Θύμωσα πάρα πολύ με όσα είδα κι άκουσα εκείνη την ημέρα από τον κοντό Αθηναίο υφαντουργό κι από την σύγχυση που φορτώθηκα εξαιτίας της νοοτροπίας του, ξέχασα να πάρω φεύγοντας από την προαναφερθείσα κωμόπολη, τα νουγκάτ που αγόρασα για τους συναδέλφους μου.
Πήρα ένα κουτί από αυτά, τα οποία κι άφησα για ασφάλεια στο ψυγείο του ζαχαροπλαστείου, δεδομένου ότι έκανε αρκετή ζέστη εκείνη την ώρα αν και ήταν ακόμη Φθινόπωρο, με την υποχρέωση να τα έπαιρνα μαζί μου επιστρέφοντας από το εργοστάσιο που πήγα να επισκεφτώ, αλλά τα ξέχασα.
Έτσι όπως ήμουν θυμωμένος όμως, όχι μόνον τα νουγκάτ ξέχασα, αλλά και καθόλου δεν κατάλαβα πως έκανα τόσο εύκολα την ίδια διαδρομή επιστρέφοντας στην Ξάνθη, περνώντας πάλι μέσα από της λακκούβες της κοίτης του ποταμού, από αυτές δηλαδή, που πριν από μια ώρα περίπου με ταλαιπώρησε τόσο πολύ.
Τρέχοντας λοιπόν έφτασα στην Ξάνθη και τρέχοντας βγήκα πάλι από τα όρια της, για να βρεθώ αυτήν την φορά κατευθυνόμενος νοτιοανατολικά, σε ένα πολύ μικρό παραθαλάσσιο χωριό κι εκεί όπου είχα προγραμματίσει να επισκεφτώ τις εγκαταστάσεις ενός επίσης μεγάλου συγκροτήματος.
Είχα να δω μια κάθετη βιομηχανία παραγωγής εσωρούχων εκεί, η οποία ανεγειρόταν τότε, αλλά με τα προσωπικά χρήματα του ιδιοκτήτη της και με μια μικρή μόνον συμμετοχή της ΕΤΒΑ και αυτή πάλι ήταν με την αυστηρή μορφή του έντοκου δανείου κι όχι όπως τα υπόλοιπα με εγγύηση των εγκαταστάσεων τους, αλλά με την εγγύηση μιας άλλης προσωπικής του περιουσίας.
Τα ήξερα όλα αυτά, γιατί από αρκετό καιρό πριν έκανα κουβέντες με τον εν λόγω ιδιοκτήτη για το θέμα που ενδιέφερε εμένα, αλλά και τα συμφέροντα της εταιρείας που εκπροσωπούσα κι επειδή πολλά του ανέφερα εγώ για τον τρόπο που έπαιρναν τα δάνεια τους από την ίδια τράπεζα όλοι αυτοί οι επίδοξοι επιχειρηματίες, υποχρεώθηκε στο τέλος να μου εκμυστηρευτεί, ηθικά πιεζόμενος κι αυτός, τον τρόπο που αυτός ξεκίνησε να επενδύει όσα είχε και δεν είχε στην απολύτως προσωπική του επιχείρηση κι όχι μόνον.
Αθηναίος ήταν κι αυτός βέβαια, αλλά δεν είχε καμιά σχέση με τους υπόλοιπους. Εγκατέλειψε την Αθήνα και ήρθε να εγκατασταθεί μονίμως στην περιοχή. Και δεν το έκανε αυτό μόνος του, αλλά με σύσσωμη την οικογένεια του. Τα παιδιά μάλιστα τα έγραψε στο σχολείο του χωριού κι εκεί θα έβγαζαν αυτά το δημοτικό, παρέα με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους, έστω κι αν ήταν τα παιδιά των εργατών που θα δούλευαν αργότερα στη επιχείρηση του.
Η επένδυση που επιχειρούσε να στερεώσει εκεί τότε, ήταν της τάξης των τριακοσίων εκατομμυρίων δραχμών αρχικά, αλλά είχε και περισσότερες βλέψεις γι’ αυτήν.
Τα μηχανήματα που θα χρησιμοποιούσε μάλιστα, θα τα έφερνε από την Αμερική και θα ήταν όντως καινούρια κι όχι μόνον, αλλά και πιο νέας τεχνολογίας από αυτά που τα Αμερικάνικα εργοστάσια είχαν όπως μου έλεγε.
Στην Αμερική είχε σπουδάσει αυτός κι εκεί είχε μεγαλώσει. Εκεί εργάστηκε, εκεί απέκτησε τον αυθορμητισμό που τον χαρακτήριζε, αλλά κι εκεί έμαθε να τοποθετεί την ειλικρίνεια στον λόγο του και χωρίς κανένα ενδοιασμό μάλιστα.
Μιλούσα συχνά μαζί του κι από τηλεφώνου πάντα, αφού δεν τον γνώριζα προσωπικά, αλλά ούτε και ήταν δυνατόν να τον συναντήσω κάπου, αφού μονίμως ταξίδευε αεροπορικώς, πότε προς την Αθήνα και πότε προς την Αμερική.
Συνομιλώντας όμως μαζί του, μάθαινα και τα εμπόδια που του έβαζαν όλοι αυτοί που συμμετείχαν τότε στις εγκρίσεις δανείων, οι οποίοι τίποτε δεν του επέτρεπαν να κάνει εύκολα, αφού όπως και το έβλεπαν αυτό από την συμπεριφορά του, τίποτε δεν τους επέτρεπε να κερδίσουν, αλλά και με κάθε τρόπο τους το απέκλειε.
Μπροστά σ’ αυτά τα εμπόδια λοιπόν, αν ήταν άλλος στην θέση του θα τα είχε παρατήσει από την αρχή, ή θα προτιμούσε να μην κάνει τίποτε. Αυτός όμως αντιστεκόταν και το πάλευε, γιατί όντως ήθελε να κάνει κάτι καλό στην πατρίδα του, γι’ αυτό και με κανέναν τρόπο δεν συμβιβαζόταν με αυτούς που τον συμβούλευαν εμμέσως πλην σαφώς, ότι μπορούσε να κερδίσει με τα ψέματα κι από τα κλεμμένα τόσα, που ποτέ δεν θα κέρδιζε με την δουλειά του, όσο καλή κι αν ήταν, όσα χρήματα κι αν είχε να επενδύσει σ΄ αυτήν από τα προσωπικά του.
Μαθαίνοντας και οι Αμερικάνοι τα προβλήματά του, τον προέτρεπαν να κάνει το εργοστάσιό του εκεί και με όλο το ποσό εγκεκριμένο από τις δικές τους τράπεζες κι όχι από τα δικά του, αλλά δεν ενέδωσε. Το θεμελίωσε τελικά στην περιοχή που ήθελε, υπερπηδώντας τα εμπόδια που του έβαζαν όλοι αυτοί που σπαταλούσαν από τότε κι επίτηδες τα χρήματα της πατρίδας μας και τώρα μας λένε ότι μόνοι μας χρεωκοπήσαμε.
Ήταν δε τόσο θυμωμένος κι αυτός μαζί τους, που αποφάσισε να το κάνει τέτοιο το εργοστάσιό του, που να τρίβουν τα μάτια τους ακόμη και οι Αμερικάνοι, γι’ αυτό και πήγε στα Γιάννενα, από όπου έφερε έναν νεαρό μεν αλλά άριστο υφαντουργό, στον οποίο εμπιστεύτηκε ανεπιφύλαχτα όχι μόνον τους σκοπούς του, αλλά και την επίβλεψη της μελλοντικής του παραγωγής.
Με αυτόν τον νεαρό και συνομήλικό μου περίπου, μίλησα κι εγώ αρκετές φορές τότε για το που βρισκόταν οι προσπάθειες στους, ο οποίος και μου έκανε επίσκεψη στο γραφείο μου προκειμένου να δει από κοντά με ποιόν κουβέντιαζαν για το θέμα της μεταφοράς των μηχανημάτων τους, κατόπιν προτροπής του εργοδότη του βέβαια.
Από την αρχή λοιπόν και πολύ πριν ακόμη προβούν στην θεμελίωση του εργοστασίου τους, εγκαταστάθηκε κι αυτός μαζί με τον εργοδότη του στο ίδιο χωριό, από όπου επέβλεπαν τα πάντα, ακόμη και για το που και το πως και το σε ποιες θέσεις ακριβώς θα έμπαιναν τα μηχανήματα της μονάδας τους, ώστε όταν αυτά ερχόταν καινούρια από τον κατασκευαστή, να τα τοποθετούσαν κατευθείαν στην θέση που αυτοί προγραμμάτισαν.
Κι από ότι μου εξηγούσε ο νεαρός υφαντουργός, υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος για τον οποίο επιβαλλόταν να μπουν διατεταγμένα τα μηχανήματα σε προκαθορισμένες θέσεις, γιατί από την σωστή και ακριβή τους διάταξη, θα εξαρτόταν και η ποιότητα του προϊόντος που σκόπευαν να παράξουν.
Από τα πρώτα μηχανήματα δηλαδή θα περνούσε το βαμβάκι, στα επόμενα θα γινόταν αυτό κλωστή, τα επόμενα θα την έστριβαν τόσο κι όσο χρειαζόταν, μετά θα την έβαφαν με άλλα μηχανήματα και μετά θα την έπλεκαν έτσι και με τέτοιο τρόπο οι ειδικές γι’ αυτόν τον σκοπό πλεκτικές μηχανές, προκειμένου να καταλήξει η κλωστή σε εσώρουχο, έχοντας απίστευτη ελαστικότητα, χωρίς να υπάρχει πουθενά λάστιχο.
Από όσα μου εξηγούσε και ο ιδιοκτήτης, είχε στον στόχο του να παράγει αυτά τα καινοτόμα ελαστικά ανδρικά εσώρουχα, τα οποία εξ ολοκλήρου θα εξήγαγε στην Αμερική.
Πριν ακόμη κατασκευασθούν τα μηχανήματά του και πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι εγκαταστάσεις του, είχε στα χέρια του αυτός τριετή συμβόλαια και μάλιστα προπληρωμένα από τους Αμερικάνους, για την αγορά των εσωρούχων που θα παρήγαγε, όταν αυτός θα ήταν πια έτοιμος.
Έχοντας λοιπόν αυτήν την ιδική σύμβαση στα χέρια του, θα εξασφάλιζε η πατρίδα μας πολλών εκατομμυρίων σκληρού συναλλάγματος, το οποίο και θα είχε συνεχώς προκαταβαλλόμενο στα ταμεία της, όσο βέβαια η εν λόγω βιομηχανία θα μπορούσε να ανταπεξέρχεται τις υποχρεώσεις της ως προς την ποιότητα, την ποσότητα, αλλά και τον χρόνο παράδοσης της εκάστοτε παραγγελίας που δεχόταν.
Θα δέσμευαν βέβαια οι Αμερικάνοι τα χρήματά τους και με ρήτρες μάλιστα προκειμένου να ασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, αλλά ποιος θα ήθελε να χάσει μια τέτοια προπληρωμένη δουλειά, παίζοντας με τις υποχρεώσεις του;
Δεν ήταν λοιπόν μόνον βλακεία αυτό που έκαναν όσοι υποτίθεται ότι μεριμνούν για τα συμφέροντα του κράτους, όταν εμπόδιζαν έναν τέτοιο επιχειρηματία να ανοίξει μια τέτοια δουλειά στον τόπο μας. Προδοσία κατά του κράτους μας ήταν και κανείς τους δεν ήθελε να το δει.
Αυτός όμως είχε σκοπό να απασχολήσει εκεί εξακόσιους εργάτες κι όχι μόνον. Θα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του κι ένα μέρος της τοπικής παραγωγής σε βαμβάκι, δεδομένου ότι τα εσώρουχα τους θα ήταν αποκλειστικά και μόνο βαμβακερά και τα υπόλοιπα δύο μέρη, θα τα έκανε εισαγωγή από το Πακιστάν, γιατί έτσι είχε υπολογίσει το δικό του κοστολόγιο.
Θα εισήγαγε το περισσότερο βαμβάκι από το Πακιστάν, γιατί τότε ήταν φτηνότερο αυτό από το δικό μας και θα το έκανε κατ’ ανάγκην πια αυτό, δεδομένου ότι είχε να αντιμετωπίσει τον Αμερικάνικο ανταγωνισμό, αφού μόνον εκεί χρησιμοποιούσαν τέτοιας ποιότητας αντρικά εσώρουχα.
Αυτός ήταν ο λόγος άλλωστε που τα μηχανήματά του κατασκευαζόταν όλα στην Αμερική κι αυτός ήταν ο λόγος που έπρεπε να γίνουν πιο σύγχρονα και από αυτά που απαιτούσαν τα Αμερικάνικα δεδομένα.
Τα εσώρουχα που θα παρήγαγαν δηλαδή, θα έπρεπε να είναι ανώτερα κι από αυτά που ήδη διέθετε στην Αμερικανική αγορά ο προυπάρχων εκεί ανταγωνισμός, ο οποίος και τα παρέδιδε ήδη σε άριστη ποιότητα.
Αφού λοιπόν θα απευθυνόταν στην δική τους αγορά, τα μηχανήματά του έπρεπε να γίνουν όχι μόνον πιο μοντέρνα, αλλά και να μπορούν να πλέκουν με τέτοιον τρόπο την κλωστή, ώστε όντως να μην χρειάζονται καθόλου λάστιχο προκειμένου να συγκρατείται το εσώρουχα στο σώμα του χρήστη.
Με αυτήν την καινοτόμα λύση, βεβαίως και τα Ελληνικά εσώρουχα θα γινόταν ασυναγώνιστα στην αγορά της Αμερικής και ως προς την χρήση και ως προς την αντοχή τους, γιατί ως γνωστόν, το λάστιχο δεν αντέχει στο ζεστό νερό και μετά από πολλές πλύσεις γίνεται όντως για πέταμα το εσώρουχο, όχι γιατί λιώνει το πανί, αλλά γιατί χαλαρώνουν ανεπανόρθωτα τα λάστιχά του.
Τέτοια εσώρουχα έβαλε στο μυαλό του να διοχετεύσει αυτός στην αγορά της Αμερικής και γι’ αυτά έδωσε μάχη με τους εμποδιστές του. Επιμένοντας λοιπόν, κατάφερε στο τέλος να θέσει τα θεμέλια της επιχείρησής του κι αφού προγραμμάτισα εγώ να τους επισκεφτώ, δεν ήταν δυνατόν να φύγω από εκεί, χωρίς να δω από κοντά το πόσο σοβαρά αντιμετώπιζαν την δουλειά τους εργοδότης και εργαζόμενος.
Με την φόρα που είχα όμως πηγαίνοντας προς το μικρό χωριό, το προσπέρασα χωρίς να το καταλάβω και βρέθηκα στην Θάλασσα. Μια απέραντη και ανεκμετάλλευτη παραλία απλωνόταν μπροστά μου, η αμμουδιά της οποίας με έκανε να κατέβω από το αυτοκίνητό μου για λίγο και να την απολαύσω έστω κι οπτικά.
Τίποτε δεν υπήρχε εκεί, εκτός από μένα, την αμμουδιά και την θάλασσα. Δεν μου έκανε καρδιά να εγκαταλείψω την ομορφιά τους, αλλά οι επαγγελματικοί μου λόγοι με υποχρέωσαν να το κάνω, γι’ αυτό κι επέστρεψα στο χωριό, από όπου με οδήγησαν στις εγκαταστάσεις των εσωρούχων.
Με υποδέχτηκε ο έμπειρος νεαρός υφαντουργός εκεί, ο οποίο και με ξενάγησε στους χώρους των προσδοκιών τους κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό, μου εξηγούσε συγχρόνως και το που και με ποια σειρά θα τοποθετούσαν τα μηχανήματα τους, στους χώρους που με τόση προσοχή όπως έβλεπα είχαν προετοιμάσει.
Ενημέρωσε και τον εργοδότη του από τηλεφώνου για την άφιξη μου στις εγκαταστάσεις τους, ο οποίος και με κάλεσε με αυτήν την ευκαιρία στην Αθήνα, προκειμένου να μου δώσει προσωπικά ο ίδιος και στο χέρι τις διαστάσεις και το βάρος του κάθε μηχανήματος, όπως και την συσκευασία που θα είχαν αυτά μέχρι να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους.
Ανησυχούσε βλέπετε για την μεταφορά των μηχανημάτων του, αφού και καινούρια ήταν και πανάκριβα ήταν κι από την τσέπη του θα τα πλήρωνε όπως είπα.
Από αρκετό καιρό πριν του ζήτησα να μου δώσει τα παραπάνω στοιχεία, ώστε να προετοιμάσω κι εγώ με την ησυχία μου τον τρόπο, όπως και το κόστος μεταφοράς των μηχανημάτων του, δεδομένου ότι έπρεπε να γνωρίζει εκ των προτέρων κι αυτός το τι έξοδα μεταφοράς είχε να υπολογίζει, όπως και τον τρόπο που θα έκανα εγώ την μεταφορά τους αν μου την εμπιστευόταν τελικά, αφού δεν είχε καταλήξει ακόμη σε ποιόν θα την ανέθετε, δεδομένου ότι μιλούσε και με άλλες εταιρείες διεθνών μεταφορών για ίδιο θέμα.
Αφού με κάλεσε όμως στην Αθήνα, έπρεπε να ανταποκριθώ, γι’ αυτό και του υποσχέθηκα ότι θα το έκανα το συντομότερο δυνατόν. Αυτά είπαμε εκεί κι αφού πήρα μια εικόνα του τι ετοίμαζαν εκεί, αλλά και σε πια φάση βρισκόταν οι ετοιμασίες τους, χαιρέτησα τον νεαρό υφαντουργό κι έφυγα από την περιοχή τους.
Μιχάλης Αλταλίκης