Ο Θάνατος Του Πεθερού Μου

   Από τότε λοιπόν που για δεύτερη φορά από πεθαμένος, βρέθηκε στην ζωή ο καρδιοπαθής πεθερός μου, ζούσε με το ενδεχόμενο να μείνει για τρίτη και τελευταία φορά στον τόπο όπως λέμε, λόγο της κατάστασης της ταλαιπωρημένης του καρδιάς και δεν χρειαζόταν να κάνει κάτι κοπιαστικό για να το πετύχει.

Εκεί που καθόταν δηλαδή και στα καλά καθούμενα μπορούσε και ανά πάσα στιγμή να του συμβεί το μοιραίο. Αυτό άλλωστε μας έλεγαν κάθε φορά και οι γιατροί που τον παρακολουθούσαν.

Εκεί που κάθετε, εκεί και θα μείνει μας έλεγαν. Το ήξερε κι ο ίδιος βέβαια αλλά με κανένα τρόπο δεν ήθελε να δεχθεί το εύθραυστο της υγείας του γι’ αυτό κι έκανε επικίνδυνες για όλους μας κουτουράδες.

Κατά τις μαρτυρίες των γειτόνων μας δηλαδή, έπαιρνε κρυφά από εμένα το αυτοκίνητο μου κι έκανε με αυτό βόλτες στην γειτονιά, ρισκάροντας να σκοτωθεί, ή και να σκοτώσει όποιον άλλον έβρισκε μπροστά του.

Όχι γιατί ήταν ατζαμής σαν οδηγός, αλλά γιατί υπήρχε το ενδεχόμενο να μείνει στο τιμόνι και την ώρα που οδηγούσε κι εξαιτίας αυτού να προκαλέσει μεγάλο, όπως και θανατηφόρο ατύχημα.

Αφότου μου το πληροφόρησαν όμως αυτό οι γείτονες μας, έπαιρνα μαζί μου πλέον τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου όταν έφευγα από το σπίτι και ποτέ πια δεν τα άφηνα όπως πρώτα πάνω στον μπουφέ μας.

Άρχισα να φοβάμαι κι εγώ όπως καταλαβαίνετε από αυτήν την κακή του συνήθεια, μη τυχόν και του προκύψει το μοιραίο την ώρα που οδηγούσε κι εξαιτίας αυτού να γινόμασταν όλοι μαζί υπεύθυνοι για όσα εν αγνεία του αυτός θα μπορούσε να προκαλέσει.

Παρ’ όλα αυτά, πενήντα επτά χρονών ήταν μόνον ο άνθρωπος κι εξαιτίας του, δεν μπορούσε να δεχθεί εύκολα και με κατανόηση την θανατική καταδίκη που τον περίμενε κι αυτός ήταν ο λόγος που τον υποχρέωνε να συμπεριφέρεται τόσο ανεύθυνα.

Τον καταλάβαινα βέβαια, αλλά και δεν μπορούσα να το διακινδυνέψω περισσότερο, επιτρέποντάς τον να οδηγεί με τέτοιο καρδιακό πρόβλημα το αυτοκίνητό μου, προκειμένου να δώσει αυτός στον εαυτό του την αίσθηση του ενεργού ανθρώπου.

Στεναχωρήθηκε στην αρχή μαζί μου είναι αλήθεια, αλλά στην πορεία κατάλαβε τελικά, ότι ήταν πολύ επικίνδυνο αυτό που έκανε και έτσι, κλείστηκε για τα καλά πια στο σπίτι του και καθισμένος στην πολυθρόνα του την έβγαζε στο εξής, όσο κι αν αυτό τον στεναχωρούσε.

Τα απογεύματα όμως, ανέβαινε από το ισόγειο σπίτι του στο δικό μας του τρίτου ορόφου, όπου και καθόταν αρκετές ώρες μαζί μας, προκειμένου να αλλάξει παραστάσεις, αλλά και κουβέντα όπως μας έλεγε. Παίζοντας δε μαζί μου και χαρτιά που του άρεσαν, άλλαζε κατ’ ανάγκη πια πολλές κουβέντες προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Όλο τον χειμώνα εκείνης της χρονιάς λοιπόν, κάπως έτσι τον βγάλαμε. Παίζοντας χαρτιά δηλαδή στο σπίτι μας και πίνοντας πού και πού κανένα τσιπουράκι, για το οποίο βέβαια ποτέ δεν έλεγε όχι, έστω κι αν το έπινε πολύ αραιωμένο με νερό όπως του το συνέστησε ο καρδιολόγος του, προκειμένου να μην αισθάνεται εντελώς αποκομμένος από την ζωή .

Ωστόσο όμως κι αυτός απορούσε μαζί μου τότε, για το πως έφτασα εγώ στο σημείο όπως έλεγε, να διαθέτω δηλαδή χρόνο και ύπνο από τα πρωινά μου και να πηγαίνω τις Κυριακές νωρίς, νωρίς στην εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά όμως, μου έλεγε εμπιστευτικά μια Κυριακή, ότι πολύ καλά έκανα.

Επιστρέφοντας λοιπόν από την εκκλησία μια Κυριακή, πήγα να πιώ στο σπίτι τους καφέ προκειμένου να τον κάνω παρέα, όπου και τον βρήκα να είναι πολύ σκεπτικός. Δεν ήξερα τον λόγο που τον παρουσίαζε σκεπτικό κι επειδή με έκανε εντύπωση η συμπεριφορά του, τον παρακολουθούσα με τρόπο.

Εξ αιτίας αυτού όμως, πρόσεξα ότι κοιτούσε συνεχώς και για αρκετή ώρα μάλιστα την εικόνα της Παναγίας μας, αυτήν δηλαδή που είχαν κρεμασμένη στον τοίχο του σπιτιού τους. Μετά από λίγο όμως και χωρίς να το υπολογίζω αυτό, μου έλεγε κρυφά από τους υπόλοιπους.

– Όταν έρθει από το Άγιο Όρος εκείνος ο πνευματικός σου, θέλω να με πας σ’ αυτόν προκειμένου να εξομολογηθώ.

Του το υποσχέθηκα όπως καταλαβαίνετε και στην πρώτη επίσκεψη που από σύμπτωση μας έκανε αυτός λίγο μετά το Πάσχα εκείνης της χρονιάς, του ανακοίνωσα την επιθυμία του πεθερού μου, ο οποίος κι ευχαρίστως δέχτηκε, όχι μόνον να τον εξομολογήσει αλλά και να τον επισπευτεί στο σπίτι του γι’ αυτόν τον λόγο αν ήθελε, γνωρίζοντας βέβαια το πρόβλημα της υγείας του.

Βεβαίως κι ενημέρωσα τον πεθερό μου για την άφιξη του πνευματικού μου, όπως και για την διάθεσή του να τον επισπευτεί αυτός, προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί, αλλά δεν ξέρω για ποιόν λόγο, μετάνιωσε τελικά ο πεθερός μου και δεν ήθελε πλέων να εξομολογηθεί.

Στα τέλη του Μαΐου όμως εκείνης της χρονιάς κι ενώ βρισκόμουν στο σπίτι μας, άκουσα την πεθερά μου από την ανοιχτή πόρτα τους να φωνάζει δυνατά και να καλεί την γυναίκα μου να κατέβει γρήγορα κάτω.

Όπως της έλεγε ανάμεσα στα κλάματα της, έμεινε στον τόπο ο πεθερός μου κι έμεινε έτσι όπως μας το είχαν πει. Εκεί δηλαδή που καθόταν στην πολυθρόνα του. Έτρεξε στο κάλεσμα της η γυναίκα μου και πίσω από αυτήν έτρεχα κι εγώ όπως καταλαβαίνετε.

Πριν καλά, καλά φτάσω στην εξώπορτά μας όμως, μια φωνή σαν σκέψη μέσα μου, η οποία βεβαίως και δεν ήταν δική μου, με εμπόδιζε να κατέβω. Κι όχι μόνον δική μου δεν ήταν, αλλά και δεν θα μπορούσε να είναι, αφού εγώ είδη έτρεχα από το δωμάτιο που βρισκόμουν προς την εξώπορτα μας ακολουθώντας την γυναίκα μου, σκεπτόμενος και πάλι, πως θα μπορούσα να τον συμπαρασταθώ, όπως έκανα και τις άλλες δύο φορές δηλαδή, που από βεβαιωμένα πεθαμένος, επέστρεψε με την δική μου συμμετοχή στην ζωή.

Κι αυτό που έλεγε εκείνη η εσωτερική και σαν σκέψη φωνή, εμποδίζοντάς με να προχωρήσω, ήταν εντελώς αντίθετο από την δική μου επιθυμία κι αυτό μου έλεγε με σιγουριά.

– Άφησε τον να ξεκουραστεί. Αρκετά κουράστηκε.

Ξαφνιάστηκα όπως καταλαβαίνετε από την επιθυμία της φωνής, γι’ αυτό κι έλεγα μονολογώντας μέσα μου.

– Μα μήπως έκανα κάτι εγώ τις άλλες δύο φορές, που επέστρεψε αυτός από πεθαμένος, ώστε να μου λέει τώρα κάποιος από το εσωτερικό μου, ότι πρέπει να τον αφήσω ήσυχο προκειμένου να ξεκουραστεί;

Δοκίμασα ως τόσο να συνεχίσω τρέχοντας, αλλά με συγκράτησε λογικά η φωνή θα έλεγα, όταν και πάλι επέμενε να μου λέει ότι έπρεπε να τον αφήσω να ξεκουραστεί.

Ούτε τις άλλες δύο, αλλά ούτε και εκείνη την φορά ήξερα τι να κάνω εγώ ώστε να τον επαναφέρω στην ζωή και σίγουρα δεν ήμουν εγώ αυτός που κάτι έκανα, γι’ αυτό λοιπόν και μου φάνηκε πολύ παράξενο, ακούγοντας εκείνη την φράση που έλεγε κάποιος μέσα στο μυαλό μου, άφησε τον να ξεκουραστεί αρκετά κουράστηκε.

Δεν κατέβηκα λοιπόν κάτω και για να μην τον αφήσω μόνο του και σ’ αυτήν την φάση της ζωής του, όπως θα λέγαμε, έμεινα πάνω στο σπίτι μας και παρακαλούσα προσευχόμενος εκεί να του επιτραπεί να ζήσει περισσότερο αν ήταν εφικτό.

Περιττό τώρα είναι να σας πω, ότι τίποτε δεν κατάφερα με αυτήν μου την προσπάθεια, γιατί όταν κατέβηκα μετά από λίγο κάτω, τον είδα να είναι για τρίτη φορά πεθαμένος και να ξεκουράζεται όπως μου είπε εκείνη η φωνή ξαπλωμένος στο κρεβάτι του.

Κάλεσα βέβαια μετά από λίγο τον γιατρό του κι από το τηλέφωνο αυτός μου έλεγε, ότι αφού περιμέναμε αυτήν την κατάληξη, δεν έπρεπε να μας ταράζει το γεγονός.

Ψύχραιμος λοιπόν πλέων, αλλά κι αποφασισμένος να δεχθώ τον θάνατο του, ασχολήθηκα στην συνέχεια με όσα αφορούν το ταξίδι ενός νεκρού, στην τελευταία του κατοικία. Μας στοίχισε το γεγονός, αλλά εφόσον για πέντε χρόνια περιμέναμε από ώρα σε ώρα να τον δούμε να ξεκουράζετε δια παντός κι αφού μας προετοίμασε άλλες δύο φορές για το μοιραίο που τον περίμενε, εύκολα δεχθήκαμε το αποτέλεσμα ως όντως ξεκούραση γι’ αυτόν, ο οποίος πράγματι κι αρκετά ταλαιπωρήθηκε ως ασθενής.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *