και δεν ήταν πολλοί αυτοί που μπορούσαν να την εγγυηθούν.

 Αργούσε να μας δώσει τα στοιχεία όμως και κάθε φορά που μιλούσαμε γι’ αυτό το θέμα, μου υποσχόταν μεν ότι θα μου έδινε τις πληροφορίες που του ζητούσα, αλλά θα το έκανε αυτό τότε όπως έλεγε, όταν αποφάσιζε πρώτα, από ποιο κράτος θα έκανα την εισαγωγή των μηχανημάτων του.

Το ίδιο μου έλεγε και την τελευταία φορά που μίλησα μαζί του.

  – Ευχαρίστως θα σου δώσω τις πληροφορίες που θέλεις, αλλά να ξέρεις. Δεν είμαι ακόμη έτοιμος. Τα μηχανήματα που χρειάζομαι, δεν μπήκαν ακόμη σε πρόγραμμα κατασκευής κι από ότι φαίνεται, θα αργήσουν αρκετά ακόμη μέχρι που να φτάσω στο θέμα της μεταφοράς τους.

 Ίσως να είναι έτοιμα τον επόμενο χρόνο, γι’ αυτό λοιπόν μην ανησυχείς. Όταν έρθει η ώρα, θα σε καλέσω στην Αθήνα και θα κουβεντιάσουμε εκεί κι από κοντά αυτό το θέμα. Όσο για την επίσκεψη που θέλεις να μου κάνεις στην Ξάνθη όπως λες, είναι πολύ πιθανό το να με βρεις εκεί αφού επιστατώ στο έργο, αν βέβαια δεν είμαι απασχολημένος με τα θέματα της τράπεζας.

 Δεν ήταν ο μόνος που απαντούσε κάπως έτσι στις δικές μου ερωτήσεις, γι’ αυτό και σημείωσα εγώ αυτά που άκουσα, ώστε να τον ενοχλήσω τότε που αυτός θα ήταν έτοιμος όπως είπε, αλλά και δεν απέκλεισα το ενδεχόμενο να τον επισκεφτώ στις εγκαταστάσεις του, έστω και χωρίς την πιθανότητα να τον συναντήσω.

 Δεν ήταν μια απλή δουλειά αυτή που είχα να αντιμετωπίσω, γι’ αυτό κι έκανα την διασταύρωση των πληροφοριών που μου έδωσε αυτός, μ’ αυτές που είχαν οι συνάδελφοι μου από της ανταγωνίστριες σε μας εταιρείες μεταφορών κι αυτό που μου προέκυψε ήταν, ότι και σ’ αυτούς τα ίδια ακριβώς με μένα τους έλεγε αυτός, αλλά κι από όλους το ίδιο ζητούσε. Να τον επισκεφτούν δηλαδή του χρόνου στην Αθήνα, γιατί τότε πιθανόν θα ήταν τα μηχανήματά του έτοιμα. Κι επειδή εκεί ήταν η έδρα του, από εκεί θα αντιμετώπιζε το θέμα της μεταφοράς των μηχανημάτων του.

 Από την στιγμή που οργάνωσα όμως εγώ επισκέψεις σε επιχειρήσεις της περιοχής, ήταν λογικό το να θέλω να δω κι από κοντά τις εγκαταστάσεις αυτού του εργοστασίου που παρουσίαζε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για όλους και δεν σας κρύβω ότι είχα κάποιου είδους αγωνίας για το τι θα έβλεπα εκεί.

 Όταν τελικά πλησίασα εκεί που ανεγειρόταν το εν λόγω εργοστάσιο, είδα μια ταμπέλα στην είσοδο του, η οποία έλεγε ότι απαγορευόταν η είσοδος στους μη έχοντας εργασία. Αδιαφορώντας για τις υποδείξεις της, μπήκα με φόρα στα ενδότερα του χώρου, όπου και στάθμευσα το αυτοκίνητο μου σε μια άκρη.

 Δεν έκανα εγώ τόσο ταξίδι μέσα στο ποτάμι, για να μείνω έξω από το εργοστάσιο επηρεασμένος από υποδείξεις ταμπελών κι επειδή για δουλειά βρισκόμουν κι εγώ εκεί, άρχισα να περιεργάζομαι ανενόχλητος ότι έβλεπα αλλά και να επισκέπτομαι τους χώρους του.

 Αντικρίζοντας από κοντά πια τον κτιριακό του όγκο, πράγματι και θάμπωσα από το μέγεθος του, αλλά και απορούσα για την ποσότητα των τούβλων που έβλεπα να βρίσκονται μέσα σε σκελετοκιβώτια, από αυτά δηλαδή που είναι μεν κιβώτια, αλλά με αραιά τοποθετημένες σανίδες κι ως εκ τούτου,  μπορεί να δει κανείς το περιεχόμενο τους.

 Μεγάλο ήταν βέβαια το εργοστάσιο, αλλά και δύο φορές μεγαλύτερο να ήταν, τόσα πολλά τούβλα σίγουρα δεν τα χρειαζόταν. Ετοιμάστηκα να πλησιάσω περισσότερο προς τα ξυλοκιβώτια με τις παλέτες, αλλά με σταμάτησε ένας εργάτης που ήρθε εκεί να πάρει τούβλα.

 Μ’ αυτήν την ευκαιρία, παράτησα τις σκέψεις που έκανα γι’ αυτά και του ζήτησα να μου πει αν ήξερε, που θα εύρισκα τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου. Βλέποντάς με κουστουμαρισμένο αυτός, ρώτησε.

 – Μηχανικός είσαι;

 Ναι του είπα για να φτάσω γρηγορότερα στον σκοπό μου, οπότε και μου έδειξε αυτός με το χέρι του, την ταράτσα του κτίσματος. Αφού λοιπόν ήξερα που θα τον εύρισκα, έκανα κάμποσες βόλτες ανάμεσα στους χώρους πριν ανέβω στην ταράτσα, όπου βάλθηκα να παρατηρώ τα πάντα στο πέρασμά μου, όπως και τους ανθρώπους που εργαζόταν εκεί.

 Ήταν πολλοί αυτοί κι όλοι τους ήθελαν για κάποιο λόγο να βεβαιωθούν αν ήμουν ή όχι μηχανικός κι αφού εγώ τους το βεβαίωνα αυτό, κατάφερα τελικά να φτάσω στην ταράτσα, μόνον που κανείς δεν ήταν εκεί που να μοιάζει με τον ιδιοκτήτη.

 Δεν τον ήξερα βέβαια, αλλά και κάπως έπρεπε να διαφέρει οπτικά αυτός από τους εργάτες. Προκειμένου να τον βρω λοιπόν, πάλι ρωτούσα τους εργάτες να μου πουν πού θα τον εύρισκα, οι οποίοι μου έλεγαν αδιάφορα ότι κάπου εδώ γύρο είναι. Ψάξε και θα τον βρεις και τέτοια.

 Ήθελα να τον βρω βέβαια, αλλά μέσα σ’ εκείνο το χάος πράγματι ήταν πολύ δύσκολο κι επειδή έβλεπα ότι στα μπετά ήταν ακόμη το κτίσμα και μόνον σε μερικά σημεία από τα οποία έβγαλαν τις σκαλωσιές είδα να κτίζουν τους τοίχους του με τούβλα, αποφάσισα να τον ψάξω στο ισόγειο κι αν τον εύρισκα καλώς, διαφορετικά θα έφευγα.

 Δικαιολογούσα ωστόσο κι αυτά που μας έλεγε, ότι του χρόνου θα ήταν έτοιμα τα μηχανήματα του, αφού όπως και το έβλεπα αυτό, τότε μάλλον θα ήταν σε θέση να τα δεχθούν οι κτηριακές του εγκαταστάσεις.

Δεν τον βρήκα βέβαια, γι’ αυτό και πήρα τελικά την απόφαση να φύγω έστω και χωρίς να τον συναντήσω. Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο μου όμως, πέρασα κατ’ ανάγκην μπροστά από εκείνα τα σκελετοκιβώτια με τα τούβλα, τα οποία υπολόγιζα ότι όντως ήταν πολλά για τις ανάγκες του κτίσματος, γι’ αυτό και τα πλησίασα περισσότερο.

 Ήθελα να έχω μια πιο επιβεβαιωμένη άποψη για την ποσότητα τους κι αυτό ήταν που με έκανε δω από πολύ κοντά και στο εσωτερικό πολλών εκ των σκελετοκιβωτίων. Αυτό που έβλεπα να υπάρχει στο εσωτερικό τους όμως, με έκανε να τα χάσω.

 Και δεν τα έχασα απλώς, αλλά έμεινα εντελώς άφωνος για την ακρίβεια, όταν έκπληκτος διαπίστωνα, ότι δεν ήταν τούβλα όλα εκείνα που βρισκόταν μέσα στα σκελετοκιβώτια, αλλά μηχανήματα.

 Τα τούβλα ήταν στις πρώτες σειρές μόνον, ενώ σε όλα τα υπόλοιπα υπήρχαν μηχανήματα. Ναι. Μηχανήματα ήταν και ήταν όλα γυμνά και σκουριασμένα.

 Όλα εκείνα τα σκελετοκιβώτια λοιπόν, που ήταν πολλά και στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο μηχανήματα περιέκλειαν, σχηματίζοντας μια τεράστια μάζα από παλιοσίδερα θα έλεγα εγώ, αφού δεν ήταν καινούρια και τίποτε δεν θα πάθαιναν αν σκούριαζαν περισσότερο από την βροχή, αφού από κάθε άποψη ήταν απροστάτευτα.

 Περιεργάστηκα πολλές φορές και με αγωνία εκείνη την μάζα των μηχανημάτων, έτσι ώστε να βεβαιωθώ, ότι όντως και πράγματι τέτοια ήταν αυτά που έβλεπα κι επειδή τίποτε δεν εμπόδιζε τα μάτια μου να δουν, βεβαίως και διαπίστωσα ότι αυτά που έβλεπα ήταν πράγματι μηχανήματα, ότι ήταν πάρα πολλά αυτά και ότι ήταν εκεί όλα όσα θα χρειαζόταν για να εξοπλιστεί εκείνο το μεγάλο εργοστάσιο, όταν θα ήτα έτοιμο βέβαια.

 Το χειρότερο όμως, δε ήταν ότι τα μηχανήματα ήταν παλιά, αφού αυτό φαινόταν πολύ καθαρά, ούτε ότι κανείς δεν αγωνιούσε μήπως και σκουριάσουν περισσότερο από την βροχή, αφού ήταν εκτεθειμένα και ξεσκέπαστα στο ύπαιθρο όπως είπα, αλλά το ότι δεν θα μπορούσαν αυτά να παράγουν τίποτε που να είναι ανταγωνιστικό και χρήσιμο για τον λόγο που δόθηκε ανεξέλεγκτα εκείνο το τεράστιο δάνειο.

 Δεν υπήρχε βέβαια κανένας λόγος να κάνει τον ιδιοκτήτη τους να αγωνιά γι’ αυτά, αφού από ότι φαινόταν, δεν διακινδύνευε τα δικά του λεφτά. Κι αν πάλι καταστρεφόταν τα πάντα εκεί, ποιος φορέας θα του ζητούσε ευθύνες για το τι έκανε με το δάνειο που πήρε, μέσα από τις τσέπες των Ελλήνων συμπατριωτών του;

 Των συμπατριωτών δηλαδή που οπωσδήποτε θα καλούσαν κάποια στιγμή να πληρώσει με δυσβάσταχτους φόρους αυτά που αυτός μαζί με όλους όσους συμμετείχαν στις ενέργειες του, κατασπατάλησαν τα χρημάτων όλων μας;

 Αυτά σκεφτόμουν εγώ εκείνη την στιγμή και μαζί με αυτά, έλεγα ότι άδικα περιμέναμε όλοι εμείς οι μεταφορείς την κατασκευή των μηχανημάτων του, αφού αυτά ήταν εκεί και ψέματα μας έλεγε αυτός ότι θα ολοκληρωνόταν στον επόμενο χρόνο.

 Ήταν φανερός λοιπόν ο λόγος για τον οποίο μας έλεγε ψέματα, αφού δεν ήθελε να μάθουμε εμείς, ότι τα μηχανήματα του ήταν παλιά. Κι αν πάλι το μαθαίναμε; Τι μπορούσαμε να κάνουμε, αφού όλο το κακό έγινε κι όπως πάντα, έγινε με την ανοχή όλων όσων υπάρχουν σε φορείς που πληρώνονται από τον λαό για να τον προστατεύουν από τέτοιου είδους κλεψιές;

 Αμειβόμενοι όμως όλοι αυτοί εξτρά και αδρά από αυτούς που συνειδητά παρανομούν, είναι δυνατόν ποτέ να βρουν ποιοι κλέβουν τον λαό, αφού όλοι τους γίνονται έμμεσα και άμεσα οικειοθελώς τυφλοί;

 Κοιτούσα τα μηχανήματα λοιπόν και μονολογούσα, μη μπορώντας να πάρω ούτε τα μάτια μου από κείνα τα σκελετοκιβώτια, αλλά ούτε και τα πόδια μου, γι’ αυτό και με πλησίασε ένας εργάτης που μου έλεγε συμβουλευτικά.

 – Φύγε από δω. Το αφεντικό μαλώνει όποιον πλησιάζει. Δεν είδες τον φράχτη που υπάρχει εδώ;

 – Μωρέ τον φράχτη τον είδα. Αλλά σιγά και να μη τον φοβηθώ τώρα. Ξέρεις όμως τι έχουν αυτά τα σκελετοκιβώτια εδώ μέσα;

 – Μηχανήματα είναι, δεν τα βλέπεις;

 – Καλά, δεν φοβάστε μη σκουριάσουν; Γιατί δεν τα σκεπάσατε με κάποιο νάιλον τουλάχιστον; Δεν βρέχει ποτέ εδώ;

 – Αυτά είναι εδώ έτσι ξεσκέπαστα, κανένα τρίμηνο περίπου κι αφού είναι παλιά, πόσο ακόμη θα παλιώσουν; Φύγε όμως από δω, μη τυχόν και μας δει το αφεντικό, γιατί θα μας βάλει τις φωνές. Όπως σου είπα, σε κανένα δεν αφήνει να πλησιάζει τα μηχανήματα.

 – Αν είναι εδώ αυτός, μπορείς να του πεις να έρθει; Αρκετή ώρα τον ψάχνω και πουθενά δεν τον βρήκα.

 – Τι λες τώρα; Θέλεις να βρω τον μπελά μου.

 Αυτά μου είπε ο εργάτης κι έφυγε με τα τούβλα που είδα να βάζει στο καρότσι του. Δεν χρειάστηκε όμως να τον καλέσει κανείς, γιατί με είδε αυτός την στιγμή που έδινε οδηγίες μετά από λίγο σε κάποιον από τους εργάτες του και σε μηδέν χρόνο κατέβηκε πάνω από την σκαλωσιά που βρισκόταν ανεβασμένος και μου έβαζε τις φωνές.

  – Φύγε από κει. Δεν είδες την ταμπέλα που γράφει απαγορεύεται η είσοδος; Φύγε σου λέω, δεν ακούς; Ποιος είσαι και τι θέλεις εδώ; Βγες γρήγορα από τον χώρο.

 Αυτά έλεγε καθώς με πλησίαζε και όσο φώναζε αυτός, τόσο θύμωνα εγώ μαζί του. Δεν είχα να χάσω και τίποτε άλλωστε, αφού ούτως ή άλλος έφερε αυτός τα μηχανήματα για τα οποία είχα λόγο εγώ να βρίσκομαι εκεί, γι’ αυτό και μπορούσα ανενόχλητος πλέον να του δείξω και τον θυμό μου και την αγανάκτηση μου, σαν απροστάτευτος Έλληνας πολίτης.

 Ήθελα να του δείξω κι έμπρακτα μάλιστα την αγανάκτηση μου και να τον κάνω αυτόν έτσι που να πληρώσει έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο τόσα, όσα εμείς εκ των πραγμάτων αναγκαζόμαστε να πληρώνουμε κατά καιρούς τις δικές τους κλεψιές, αυτές που μας τις παρουσιάζουν ως επενδύσεις δήθεν για τον λαό, περνώντας μας για χαζούς.

 Συγκρατήθηκα όμως και δεν άπλωσα εξ αρχής το χέρι μου πάνω σ’ εκείνο το κοντό πλάσμα που έβλεπα μπροστά μου να μου βάζει τις φωνές, γιατί ήθελα πρώτα να ακούσω τι θα μου έλεγε αυτός, σ’ αυτά που εγώ θα τον ρωτούσα κι όντως το έκανα.

 – Μήπως μπορείς να μου πεις τι αξιόλογο θα παράγεις με αυτά τα παλιά μηχανήματα που μας έφερες εδώ, εξαπατώντας όλους εμάς τους Έλληνες φορολογημένους, συνεργεία όλων αυτών των δημόσιων λειτουργών που με το αζημίωτο τα είδαν ως καινούρια;

  Και ύστερα; Πως θα δικαιολογήσεις αυτό το υπέρογκο δάνειο που σε εξασφάλισαν αυτοί, χωρίς να έχεις καμιά υποχρέωση απέναντι στον λαό που θα κληθεί να πληρώσει, όσα εσύ ποτέ δεν θα μπορέσεις να κάνεις με αυτά τα παλιά μηχανήματα;

 Τρελάθηκε ο κοντός από όσα άκουσε και θεωρώντας μάλλον ότι είμαι δημοσιογράφος, άρχισε να καλεί τους εργάτες του σε βοήθεια.

 – Ελάτε κάτω γρήγορα. Πάλι ήρθαν αυτοί.

 Προλάβαινα να του δώσω κάμποσες, αλλά για να μη βρεθώ μπλεγμένος, δεν το έκανα. Όταν κατέβηκαν από τις σκαλωσιές οι εργάτες του, όντως κινήθηκαν απειλητικά εναντίων μου, αλλά δεν τους άφησα ελεύθερο χρόνο να το κάνουν.

 – Που πάτε ρε βλάκες. Αυτά που αυτός και οι πίσω από αυτόν μας κλέβουν, εσείς και εγώ θα τα πληρώσουμε. Κανένας από σας δεν το κατάλαβε ακόμη;

 – Θα ανοίξουν όμως δουλειές για μας και τα παιδιά μας. Φύγε λοιπόν κι άσε μας να κάνουμε ήσυχοι την δουλειά μας.

 Αυτά λοιπόν έλεγαν οι εργάτες κι αφού τίποτε περισσότερο δεν μπορούσα να κάνω εγώ εκεί, τους γύρισα την πλάτη μου και μπήκα στο αυτοκίνητο μου να φύγω.

 Μέχρι να το κάνω όμως, άκουγα εκείνον τον κοντό που τους μάλωνε.

– Γιατί αφήνετε τον χώρο μας αφύλακτο κι έτσι μπορεί να μπαίνει μέσα ο καθένας και να ψάχνει; Δεν σας είπα εγώ να μην αφήνετε κανέναν να πλησιάζει τα μηχανήματα; Θέλετε να μας ανοίξουν καμιά δουλειά και να τρέχουμε όλοι μαζί;

 Έφυγα λοιπόν κι όπως καταλαβαίνετε, έφυγα πολύ απογοητευμένος από την επίσκεψη που έκανα και πουθενά δεν με οδηγούσε, γιατί ποτέ δεν κλέβει κανείς μόνος του, γιατί πάντα υπάρχουν συνεργοί και το κακό είναι, ότι ποτέ δεν ξέρεις πόσοι είναι αυτοί και προπαντός ποτέ δεν ξέρεις ποιοι μπορεί να είναι και πόσα κινδυνεύεις εσύ από αυτούς, που πριν από όλα έπρεπε να σε προστατεύουν.

 Ωστόσο, έγινε εκείνο το εργοστάσιο και δούλεψαν εκεί καμιά εκατοστοί εργάτες. Έκανε μοκέτες όπως ήταν στο πρόγραμμα του, μόνο που ποτέ δεν έγιναν αποδεκτές από το αγοραστικό κοινό της ενδοχώρας, πολύ δε περισσότερο, ποτέ δεν έκαναν τις εξαγωγές που υποσχόταν.

 Εγώ δε ποτέ ξανά δεν το επισκέφτηκα, αν και πέρασα επανειλημμένα από την όμορφη κωμόπολη της περιοχής.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *