Μπήκαμε στον 1987 εν τω μεταξύ κι αφού πέρασαν τρεις μήνες μετά από την έναρξή του, πήγαμε παρέα με τον ηλεκτρολόγο φίλο μου να δούμε, όπως και να πάρουμε την ευχή του πατρός Παϊσίου, αυτού δηλαδή που τώρα τον τιμούμε ως Άγιο πλέον. Και πήγαμε να τον δούμε τότε εμείς, όταν αυτός ήταν ασθενής και βρισκόταν εγκατεστημένος για λόγους θεραπείας, στο γνωστό γυναικείο μοναστήρι της Σουρωτής.
Όταν φτάσαμε εκεί λοιπόν, είδαμε να βρίσκονται πάρα πολλοί άνθρωποι στους χώρους της μονής για τον ίδιο μ’ εμάς λόγο και σύμφωνα με τον αριθμό των πούλμαν που είδαμε πριν από λίγο αραγμένα στην μεγάλη αυλή της μονής, υπολόγιζα ότι μπορεί και να ξεπερνούσαν αυτοί τους πεντακόσιους επισκέπτες.
Επειδή όμως πράγματι ήταν πάρα πολλοί αυτοί, όλοι τους την ίδια σκέψη με εμάς έκαναν όπως τους άκουγα να λένε, ότι θα ήταν αδύνατον δηλαδή να τον δούμε από κοντά και μάλιστα κατ’ ιδίαν όπως πολύ θα το θέλαμε. Αλλά και λόγο της δικής του βεβαρημένης υγείας, μάλλον και γι’ αυτόν θα ήταν υπερβολικά δύσκολο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τόσον πολλών ανθρώπων έστω και καθισμένος.
Όπως αποδείχτηκε κι αυτό όμως λίγο αργότερα και οι μοναχές της μονής έκαναν τις ίδιες με εμάς σκέψεις, δεδομένου ότι βγήκε κάποια στιγμή μία από αυτές κι έλεγε προς όλους μας, ότι λόγω της υγείας του, δεν θα μπορούσε να μας δεχθεί όλους κι έναν, έναν χωριστά ο πατήρ Παϊσιος κι ότι θα έκανε ωστόσο μια προσπάθεια αυτός, ώστε να σταθεί για λίγο όρθιος, έως ότου περνούσαμε με τάξη από μπροστά του, προκειμένου να πάρουμε τουλάχιστον την ευχή του μόνον, για να μην φύγουμε από εκεί στενοχωρημένοι.
Αφού έτσι είχε το πράγμα λοιπόν, προσαρμοστήκαμε κι εμείς στην απόφασή τους κι ένας, ένας μετά, άρχισε να πλησιάζει προς το σημείο που μας υπέδειξε η μοναχή. Μετά από λίγο, πράγματι στάθηκε όρθιος εκεί ο πατήρ Παϊσιος κι αμέσως μετά, ένας, ένας από τους επισκέπτες του, περνούσαν σιωπηλοί από μπροστά του.
Την στιγμή που ήρθε και η δική μας σειρά να τον πλησιάσουμε για τον συγκεκριμένο λόγο, υπήρχε πολύς συνωστισμός όπως καταλαβαίνετε, ο οποίος έκανε δύσκολη την προσέγγιση μας προς τον πατέρα Παϊσιο. Πίσω από εμάς όμως, ακολουθούσαν και τρεις γυναίκες, οι οποίες έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους όπως παρατηρούσα.
Αυτές λοιπόν, εκτός του ότι μας πίεζαν αρκετά, μιλούσαν και μεταξύ τους κι από τα συμφραζόμενα τους κατάλαβα ότι είχαν μεγάλη αγωνία, για το πως θα μπορούσαν να αναφέρουν στον πατέρα Παϊσιο και μάλιστα μπροστά σε όλους αυτούς που τον πλησίαζαν, αυτά που τις βάραιναν, εξαιτίας των οποίων κι έκαναν αυτό το ταξίδι από την Λάρισα στην Σουρωτή.
Αφού δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά όμως, πήρε την απόφαση η μία από αυτές, ώστε, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες, να του αναφέρει τελικά το σκοπό τις επίσκεψής τους, ελπίζοντας βέβαια να ακούσουν από αυτόν, αυτά που αυτές ήθελαν να ακούσουν μάλλον, προκειμένου να δικαιολογήσουν και το δικό τους ταξίδι.
Μετά από μένα βέβαια θα είχαν την ευκαιρία να τον πλησιάσουν, όπως και να εκπληρώσουν τον σκοπό τους, αφού εγώ βρισκόμουν μπροστά τους κι επειδή θα είχαν λίγο χρόνο στην διάθεσή τους, από εκεί που βρισκόταν ξεκίνησε αυτή να του λέει όσα ήθελε κι αυτός ήταν ο λόγος που άκουγα κι εγώ την αναφορά της, η οποία με κάποιο παράπονο στην φωνή της ξεκίνησε να του λέει.
– Πάτερ. Είμαστε τρεις αδελφές.
Με το που άρχισε αυτή να μιλάει αυτό, άκουσα τον πατέρα Παϊσιο να της λέει πολύ σοβαρά.
– Τίποτε, τίποτε. Λογισμοί. Λογισμοί είναι.
Δεν κατάλαβε όμως αυτή, τι ήταν αυτό που της έλεγε, γι’ αυτό κι επανέλαβε την φράση της.
– Ήμαστε τρεις αδελφές Γέροντα και μείναμε ανύπαντρες.
Μέχρι να τελειώσει αυτή την νέα της πρόταση, ο πατήρ Παϊσιος της έλεγε συνεχώς το ίδιο. Τίποτε, τίποτε. Λογισμοί. Λογισμοί είναι.
Πράγματι λοιπόν και δεν καταλάβαινε η γυναίκα, τι ήταν αυτό που της έλεγε, γι’ αυτό και πάλι του επανέλαβε το σκεπτικό της και μάλιστα με πολύ παράπονο την δεύτερη φορά στην φωνή της.
– Κάποιος μας έκανε μάγια Γέροντα.
Πήρα εν τω μεταξύ την ευχή του εγώ κι άφησα τον χώρο ελεύθερο, ώστε να περάσει και η πίσω μου εβρισκόμενη γυναίκα, η οποία δεν σταματούσε να του τονίζει, ότι κάποιος τις έκανε μάγια, όπως δεν σταμάτησε κι ο Άγιος να της επαναλαμβάνει συνεχώς το ίδιο. Λογισμοί. Λογισμοί.
Μετά από αυτό όμως, έλεγα κι εγώ στον εαυτό μου. Και πεντακόσιες φορές να της το πεις αυτό Γέροντα, αυτή δεν πρόκειται καταλάβει τι είναι αυτό που της λες, αφού αγνοεί και την λέξη και το ρήμα κι από ότι φαίνεται, τζάμπα έκαναν οι τρείς τους αυτό το ταξίδι από την Λάρισα μέχρις εδώ, αλλά κι όπως φαίνεται, άλλα περίμεναν να ακούσουν αυτές από εσένα, στηριζόμενες βέβαια τις δικές τους εκτιμήσεις.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του Αγίου όμως, αλλού βρισκόταν η αιτία που αυτές οι καημένες έμειναν ανύπαντρες, παραπλανώντας τον εαυτό τους τόσα χρόνια με λανθασμένες σκέψεις, γι’ αυτό και συνεχώς τις έλεγε το ίδιο μπας και τις συνετίσει, αλλά άδικος κόπος.
Αφού διέφευγε από τις τρείς γυναίκες η πραγματικότητα, ήταν επόμενο μετά, ότι θα έψαχναν να βρουν απαντήσεις, που να συμφωνούν μόνον με όσα αυτές διαλογιζόταν, γι’ αυτό κι απογοητεύτηκαν από την επίσκεψη που έκαναν στον πατέρα Παϊσιο.
Γι’ αυτόν ήρθαν από τόσο μακριά κι όπως το ερμήνευσαν, τίποτε δεν τις είπε για το θέμα που τις αφορούσε, οπότε, άλλη απόφαση έπαιρναν εκείνη την στιγμή όπως άκουγα κι αυτά αποφάσιζαν στα γρήγορα.
Να έρθουμε άλλη φορά εδώ έλεγαν και να κοιτάξουμε να τον δούμε ιδιαιτέρως, ώστε να μας δώσει μια σαφή απάντηση στο πρόβλημα μας. Εδώ μπροστά σε τόσο κόσμο, ίσος και να μην μπορούσε ο άνθρωπος να μας απαντήσει. Ας φύγουμε λοιπόν τώρα αφού έτσι έγινε κι όταν έρθουμε πάλι, τότε θα του πούμε με την ησυχία μας το πρόβλημά μας.
Αυτά λοιπόν είπαν μεταξύ τους κι αφού συμφώνησαν επ’ αυτού, έφυγαν από τον χώρο. Παρατηρώντας τες να φεύγουν όμως, απορούσα είναι αλήθεια, για το πως θα μπορούσαν άραγε αυτές να εντοπίσουν το πραγματικό τους πρόβλημα, αν δεν κατάφερναν να συναντήσουν τελικά τον Άγιο ιδιαιτέρως όπως το ήλπιζαν.
Αυτός βέβαια τις έδωσε απάντησε και ήταν καθαρή και ξάστερη, αλλά γι αυτές τις καημένες, δεν ήταν εύκολο ούτε να την εντοπίσουν, αλλά ούτε και να την καταλάβουν.
Μιχάλης Αλταλίκης