Ο θαλαμοφύλακας που κοιμήθηκε και ο εφιάλτης μου

 Συνέχεια από το προηγούμενο.

Ma Είχα να κάνω μια νυκτερινή αποστολή όμως εκείνο το βράδυ όπως ανέφερα στα προηγούμενα και μ’ αυτήν, έπρεπε να μεταφέρω τον τρελό μας διοικητή στο Λιτόχωρο, προκειμένου να συμμετάσχει σε μια άσκηση που θα γινόταν εκεί για υψηλόβαθμους αξιωματικούς.

 Η εντολή που είχα από τον ίδιο, ήταν να τον παραλάβω από το ξενοδοχείο που έμενε, στις τρεις και δεκαπέντε τα ξημερώματα. Όπως είπα όμως, γύρισα αρκετά αργά από την αποστολή που είχα κάνει εξυπηρετώντας της ανάγκες των Αμερικανών και ενώ έπρεπε να πάω και να γνωριστώ με το τζιπ που θα τον μετέφερα στο Λιτόχωρο δεν το έκανα.

 Έστειλα κάποιον άλλον να μου το φέρει έξω από τον θάλαμο, αλλά από την χαρά που πήρε εκείνος για τα Αμερικάνικα τσιγάρα που του έδωσα ξέχασε να το κάνει. Καλά λέει η παροιμία. Αν δεν έχεις νύχια να ξυστείς, μην περιμένεις να το κάνουν οι άλλοι.

 Βασισμένος λοιπόν στον ¨απολαμβάνοντα¨ τα Αμερικάνικα τσιγάρα, έπεσα στο κρεβάτι μου και πριν με πάρει ο ύπνος, είπα στον θαλαμοφύλακα.

 – Θυμήσου να πεις στον επόμενο από σένα, ότι πρέπει να με ξυπνήσει στις τρεις. Και μη το ξεχάσεις αυτό, γιατί ούτε εσύ, ούτε και αυτός θα απολυθείτε ποτέ από εδώ, αν μάθει ο διοικητής μας ότι έχασε την άσκηση του γιατί ξέχασαν οι θαλαμοφύλακες να ξυπνήσουν τον οδηγό του.

 – Όχι ρε συ. Τρελός είσαι; Είναι δυνατόν να ξεχάσουμε τέτοιο πράγμα; Να, δες. Του αφήνω και γράμμα γι’ αυτό τον λόγο μέσα στο κράνος του.

 Πράγματι και του άφησε το σημείωμα μέσα στο κράνος του όπως μου έδειξε στην συνέχεια, το οποίο όπως είδα, το άφησε στον διάδρομο και μπροστά από το δικό μου κρεβάτι, έτσι ώστε να το δει ο επόμενος θαλαμοφύλακας όταν μετά απ’ αυτόν θα έπιανε υπηρεσία.

 Μην ανησυχείς, έλεγε σε μένα και με διαβεβαίωνε ότι μπροστά στον φόβο που είχε για τις τρελές αντιδράσεις του διοικητού μας, μάτι δεν θα έκλεινε όλη νύχτα, μη τυχόν και γίνει κάποιο λάθος.

 – Άιντε! έλεγε και σ’ αυτούς που ακόμη ήταν ξυπνητοί και ζητούσαν να τους πω τι θα έκανα με τον διοικητή μας στο Λιτόχωρο. Αφήστε τον τώρα ήσυχο να κοιμηθεί και κάντε και εσείς το ίδιο, γιατί είναι ήδη πολύ αργά και αυτός έχει να κάνει νυχτερινό δρομολόγιο.

Αυτά λέγοντας, έσβησε και τα φώτα του θαλάμου.  Έκλεισα τα μάτια μου εγώ και γύρισα από την άλλη πλευρά, έτσι ώστε να μπορεί ο Λαρισαίος που κοιμόταν στο διπλανό από το δικό μου κρεβάτι να με τραβήξει από το μανίκι αν ήθελε, για να γλυτώσει το ξύλο που έτρωγε από τα ζούδια όπως τα έλεγε και ευτυχώς γι’ αυτόν, από τότε που πείστηκε ότι εγώ τα έδιωχνα μακριά του, δεν ήρθαν ποτέ να τον επισκεφτούν.

 Έπρεπε όμως να απαλλαγεί και από την δική μου συμμετοχή στην δική του νυχτερινή ζωή, γι’ αυτό και σκεπτόμουν εκείνη την στιγμή το τι άλλο θα μπορούσα να κάνω γι’ αυτό το θέμα, ώστε να ζει στο εξής αυτός ελεύθερος και από την δική μου παρουσία στο μέλλον.

 Με πήρε ο ύπνος λοιπόν καθώς σκεφτόμουν το πως θα δώσω λύση στο πρόβλημα του Λαρισαίου και δεν με πήρε μόνον, αλλά και κοιμήθηκα για τα καλά όπως αποδείχτηκε και τόσο καλά μάλιστα που έβλεπα όνειρο.

 Το όνειρο όμως που έβλεπα ήταν εφιάλτης, γιατί έβλεπα σ’ αυτό ότι ξημέρωσε και ότι ξέχασε ο θαλαμοφύλακας να με ξυπνήσει. Εξαιτίας αυτού όμως, δεν πήγα να πάρω τον διοικητή μας από το ξενοδοχείο του.

 -Αλλοίμονό μου, έλεγα μέσα μου. Τώρα τι θα κάνω και πως θα δικαιολογηθώ;

 Μ’ αυτόν τον φόβο στο μυαλό λοιπόν, ξύπνησα στην πραγματικότητα και έντρομος σηκώθηκα από το κρεβάτι μου να δω τι ώρα είναι, ελπίζοντας να είναι όντως όνειρο αυτό που με τρόμαξε.

 Όταν είδα όμως το ρολόι μου να δείχνει τρεις και δέκα, τα έχασα και φώναζα τον θαλαμοφύλακα που δεν έλεγε να μ’ ακούσει, γιατί ροχάλιζε από τον ύπνο που είχε και δεν άκουγε τίποτε. Ξύπνησαν όλοι οι άλλοι που κοιμόταν στον θάλαμο μας, αλλά όχι αυτός.

– Τι έκανες ρε;! του έλεγε κάποιος και τον τραβούσε από το μανίκι να ξυπνήσει. Ήταν ξαπλωμένος αυτός πάνω σ’ ένα άδειο κρεβάτι δίπλα από την σόμπα και κοιμόταν του καλού καιρού. Και δεν επρόκειτο να ξυπνήσει με τίποτε από μόνος του, αν δεν τον τραβούσαν από τα πόδια να σηκωθεί.

 Όταν επιτέλους ξύπνησε και από τις φωνές των άλλων κατάλαβε τι είχε κάνει, έτρεχε πίσω μου να με παρακαλά να μην αναφέρω τι έγινε, γιατί και αυτός λίγες μέρες φυλακής ακόμη υπηρετούσε και περίμενε να απολυθεί.

 Την διαδρομή που είχα να κάνω από το στρατόπεδο έως το Κιλκίς, την ήξερα τόσο καλά, όσο δεν την ήξερε κανείς άλλος. Λόγω της καθημερινής της χρήσης, την είχα χρονομετρημένη εκείνη την διαδρομή και την έκανα σε τέσσερα λεπτά κάτω απ’ οποιοσδήποτε συνθήκες.

 Εκείνη την φορά όμως, είχα στην διάθεση μου μόνον πέντε λεπτά και αυτά πάλι, από την στιγμή που είδα το ρολόι μου να λέει τρεις και δέκα. Μου έμενε λοιπόν ένα λεπτό να ντυθώ, να βγω έξω από τον θάλαμο, να ανέβω στο τζιπ που δεν είχα οδηγήσει ποτέ και να βάλω μπροστά την μηχανή του.

 Φόρεσα λοιπόν τα ρούχα μου χωρίς να τα κουμπώσω. Φόρεσα τα άρβυλα μου χωρίς να τα δέσω και έφυγα σαν βολίδα από τον θάλαμο, προκειμένου να πάω στο τζιπ, νομίζοντας ότι βρισκόταν έξω από το θάλαμο.

 Απογοητεύτηκα όταν δεν το είδα να με περιμένει εκεί που ήλπιζα, αλλά και πιο πολύ απογοητεύτηκα από εκείνη την καταρρακτώδη βροχή που  έβλεπα να πέφτει ασταμάτητα.

 Μέχρι να πάω εκεί που βρισκόταν το τζιπ, γύρv στα εκατό μέτρα μακριά από τον θάλαμο που κοιμόμουν δηλαδή, έγινα μούσκεμα. και όταν μπήκα μέσα και δοκίμασα να το βάλω σε κίνηση, αυτό δεν έπαιρνε μπροστά με τίποτε.

 Κόντευε να εξαντληθεί η μπαταρία του και ακόμη παιδευόμουν. Πήρε όμως επιτέλους μπροστά και όταν το έκανε αυτό, έφυγα από την πλατεία τρέχοντας, με την μόνη διαφορά ότι όλο αυτό τον χρονικό διάστημα, έψαχνα να βρω το κουμπί που έδινε εντολή στους υαλοκαθαριστήρες να γυρίσουν και δυστυχώς για μένα, πουθενά δεν το έβρισκα.

 Όταν έβγαινα φορτσάτος από την πύλη, άκουσα τον σκοπό να μου υπενθυμίζει ότι έπρεπε να ανάψω την μεγάλη σκάλα στα φώτα μου. Τα μεγάλα φώτα ήταν αναμμένα, αλλά οι λάμπες του προφανώς ποτέ δεν αλλάχτηκαν, αφού εκείνο το τζιπ δεν έκανε δρομολόγια και αυτός που το οδηγούσε, δεν ήξερε ότι ήταν απαραίτητη αυτή η αλλαγή.

 Έστριψα αριστερά βγαίνοντας από την πύλη και μπήκα γρήγορα στον δρόμο για το Κιλκίς. Από την πολύ δυνατή βροχή όμως, τίποτε δεν έβλεπα μπροστά μου. Ούτε και το καπό του τζιπ μπορούσα να διακρίνω.

 Προσπαθώντας να βρω το κουμπί των υαλοκαθαριστήρων τουλάχιστον, ανακάλυψα ότι το τζιπ διέθετε και χειροκίνητο τρόπο καθαρισμού των παρμπρίζ, με την χρήση ενός μικρού ενσωματωμένου λεβιέ που βρήκα λίγο ποιο πάνω από το παρμπρίζ. Αφού αυτό βρήκα όμως, μ’ αυτό καθάριζα τα τζάμια, αλλά και πάλι δεν έβλεπα τίποτε μπροστά μου.

 Επειδή χασομερούσα έχοντας το ένα χέρι μου απασχολημένο με τους υαλοκαθαριστήρες και μόνο με το άλλο δεν μπορούσα να κουμπώσω τα ρούχα μου, όπως και να δέσω τα κορδόνια μου, παράτησα τον μηχανισμό των υαλοκαθαριστήρων.

 Δάγκωσα στην συνέχεια το τιμόνι για να κρατώ την πορεία μου σταθερή και εφόσον ο προορισμός μου είχε μόνον δύο στροφές και από πείρας ήξερα πού ακριβώς βρισκόταν αυτές, άφησα τα χέρια μου από το τιμόνι να ασχοληθούν με το να κουμπωθώ, μη τυχόν και με δει έτσι ατημέλητο ο διοικητής μας και βρει αφορμή από αυτό, ώστε να μου ρίξει φυλακή.

 Είχε την φυλακή πρόχειρα κάτω από την γλώσσα του αυτός κι εγώ δεν ήθελα ούτε μια μέρα επιπλέον να υπηρετήσω από την εφεδρεία που ήδη βρισκόμουν. Όπως το είπα και άλλη φορά αυτό, μέσα στις γνώσεις και στις υποχρεώσεις εκείνου του τρελού διοικητού, δεν υπήρχε χώρος και λόγος να υφίσταται η διάκριση ως μέσον ασφαλούς για όλους και για όλα διοίκησης.

 Ήταν διοικητής της τιμωρίας και της καταστροφής των όσων η πατρίδα του του εμπιστεύτηκε και έκανε ό, τι ήταν δυνατόν ώστε να πετύχει τον στόχο του σε όσα του ανέθεσαν οι ανώτεροι του, οι οποίοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα των έργων του, γι’ αυτό και δεν υπήρχε λόγος να του κάνουν κάποια επιθεώρηση εποικοδομητικής διοίκησης.

 Αυτήν όμως την ανεξέλεγκτη και απρόβλεπτη συμπεριφορά του, την φοβόμουν κι εγώ όπως όλοι και την φοβόμουν μάλιστα, περισσότερο και από το πιο παράτολμο πράγμα που θα μπορούσα να επιχειρήσω σ’ εκείνο το μεταμεσονύχτιο δρομολόγιο που επιχειρούσα, για τους δικούς του λόγους.

 Ωστόσο και επειδή δεν ήταν δική μου υποχρέωση να εξετάζω τις δικές του κακές ενέργειες, έκανα αυτό που εγώ ήξερα, γι’ αυτό και οδηγούσα στα τυφλά και παράτολμα την νύχτα και μάλιστα κάτω από καταρρακτώδη βροχή.

 Ήλπιζα βέβαια ότι θα έβλεπα τα φώτα του οποιουδήποτε αυτοκινήτου ερχόταν εκείνη την ώρα από την απέναντι πλευρά.

 Ήξερα και ότι έβαζα σε κίνδυνο την ζωή μου με όσα επιχειρούσα εκείνη την νύχτα, αλλά αυτός δεν ήταν ικανός λόγος να με κάνει να σταματήσω, ή ν’ αργοπορήσω στο ραντεβού μου γιατί ενδόμυχα ήμουν αποφασισμένος να υπακούσω όπως είχα υποχρέωση στην διαταγή του διοικητή μου, έστω και αν αυτός δεν άξιζε την προσφορά μου, έστω και αν αυτός δεν ήταν σε θέση να την εκτιμήσει, έστω και αν ήξερα, ότι αυτός δεν θα μπορούσε να κάνει το ίδιο για μένα ή για κάποιον άλλον.

 Οδηγούσα λοιπόν το τζιπ που δεν ήξερα, την νύχτα που έβρεχε και δεν έβλεπα τίποτε μπροστά μου, χωρίς να φοβάμαι, γιατί εκτός των άλλων ήμουν σίγουρος ότι στήριζε και κατεύθυνε την πρόθεσή μου με ασφάλεια, όπως πολλές φορές το αναφέρω, η διαπαντός και πανταχού παρούσα Παναγία μας.

 Είχα κι εγώ τις ευθύνες μου όμως για όσα μου προέκυψαν, γιατί έπρεπε να πάω στο τζιπ πριν κοιμηθώ και να εξοικειωθώ μ’ αυτό και με τα όργανα του, έτσι ώστε να μην έβαζα τον εαυτό μου σε περιπέτειες όπως το σκεπτόμουν εκείνη την στιγμή, αλλά όπως είπα, τεμπέλιασα και έστειλα άλλον αντί για μένα να το φέρει στον χώρο που το ζήτησα, με αποτέλεσμα να μη δω τα προβλήματα και τις ιδιαιτερότητες που αυτό είχε.

 Αν έκανα την δουλεία μου όπως έπρεπε, θα εντόπιζα που ήταν κρυμμένο εκείνο το κουμπί για τους υαλοκαθαριστήρες και δεν θα έψαχνα απεγνωσμένα τότε να το βρω και επειδή δεν το έβρισκα έβαζα σε κίνδυνο την ζωή μου, αφού οι συνθήκες που το οδηγούσα ήταν όντως επικίνδυνες και σε κανένα και για κανένα λόγο, δεν θα συνιστούσα να κάνει το ίδιο.

 Ωστόσο, η βροχή ήταν πολύ δυνατή και εγώ δεν έβλεπα ούτε μέσα, ούτε  έξω από το αυτοκίνητο, αφού παντού υπήρχε μαύρο σκοτάδι. Κρατούσα το τιμόνι πότε με τα δόντια μου όπως είπα και πότε με το στήθος μου για να κρατώ το τζιπ σε σταθερή πορεία όπως ήθελα, έως ότου να κουμπώσω τα ρούχα μου και να δέσω τα κορδόνια μου.

 Μετά από λίγο έφτασα αισίως στην διασταύρωση με τον κεντρικό δρόμο της πόλης, τα φώτα του οποίου με βοήθησαν κάπως να δω που είμαι και έτσι στρίβοντας αριστερά και μετά από εκατό μέτρα δεξιά, συναντήθηκα με τον στενό δρόμο που οδηγούσε στο ξενοδοχείο που έμενε ο διοικητής μας.

 Έστριψα πάλι αριστερά και στα είκοσι περίπου μέτρα από την γωνία του δρόμου, σταμάτησα μπροστά στην φωτισμένη πόρτα του ξενοδοχείου. Προσπάθησα αλλά δεν μπορούσα να δω τι ώρα ήταν, αν και δεν με ενδιέφερε πλέον, γιατί νόμιζα ότι άργησα πολύ, οπότε την φυλακή την είχα σίγουρη.

 Κινδύνευα από φυλακή και για το ατημέλητο της εμφάνισης μου, γι’ αυτό και πάσχιζα αυτήν τουλάχιστον να την γλιτώσω, αφού τον τελευταίο κόμπο στα άρβυλα μου τον έκανα όταν πια σταμάτησα.

 Όπως ήμουν σκυμμένος όμως στην προσπάθεια μου να δέσω τα κορδόνια μου, είδα τα πόδια του διοικητή μας να πατούν στα σκαλοπάτια καθώς κατέβαινε από την εσωτερική ξύλινη σκάλα του ξενοδοχείου.

 Όταν τελείωσα με το δέσιμο, έσπρωξα την πόρτα του τζιπ και βγήκα γρήγορα έξω από αυτό. Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού για να μπει μέσα ο διοικητής μου, αδιαφορώντας αν γίνω εγώ ακόμη μια φορά μούσκεμα, μπροστά στο να βραχεί όσο γίνεται λιγότερο αυτός.

 Ήλπιζα βέβαια ότι θα εκτιμούσε τις συνθήκες που ήρθα αργοπορημένος στο ραντεβού μας και δεν θα έδινε σημασία σ’ αυτήν την ούτως ή άλλως όχι εξ υπαιτιότητάς μου αργοπορία. Ήλπιζα ακόμη ότι όταν θα έβλεπε την αυτοθυσία μου να τον προστατεύσω από το να μη βραχεί πολύ αυτός, ότι θα μαλάκωνε και ο ενδεχόμενος θυμός του, αν όντως ήταν θυμωμένος.

  Όταν έβγαινε αυτός από την εξώπορτα του ξενοδοχείου, εγώ κρατούσα την πόρτα του τζιπ όπως είπα, γι’ αυτό και δεν πρόσεξα ότι είχε στα χέρια του μια ανοιχτή ομπρέλα.

 Έσπρωξε λοιπόν την πόρτα του τζιπ όταν μας πλησίασε και μπήκε μέσα έχοντας την ομπρέλα του πάνω από το κεφάλι του. Δεν έδωσε καμιά σημασία στο ότι εγώ βρεχόμουν όσο αυτός δίπλωνε την ομπρέλα του και δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό που του έκανα. Κάθισε καλά στο κάθισμα του και μετά μου είπε αυστηρά.

 – Μπες μέσα. Θα κλείσω εγώ την πόρτα. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.

 Όταν επιτέλους κάθισε καλά στην θέση του συνοδηγού, τότε μόνον έκανα εγώ τον γύρο του τζιπ προκειμένου να καθίσω στην δική μου θέση. Η μηχανή του τζιπ όμως δούλευε και με το που κάθισα κι εγώ στην θέση του οδηγού, ξεκίνησα αμέσως.

 Πήρα θέση στο κέντρο του δρόμου και πάτησα το γκάζι αποφασισμένος να κερδίσω όσο χρόνο έχασα από την καθυστέρηση μου, ώστε να μην εκθέσω τον διοικητή μου στο ραντεβού που είχε με την υπηρεσία του.

  Στο επόμενο λεπτό όμως, σήκωσε το χέρι του αυτός και κοιτώντας το ρολόι του έλεγε σε μένα.

 – Καθυστέρησες την αποστολή σου κατά ένα λεπτό. Είχαμε συνάντηση στις τρεις και δεκαπέντε και εσύ ήρθες στις τρεις και δεκαέξι λεπτά. Αυτό, δεν είναι δείγμα καλού στρατιώτη, ούτε δείγμα υπεύθυνου οδηγού.

 Μ’ αυτήν την καθυστέρηση, θα γίνεις εσύ πρόξενος της κακής και αναξιόπιστης εικόνας του διοικητού σου και αυτό θα σου το χρεώσω. Ο διοικητής σου είχε μεγίστης εθνικής σημασίας αποστολή κι εσύ, με την ανευθυνότητά σου, την καθυστέρησες κατά ένα ολόκληρο λεπτό, γι’ αυτό και η τιμωρία σου θα είναι ανάλογη της καταστροφής που θα προκαλέσεις με την καθυστέρηση σου.

 Και χωρίς να πάρει ανάσα, ή ν’ αφήσει χρόνο και σε εμένα ν’ απολογηθώ τουλάχιστο, είπε με θυμό.

 – Έτσι θα με πας στην αποστολή μου;

 Το είπε αυτό ο διοικητής μας, γιατί ενώ αυτός μου έλεγε τα παραπάνω, εγώ καθάριζα το παρμπρίζ από τα νερά με κείνο το χειροκίνητο σύστημα, αφού όπως είπα, δεν ήξερα που ήταν το κουμπί των υαλοκαθαριστήρων.

 – Με το ένα χέρι θα οδηγείς είπε αυτός και με το άλλο θα καθαρίζεις τα τζάμια;

 Και ενώ έλεγε αυτά, πάτησε κάτι στο ταμπλό που εγώ δεν είδα κι αμέσως άρχισαν οι υαλοκαθαριστήρες να κινούνται. Με την διαφορά όμως, ότι και πάλι χωρίς αποτέλεσμα, γιατί όντως δεν βλέπαμε τίποτε. Μόλις το συνειδητοποίησε αυτό, έβαλε τις φωνές.

 – Δεν βλέπω τίποτε. Που πας έτσι στα τυφλά; Θέλεις να με σκοτώσεις; Έχω οικογένεια εγώ και δεν θέλω να τους αφήσω στο δρόμο. Σταμάτα. Που πας έτσι χωρίς να βλέπεις;

 Σταμάτησα κι εγώ αφού έτσι ήθελε και ως υπάκουος στρατιώτης περίμενα τις διαταγές του.

 – Ξεκίνα, είπε πάλι, αλλά πήγαινε πιο σιγά.

 Κώλυσε το πρόσωπό του στο παρμπρίζ ελπίζοντας ότι έτσι θα βλέπει καλύτερα και κουβέντα δεν έλεγε μετά. Εγώ πάντως έμεινα έκπληκτος, γιατί δεν περίμενα να ακούσω ότι καθυστέρησα μόνον ένα λεπτό. Υπολόγιζα ότι καθυστέρησα τουλάχιστον πέντε λεπτά.

 Όσο για τα υπόλοιπα που αυτός είπε, εγώ θα μπορούσα να τα διορθώσω όλα και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο, στηριζόμενος βέβαια σε όσα νωρίτερα ανέφερα, περί της πανταχού προστασίας μου από την Παναγία μας, γι’ αυτό και του το είπα κάπως αυθόρμητα αυτό.

 – Μη στεναχωρήστε κύριε διοικητά, είμαι έμπειρος οδηγός εγώ και έχω πολλές δυνατότητες. Μπορώ να σας καλύψω, όχι από ένα λεπτό καθυστέρησης σ’ αυτήν την διαδρομή, αλλά από τριάντα ένα αν το θέλετε εσείς, όπως και οι εθνικοί λόγοι που αναφέρατε πριν από λίγο. Μπορώ δε να σας πάω στον προορισμό σας, με απόλυτη ασφάλεια για σας και για την αποστολή σας, αρκεί να με εμπιστευτείτε.

 Ήταν κολλημένος στο παρμπρίζ του τζιπ αυτός από τον φόβο του όπως είπα και κόντευε να βγει έξω απ’ αυτό, στην προσπάθεια του να δει στον δρόμο που ακολουθούσα. Όταν άκουσε όμως να του λέω εγώ, όσα εκείνη την στιγμή βγήκαν αυθόρμητα από μέσα μου, φοβήθηκε ακόμη περισσότερο.

 – Τι λες ρε; Είσαι τρελός; Που θα πάμε ρε με τέτοιον καιρό; Εσύ είσαι ο καλός οδηγός; Σταμάτα ρε να δούμε που πάμε.

 Σταμάτησα και εγώ όπως μου το ζήτησε, ενώ αυτός άνοιξε την πόρτα του τζιπ να δει την άσφαλτο, γιατί νόμιζε ότι βγήκαμε από τον δρόμο, για τον λόγο ότι τραντάχτηκε το τζιπ από τις πολλές λακκούβες που υπήρχαν σε κείνο το σημείο κι επειδή αυτός δεν το ήξερε, φοβήθηκε.

 – Ξεκίνα πάλι είπε. Πήγαινε όμως πιο σιγά, γιατί θέλω να βλέπω που πάμε.

 Είχε τεντωμένα τα μάτια του και κοίταζε με πολύ προσοχή προς τα έξω και το έκανε αυτό έτσι, που φαινόταν σαν κάτι να έψαχνε, γι’ αυτό και όταν φτάσαμε στο σημείο που αυτός πράγματι ήθελε να βρει, είπε επιτακτικά.

 – Στρίψε δεξιά.

 – Αριστερά πρέπει να πάμε κύριε διοικητά του είπα και πάτησα φρένο.

 – Εγώ είμαι ο διοικητής, είπε αυτός, όχι εσύ. Γι’ αυτό, κάνε αυτό που σου είπα.

 Όπως ήταν επόμενο λοιπόn, έστριψα δεξιά και μπήκα σε μια διασταύρωση που οδηγούσε προς το Πολύκαστρο.

 – Αν δεν κάνω λάθος κύριε διοικητά του είπα ψύχραιμα, στο Λιτόχωρο θέλετε να σας πάω κι από ό, τι θυμάμαι βιάζεστε. Για το ένα λεπτό που καθυστέρησα εγώ την αποστολή σας, εσείς μου είπατε ένα σορό λόγια. Μέσα από το Πολύκαστρο πάντως, δεν μπορούμε να πάμε γρηγορότερα στο Λιτόχωρο με τίποτε.

 – Κάνε ότι σου λέω εγώ, είπε αυτός. Και δεν θα με πας πουθενά εσύ. Εγώ θα πάω στο Λιτόχωρο και θα πάω, απ’ όπου σου πω εγώ. Εσύ κοίτα να οδηγείς το τζιπ, πρόσθεσε αυστηρά και ν’ αφήσεις τις εξυπνάδες.

 Από κει και μετά, άχνα δεν έβγαλα εγώ και όπως ήταν φρόνιμο για μένα, αφέθηκα να με κατευθύνει αυτός όπου ήθελε, αποφεύγοντας έξυπνα την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του. Μετά από λίγο, είτε γιατί βγήκαμε από τον χώρο που ξεφόρτωναν τα σύννεφα το βαρύ φορτίο τους, είτε γιατί αυτά απομακρύνθηκαν από την περιοχή, έβρεχε μεν αλλά με τρόπο που μπορούσαμε να βλέπουμε τόσο μπροστά μας, όσο και γύρω μας.

 Με τις δικές του εντολές όμως, στρίψε αριστερά, στρίψε δεξιά, κάνε σιγά, πρόσεχε τις λάσπες, κάνε πίσω γιατί δεν βγαίνει από εδώ και οδηγώντας το τζιπ μέσα από πολλούς χωραφόδρομους των ευρύτερων περιοχών του Πολυκάστρου, των Γιαννιτσών, της Βέροιας και της Κατερίνης, φτάσαμε επιτέλους στο Λιτόχωρο, μόνο που η ώρα ήταν έξη παρά τέταρτο.

 Αν με άφηνε να τον πάω εγώ από την άσφαλτο και από τον κανονικό δρόμο, Κιλκίς, Θεσσαλονίκης, Κατερίνης, θα ήμασταν στο Λιτόχωρο το πολύ στις πέντε παρά τέταρτο και αυτός θα ήταν συνεπής στο ραντεβού που είχε με την υπηρεσία του.

 Από εκεί που αυτός διάλεξε να πάμε όμως, αντί να φτάσουμε στις πέντε όπως ήταν στο πρόγραμμα του, φτάσαμε τρία τέταρτα αργότερα και επειδή καθυστερήσαμε πολύ την αποστολή του, ο αξιωματικός υπηρεσίας που ήταν στην πύλη, δεν του επέτρεπε να μπει στον χώρο που θα γινόταν η άσκηση.

 Μετά από ένα τέταρτο διαβουλεύσεων όμως με τους φρουρούς της πύλης και τον αξιωματικό υπηρεσίας εκείνου του στρατοπέδου, τον έβαλαν επιτέλους μέσα κατά τις έξη, ενώ εμένα με έστειλαν να περιμένω την επιστροφή του σε μια άκρη έξω από το στρατόπεδο.

 Δεν ήξερα που στάθηκαν οι οδηγοί των άλλων διοικητών, γιατί εκεί που έβαλαν εμένα να περιμένω δεν ήταν κανείς και όταν πήγα στην πύλη να ρωτήσω το που θα μπορούσα να πιω ένα καφέ τουλάχιστον, ή να φάω κάτι αν υπήρχε, μου είπαν ότι δεν υπήρχε τίποτε εκεί και με έδιωξαν φανερά ενοχλημένοι από την συμπεριφορά του διοικητού μας.

 – Κάνε υπομονή μου είπε κάποιος απ’ αυτούς λίγο αργότερα και περίμενε εκεί που είσαι. Το πολύ μέχρι τις δώδεκα θα έχει τελειώσει η άσκηση, οπότε και θα φύγετε. Μη χαθείς όμως από εκεί που είσαι, γιατί δεν έχουμε καμιά όρεξη να σε ψάχνουμε.

 Αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, μπήκα στο τζιπ και περίμενα να περάσουν οι ώρες μέχρι τις δώδεκα. Δεν είχα τι να κάνω εκεί μόνος, γι’ αυτό και έψαχνα από συνήθεια τον εαυτό μου, έτσι όπως όταν κάνουμε το ταμείο μας.

 Άρχισα τον απολογισμό μου, ξεκινώντας από τις ασθένειες μου, γιατί ερχόταν χειμώνας και φοβόμουν μην μου εμφανιστούν και πάλι οι χιονίστρες στα χέρια μου. Τους δύο προηγούμενους χειμώνες την γλίτωσα, γιατί πρόλαβα την εμφάνισή τους, αφού έτριβα συνεχώς τα χέρια μου με την προσθήκη λιπαντικού, όποιου και αν έβρισκα πρόχειρα μπροστά μου.

 Το έκανα αυτό, γιατί ήθελα να βοηθήσω κάπως την κυκλοφορία του αίματος στην επίμαχη περιοχή, ελπίζοντας ότι κάτι θα καταφέρω και όπως αποδείχτηκε, όντως δεν μου εμφανίστηκαν οι χιονίστρες.

 Όλες τις υπόλοιπες ασθένειες όπως αυτήν της δυσκοιλιότητας, τον πόνο και το μόνιμο σφύριγμα που είχα στο δεξί μου αυτί, το αναπνευστικό μου πρόβλημα που μ’ εμπόδιζε ν’ αναπνεύσω μέρα και την νύχτα και δεν με άφηνε να κοιμηθώ ήσυχος, όπως και τις ενοχλήσεις που είχα στο στομάχι μου, τις αντιμετώπιζα όλες με πολύ υπομονή, γιατί τις είχα μόνιμη συντροφιά μου από τα παιδικά μου χρόνια και γιατί αυτές ποτέ δεν θέλησαν να με εγκαταλείψουν.

 Η ανορεξία που είχα μου έφυγε κάπως, αφού με την συμπαράσταση του αχόρταγου Κρητικού, ήταν συνεχώς σε δραστηριότητα, δεδομένου ότι αυτός δεν με άφηνε ποτέ νηστικό. Αυτά ήρθαν σαν θύμηση στο μυαλό μου και αμέσως μετά, πέρασα στο επίμαχο θέμα, του τι θα κάνω όταν μετά από δύο μήνες θα απολυθώ και θα βρεθώ αντιμέτωπος με την ζωή μου.

 Ο απολογισμός μου περιελάμβανε και αυτό το θέμα, για το πως δηλαδή θα ζήσω την ζωή μου και το τι θα κάνω ως εργαζόμενος, αφού δεν είχα στα χέρια μου κάτι που να μου ταιριάζει, να μου αρέσει, να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μου και να καλύπτει το δυναμικό μου, αυτό που δεν μπορούσα ούτε να ελέγξω αλλά ούτε και να το κατευθύνω.

 Από τότε λοιπόν έψαχνα, μήπως και βρω κάποια εργασία από την οποία να σκαλώσω και να παλέψω και εγώ μαζί της για την ζωή μου. Όσο και αν έψαχνα όμως μέσα μου και γύρω μου, δεν έβρισκα τίποτε που να μου ταιριάζει κι επειδή αρνήθηκα και την δουλειά που μου πρότειναν οι Αμερικάνοι, μ’ απασχολούσε όλο και περισσότερο το τι θα κάνω στην ζωή μου.

  Με στεναχωρούσε αυτή η αδιέξοδη ενασχόληση του μυαλού μου, γι’ αυτό και όταν έφτανα κάπου εδώ σταματούσα, όπως έκανα και τότε, γιατί αδυνατούσα να δώσω λύση.

 Τράβηξα τις σκέψεις μου όπως καταλαβαίνετε από το τι θα κάνω όταν απολυθώ και κοίταξα το ρολόι μου να δω την ώρα, γιατί όπως είπα περίμενα την επιστροφή του διοικητού μου.

 Η ώρα πήγε μία το μεσημέρι όμως και όπως έβλεπα, άρχισαν σιγά σιγά και ένας ένας να βγαίνουν έξω όλοι οι άλλοι αξιωματικοί από κείνο τον χώρο, συνοδευόμενοι βέβαια από τους προσωπικούς τους οδηγούς.

 Η βροχή είχε σταματήσει από πολύ ώρα πριν και ο ουρανός ήταν καθαρός από σύννεφα. Όλα προϋπέθεταν λοιπόν ότι θα είχαμε μια καλή επιστροφή, μόνον που εγώ φοβόμουν, ότι δεν θα γλίτωνα την φυλακή που μου υποσχέθηκε ο διοικητής μας, ο οποίος αργούσε πολύ ακόμη να έρθει έξω.

 Έφυγαν όλοι οι άλλοι αξιωματικοί, αλλά ο δικός μου διοικητής δεν έλεγε να φανεί και όταν πια έγινε τρεις, τον είδα να με πλησιάζει φορτσάτος. Για να προλάβω κάπως τις δικές του σκέψεις, έβαλα μπροστά την μηχανή και περίμενα όρθιος στην πλευρά του συνοδηγού, κρατώντας την πόρτα του τζιπ ανοιχτή, προκειμένου να μπει αυτός γρήγορα μέσα. Πριν ακόμη με πλησιάσει όμως, φώναζε.

 – Μπες μέσα και ξεκίνα.

 Άφησα την πόρτα ανοιχτή, έκανα τον γύρω του τζιπ και μπήκα στην θέση μου αφού έτσι ήθελε και μόλις μπήκε και αυτός μέσα ξεκίνησα, αλλά και τον ρωτούσα θέλοντας να δω τις διαθέσεις του, αφού ήξερα ότι θα επιστρέφαμε στο Κιλκίς.

 – Που θέλετε να σας πάω κύριε διοικητά;

 – Πίσω στο ξενοδοχείο είπε αυτός ξερά.

 Μπήκα στον δρόμο κανονικά και έπιασα την δεξιά λωρίδα ακολουθώντας την πορεία τον προπορευόμενων οχημάτων, πηγαίνοντας σκοπίμως με ογδόντα, στην προσπάθεια μου να καθυστερήσω κάπως και όσο γινόταν περισσότερο την επιστροφή μας, κάνοντας τους δικούς μου υπολογισμούς.

 Αν αργούσαμε τόσο που να βρισκόμασταν στο Κιλκίς μετά τις πέντε, θα ζητούσε να τον αφήσω στο ξενοδοχείο. Αν πάλι πηγαίναμε νωρίτερα εκεί, τότε θα ήθελε να πάμε στο στρατόπεδο, οπότε την φυλακή δεν θα την γλίτωνα με τίποτε.

Αυτός όμως είχε τα δικά του σχέδια, γι’ αυτό και παρατηρώντας την δική μου χλιαρή οδήγηση έλεγε θυμωμένος.

 – Γιατί πας τόσο σιγά; Πάτα το γκάζι να φύγουμε και κοίτα πίσω σου, μη σε δει καμιά ΕΣΑ και σε γράψει.

 – Αν είναι να με γράψουν γιατί να τρέχω κύριε διοικητά; Δεν θα το κάνω αυτό, γιατί εγώ θέλω να απολυθώ και για κανένα λόγο δεν θέλω να δώσω το δικαίωμα σ’ αυτούς να καθυστερήσουν την απόλυση μου.

 – Εσύ τρέχα να πάμε γρήγορα έλεγε, γιατί αν δεν με πας στο ξενοδοχείο στην ώρα μου, δεν ξέρω πότε και αν ποτέ απολυθείς.

 Δεν είχα άλλη λύση από του να τρέχω και όταν πάλι σκόπιμα έκοβα λίγο, έσκυβε αυτός να δει κοντέρ. Μ’ αυτά τα δεδομένα λοιπόν, φτάσαμε στο Κιλκίς πέντε παρά τέταρτο και εγώ χωρίς να τον ρωτήσω, στάθηκα στην διασταύρωση του κεντρικού δρόμου με το στενό του ξενοδοχείου του και άπλωσα το χέρι μου έξω, για να καταλάβει όποιος ήταν πίσω μου ότι θα στρίψω αριστερά.

 – Μη στρίβεις είπε αυτός. Συνέχισε τον δρόμο σου, γιατί θα πάμε στο στρατόπεδο.

 Όπως ήταν φυσικό λοιπόν, έκανα ότι μου είπε, ελπίζοντας να μην βγει αληθινή η πρόβλεψη μου. Τον άφησα στο διοικητήριο όταν φτάσαμε στο στρατόπεδο και αφού παρέδωσα το τζιπ στον οδηγό που το είχε χρεωμένο, πήγα αμέσως για φαγητό, δεδομένου ότι είχα να φάω από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας.

  Δεν πρόλαβα όμως να καθίσω στο τραπέζι και είδα τον γραμματέα του διοικητού να μπαίνει στην αίθουσα του εστιατορίου και να μου δείχνει από μακριά τα πέντε του δάχτυλα.

 – Πέντε μέρες έχεις μου είπε όταν με πλησίασε.

 Πίσω από τον γραμματέα ερχόταν και ο λοχαγός μου όμως, ο οποίος ήδη είχε ενημερωθεί τα σχετικά με την φυλακή που μου επέβαλε ο διοικητής μας, γι’ αυτό και ήρθε να με βρει ώστε να μάθει τον λόγο.

 – Γιατί ρε; Τι του έκανες; Αντί για μένα όμως απάντησε ο γραμματέας.

 – Γιατί καθυστέρησε την αποστολή του κατά ένα λεπτό. Αυτό μου είπε να γράψω ως δικαιολογία. Πενθήμερη φυλάκιση είπε, γιατί καθυστέρησε την αποστολή του κατά ένα λεπτό.

 – Μπράβο, είπε σκεφτικός ο λοχαγός. Αν οδηγεί κανείς με τέτοια βροχή την νύχτα και καθυστερεί την αποστολή του ο οδηγός μόνο κατά ένα λεπτό, τότε έχει πέντε μέρες φυλακή και συμπλήρωσε απευθυνόμενος σε μένα.

 – Τα βλέπεις; Εσύ θα φας πέντε, άντε δέκα μέρες φυλακή και θα φύγεις με καθυστέρηση δέκα ημερών. Για σκέψου όμως εμένα, που η καριέρα μου εξαρτάται από το τι γράφει αυτός για μένα στον φάκελο μου; Πάλι καλά που δεν σου είπε και τίποτε άλλο, πράγμα που θα είχε ενδεχομένως επιπτώσεις και στην δική μου καριέρα. Και ύστερα; Θέλεις εσύ να σε απαλλάξω από τις υπηρεσίες σου. Και τρεις μήνες φυλακή να φας ακόμη, θα έρθει η ώρα και θ’ απολυθείς. Εγώ όμως; Με μια κακή αναφορά αυτουνού, θα μείνω λοχαγός άλλα πέντε χρόνια. Μη στεναχωριέσαι λοιπόν και δεν έγινε μεγάλο κακό. Καλά θα κάνεις να ξεχάσεις αυτό που έγινε και από αύριο πάλι να πας στους Αμερικάνους. Συνέχισε εκεί την υπηρεσία σου κανονικά λοιπόν και μη στεναχωριέσαι. Ότι και να γίνει, εσύ θα απολυθείς μια μέρα, αλίμονο σε μας τους αξιωματικούς, που εξαρτάται η προαγωγή μας από την δική του αναφορά στον φάκελό μας.

 – Με έκανε εντύπωση όμως, επενέβη ο γραμματέας, το γεγονός ότι ήρθε στο στρατόπεδο μόνο και μόνο για να γράψει την φυλακή, γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο εκτός από το να μου υπαγορεύσει την δικαιολογία της. Ζήτησε από τον οδηγό του λεωφορείου να τον περιμένει ώσπου να την υπογράψει, ενώ σε μένα έλεγε να κάνω γρήγορα γιατί ήθελε να φύγει.

 Μπορείτε να την υπογράψετε αύριο κύριε διοικητά του είπα. Εκείνος όμως επέμενε.

 – Όχι, γιατί αύριο μπορεί και να το ξεχάσω.

 Αυτά είπαμε στα εστιατόρια του στρατοπέδου μας, ο λοχαγός εγώ και ο γραμματέας και πράγματι συνέχισα την υπηρεσία μου στους Αμερικάνους. Για την ιστορία του θέματος όμως, όντως υπηρέτησα πέντε μέρες επιπλέον από την εφεδρεία μου για την φυλακή που μου επεβλήθη, έστω και αν δεν έφταιγα εγώ για την καθυστέρηση μου, έστω και εν έγινε κάτω από εκείνες τις συνθήκες που κανείς άλλος οδηγός δεν θα το επιχειρούσε.

 Ωστόσο, στο δικό μου πέ’ι’ μπούκ, αυτό που έπαιρναν τότε μαζί τους οι απολυόμενοι, πολύ καθαρά το αναφέρει. Πενθήμερη φυλάκιση, γιατί καθυστέρησε την αποστολή του κατά ένα λεπτό, θέτοντας σε κίνδυνο την υψίστης σημασίας αποστολή του διοικητού του…

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *