Ο Κινηματογράφος και όχι μόνο

 cebfcebbcf85cebccf80ceb9ceb12Ήταν από τους πιο παλιούς κινηματογράφους της πόλης μας αυτός και όχι μόνον, γιατί εκεί μέσα περνούσαν την ώρα τους βλέποντας ταινίες πολλοί άνθρωποι, αλλά και πολύ περίεργοι τύποι ανθρώπων διαβίωναν στην αίθουσα προβολής του, έχοντας και άλλους σκοπούς εκτός από το να δουν μια ταινία.

 Την συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων και τα επακόλουθα της αναφέρω εδώ, όπως και την αδυναμία, του κατά τα άλλα προσεκτικού ιδιοκτήτη να την ελέγξει, όσο και αν το προσπαθούσε.

 Στο παρελθών, επισκεπτόμουν πολλές φορές τον εν λόγο κινηματογράφο προκειμένου να δω μια καλή ταινία, αλλά λόγο της απουσίας μου στον στρατό, δεν του έκανα ούτε καν μία επίσκεψη όσο ήμουν στρατευμένος.

 Αλλά και αφ’ ότου απολύθηκα από τον στρατό και μετά έκανα το ίδιο, για τον λόγο ότι δεν περνούσα πλέον και πολύ συχνά από τον δρόμο που βρισκόταν.

 Εκείνη την ημέρα όμως που έγινε το επεισόδιο με τους οι παπατζήδες, στάθηκα για λίγο στην είσοδο του αφού βρέθηκα στον δρόμο της έδρας του, προκειμένου να δω τουλάχιστον από τις αναρτημένες αφίσες του, ποια συγκεκριμένα έργα προβαλλόταν στην αίθουσα του εκείνη την εβδομάδα.

 Με είδε όμως ο ιδιοκτήτης όταν ενημερωνόμουν από τις αφίσες, γι’ αυτό και με κάλεσε να τον πλησιάσω.

 – Έλα μέσα. Ξένος είσαι εσύ και στάθηκες στην πόρτα;

 Στο σπίτι πηγαίνω του είπα και ότι δεν είχα διάθεση για σινεμά. Κι ενώ του έλεγα αυτά, τον πλησίασα προκειμένου να τον χαιρετίσω από κοντά, αφού από παλιά ήμασταν γνωστοί και καιρό είχα να τον δω.

 Καθόταν σε μια καρέκλα που είχε τοποθετημένη έξω από το ταμείο του και πριν καλά καλά προλάβω να τον χαιρετίσω, ακούστηκαν φωνές από την αίθουσα προβολής, εξαιτίας κάποιας φασαρίας που προέκυψε.

 Αυτό το βεβαίωνε και η ανήσυχη εμφάνιση ενός ταξιθέτη εκείνη την στιγμή, ο οποίος και τον καλούσε να μπει μέσα γρήγορα, προκειμένου να επιληφθεί του θέματος.

 Σηκώθηκε από την καρέκλα του αυτός και όπως έκανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, κινήθηκε προς το εσωτερικό του κινηματογράφου. Τραβούσε κι εμένα από το μανίκι θέλοντας να τον ακολουθήσω, αλλά πριν προλάβουμε να μπούμε στην αίθουσα προβολής σταματήσαμε, γιατί όπως και το βλέπαμε αυτό, είχε λήξει το θέμα.

 Για το ποιος θα καθίσει σε μια κενή θέση ήταν ο λόγος της παρεξήγησης τους κι εφ’ όσων έληξε αυτή, επιστρέφαμε κι εμείς ήσυχοι στο πόστο του ιδιοκτήτη.

 Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως, βρήκε τον χρόνο αυτός να μου πει και λίγα από τα δικά του.

 – Όπως είδες, μια αψιμαχία για την κενή θέση έγινε πάλι. Ευτυχώς για μας, έληξε αμέσως και χωρίς της γνωστές συνέπειες.

 Τίποτε δεν άλλαξε όπως βλέπεις. Όλα είναι ίδια και όπως τα ήξερες συμπλήρωσε και αμέσως άλλαξε την κουβέντα του.

 Είχαμε καιρό να ιδωθούμε, γι’ αυτό και θέλοντας να μάθει νέα μου, με ρωτούσε τα γνωστά. Πότε απολύθηκες από τον στρατό; Πως ήταν εκεί που ήσουν; Τι θα κάνεις τώρα; Με τι θ’ ασχοληθείς ως εργαζόμενος και τέτοια.

 Ρωτούσε αυτός, απαντούσα εγώ και έτσι στάθηκα αρκετή ώρα εκεί. Όση ώρα μιλούσαμε όμως, δεν σταμάτησα να ρίχνω που και που φευγαλέες ματιές στην οθόνη προβολής.

 Από την ανοικτή κουρτίνα της αίθουσας, την οποία μονίμως αυτός ξεχνούσε ανοικτή, παρακολουθούσα την εξέλιξη της κωμωδίας που προβαλλόταν εκείνη την ώρα, γι’ αυτό και γελούσα με τα καμώματα των ηθοποιών.

 Ενώ λοιπόν εμείς λέγαμε τα δικά μας, ήρθε ένας γνωστός του από έξω, ο οποίος και τον καλούσε να τον ακολουθήσει, προκειμένου να πάνε μαζί σε μια δουλειά που από μέρες πριν την είχαν προγραμματισμένη.

 Σηκώθηκε από την καρέκλα του ο ιδιοκτήτης και χωρίς δεύτερη κουβέντα, ακολουθούσε τον νεοφερμένο, ενώ έλεγε σε μένα.

 – Εσύ κάθισε να δεις την ταινία. Είναι πολύ καλή και θα σου αρέσει. Εγώ θα πάω μαζί μ’ αυτόν κάπου και θα γυρίσω αμέσως. Αν δεν σε προλάβω εδώ όμως, σου υπενθυμίζω ότι εμείς είμαστε πάντα ανοικτά, γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας ξεχνάς.

 Να έρχεσαι να σε βλέπουμε πρόσθεσε. Και όπως πάντα, έχεις ελευθέρας. Άλλωστε, κανείς δεν ζητά από σένα εισιτήριο.

 Αυτά μου είπε στα γρήγορα και αφού με χτύπησε φιλικά στην πλάτη, έφυγε τρέχοντας για τον λόγο που τον καλούσε ο συνεργάτης του.

 Έμεινα λοιπόν εκεί να δω την κωμωδία και όντως καθισμένος σε μια από τις τελευταίες θέσεις, την έβλεπα ευχαρίστως, αλλά και αναπολούσα το παρελθόν.

 Θυμήθηκα δηλαδή την εποχή, που πριν από επτά χρόνια περίπου, είχαμε στην διπλανή με τον κινηματογράφο οικοδομή, το εργαστήριο μας.

 Σε ηλικία δεκαέξι ετών εγώ τότε, ακολουθώντας τον σαραντάχρονο και πειραχτήρι συνεταίρο μας, έμπαινα μαζί του στον κινηματογράφο όχι από την είσοδο του σαν όλους τους ανθρώπους, αλλά από τις τουαλέτες του.

 Μπαίναμε κρυφά δηλαδή από εκεί, όχι γιατί δεν θέλαμε να πληρώσουμε το εισιτήριο μας, αφού ούτως ή άλλως εμείς είχαμε ελευθέρας, αλλά για να διασκεδάσει κάπως την απομόνωση του αυτός, αυτήν που μονίμως τον υποχρέωνε ως τεχνικό, να μένει κλεισμένος ολημερίς μέσα στο υπόγειο εργαστήριο μας.

  Ένας τοίχος μας χώριζε από τον κινηματογράφο και ένας όροφος. Έβαζε λοιπόν μια ξύλινη σκάλα που είχε εκεί πρόχειρα για τις δικές του δουλειές και έτσι μέσω αυτής, περνούσαμε από την αυλή του εργαστήριο μας στις τουαλέτες του κινηματογράφου και από εκεί όπως ήταν λογικό, στην αίθουσα προβολής.

 Έμπαινε συχνά εκεί και πάντα με τον ίδιο τρόπο όταν το ήθελε, με μοναδικό σκοπό όπως είπα, το να ικανοποιήσει την περίεργη όσο κι επικίνδυνη διασκέδαση του.

 Ήταν όντως περίεργη αυτή και όχι μόνον, γι’ αυτό και φρόντιζε έτσι τα πράγματα, ώστε όταν θα την επιχειρούσε και τίποτε από όσα ήταν εκεί μέσα δεν θα ήταν πια στην θέση του εξαιτίας του, να μπορεί να φύγει γρήγορα από εκεί και απαρατήρητος από τους θεατές.

 Στην εποχή του εξήντα που αναφέρομαι όμως, ο κινηματογράφος ήταν κοινός και φτηνός τρόπος διασκέδασης για πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό και υπήρχαν πολλοί στην πόλη μας, είτε πρώτης, είτε δεύτερης προβολής, τους οποίους επισκεπτόταν και οικογενειακώς οι άνθρωποι.

 Στον κινηματογράφο που αναφέρομαι βέβαια, δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, όχι γιατί ήταν δευτέρας προβολής και είχε την έδρα του στο κέντρο περίπου της πόλης μας, αλλά γιατί αυτός δεν ήταν μόνον αυτό που έδειχνε.

 Είχε μια ιδιαιτερότητα θα έλεγα και ο λόγος που επιβεβαίωνε την ιδιαιτερότητα του, ήταν ότι  οι θαμώνες του ήταν οι κάθε λογής και κατηγορίας άνθρωποι, που πήγαιναν εκεί όχι μόνον ή και χωρίς να έχουν σκοπό τους το να δουν τις δύο ταινίες που προβαλλόταν καθημερινά και για μια εβδομάδα.

 Αυτές ως συνήθως ήταν ταινίες με πολύ ενδιαφέρον μεν, αλλά ήταν και από αυτές που είχαν ήδη προβληθεί στους κινηματογράφους πρώτης προβολής, γι’ αυτό και όσοι δεν προλάβαιναν για κάποιο λόγο να τις δουν εκεί, επισκεπτόταν τον κινηματογράφο της γειτονιάς μας.

 Όσοι όμως έμπαιναν σ’ αυτόν τον κινηματογράφο, έμπαιναν πάντα μόνοι τους και φυσικά ποτέ με τις γυναίκες τους ή με τα παιδιά τους. Όχι γιατί απαγορευόταν η είσοδος τους, αλλά γιατί το περιβάλλον μέσα στον εν λόγω κινηματογράφο, δεν ήταν κατάλληλο για να δει κανείς μια ταινία παρέα με την οικογένεια του.

 Αν κατά λάθος πήγαιναν να μπουν εκεί γυναίκες, έσπευδε ο ιδιοκτήτης να τις ενημερώσει, γι’ αυτό και τις έλεγε με τρόπο.

 – Συγνώμη κυρία μου, αλλά το μέρος δεν είναι κατάλληλο για γυναίκες.

 Αν αυτές ήταν σοβαρές, καταλάβαιναν την προειδοποίηση, γι’ αυτό και αμέσως έφευγαν από εκεί.

 Ήταν όμως και μερικές που τις έπιανε το φεμινιστικό τους, για αυτό και αδιαφορώντας για τις συστάσεις των υπευθύνων, έμπαιναν με το έτσι θέλω και με το ανάλογο εγωιστικό ύφος στον κινηματογράφο.

 Όταν γινόταν αυτό; Στα επόμενα πέντε λεπτά έβγαιναν τρέχοντας έξω, πότε με σχισμένα τα ρούχα τους και πότε χωρίς μερικά από αυτά. Ωστόσο, οι του επαγγέλματος έμπαιναν ανενόχλητες εκεί, αφού μόνον για τους γνωστούς λόγους τον επισκεπτόταν.

 Τον δικό τους λόγο είχαν και οι πορτοφολάδες όταν έμπαιναν εκεί, όπως οι παπατζήδες, οι περίεργοι, οι χασομέρηδες, καθώς και οι πάσης φύσεως ανώμαλοι.

 Στον ίδιο χώρο έμπαιναν και όσοι ήταν άνεργοι, ή εργένηδες, γιατί με εφτά δραχμές που είχε το εισιτήριο τότε, μπορούσαν να μπουν το πρωί στις επτά και μισή και να βγουν από τον κινηματογράφο στη μία και μισή μετά τα μεσάνυχτα.

 Με μια ρέγκα δηλαδή που έψηναν εκεί μέσα και πάνω στις εφημερίδες, που τότε κόστιζε μόνον μιάμιση δραχμή, με μία φραντζόλα ψωμί κόστους μίας δραχμής και μια γκαζόζα στην ίδια τιμή, είχαν ένα φτηνό γεύμα και ζέστη όλη την ημέρα και καθόλου δεν τους απασχολούσαν τα τιμολόγια της ΔΕΗ.

 Είχαν στην διάθεση τους μια πολυθρόνα, πάνω στην οποία μπορούσαν να κάθονται όλη την ημέρα, ενώ έβλεπαν ξανά και ξανά τα ίδια δύο έργα και όταν νύσταζαν; Κοιμόνταν πάνω σ’ αυτήν όσο ήθελαν, αφού κανείς δεν μπορούσε να τους ενοχλήσει.

 Τις Δευτέρες όμως, τα πρωτεία σ’ αυτόν τον κινηματογράφο τον είχαν οι τσαγκάρηδες, αφού αυτοί από τις επτά το πρωί ήταν εκεί και έκαναν ουρά περιμένοντας έξω από την πόρτα του τον ιδιοκτήτη, προκειμένου να μπουν πρώτοι μέσα.

 Φαινόταν χαζό αυτό, αλλά υπήρχε λόγος που ανάγκαζε τους τσαγκάρηδες να κάνουν κάτι τέτοιο. Για να πιάσουν δουλειά την Δευτέρα το πρωί στις βιοτεχνίες που εργαζόταν, έπρεπε πρώτα να τους κόψουν τα φόντια οι καλφάδες.

 Επειδή όμως μεσολαβούσε η Κυριακή, αυτήν την δουλειά την έκαναν κατ’ ανάγκη την Δευτέρα και αυτό πάλι, αν κι εφόσον είχαν παραγγελίες από τους πελάτες τους.

 Μέχρι να κοπούν όμως αυτά, έμπαιναν κατ’ ανάγκη οι τσαγκάρηδες στον κινηματογράφο και εκεί περίμεναν υπομονετικά μέχρι να τους φωνάξουν, εφόσον βέβαια είχαν να τους δώσουν δουλειά.

 Η ειδικότητά τους λοιπόν ήταν η αιτία που τους υποχρέωνε να περιμένουν στον κινηματογράφο και επειδή μονίμως σχεδόν δεν είχαν δουλειά τις Δευτέρες, έτσι ονομάστηκε από όλους η Δευτέρα ως τσαγκαροδευτέρα, εξαιτίας της κατ’ ανάγκην αργίας, που έμοιαζε με τεμπελιά και όμως δεν ήταν.

 Μαζί με όλους αυτούς που έμπαιναν σε κείνο τον κινηματογράφο για τους δικούς τους λόγους και όποτε τους ερχόταν η διάθεση, ήταν και οι καβγατζήδες.

 Αυτοί δεν πήγαιναν εκεί με σκοπό να δουν κάποιο έργο, αλλά μόνον και μόνον για να προκαλέσουν φασαρία. Και όταν το έκαναν αυτό; Τότε γινόταν πολύ μεγάλος χαμός εκεί μέσα.

 Συχνές και παροιμιώδεις ήταν οι φασαρίες που προκαλούσαν και επειδή οι ίδιοι ήταν πρωτεργάτες, για ευνόητους λόγους ποτέ δεν έμπαιναν εκεί μέσα δύο, δύο, ή τρεις, τρεις, αλλά πάνω από δέκα, για να προστατευτούν όταν θα εμπλέκοντας σε καυγά.

 Σε κάθε περίπτωση όμως, όποιος δεν ήξερε που έμπαινε να δει ταινία, το λιγότερο που είχε να πάθει εκεί μέσα, ήταν το να τον κλέψουν πρώτα απ’ όλα, ύστερα να τον παρενοχλήσουν σεξουαλικά και μετά να τον δείρουν, ή να του ρίξουν και καμιά μαχαιριά αν έκανε και τον μάγκα.

 Θύματα όμως όπως παντού και πάντοτε γίνεται αυτό, ήταν αυτοί που δεν ήταν του περιβάλλοντος και αφού δεν ήξεραν πως και από που να διαφύγουν όταν άρχιζε κάποιος καυγάς, έτρωγαν πολύ ξύλο ως ανίδεοι, τόσο από τους εμπλεκόμενους, όσο και από τους αστυνομικούς.

 Όταν έμπαιναν αυτοί μέσα με σκοπό να επιβάλουν την τάξη, χτυπούσαν τους πάντες αδιακρίτως, μη μπορώντας να ξεχωρίσουν ποιοι άρχιζαν τον καυγά και ποιοι τον διατηρούσαν.

 Όποιον έβλεπαν λοιπόν να βρίσκεται όρθιος εκεί μέσα, δεν τον ρωτούσαν να τους πει από πού ήταν και τι δουλειά έκανε, αλλά τον χτυπούσαν ως να ήταν αυτός ο υπαίτιο της φασαρίας.

 Αυτά λοιπόν και άλλα πολλά γινόταν μέσα στον εν λόγο κινηματογράφο και τότε μάλιστα που ο δικός μας συνεταίρος, ήθελε να διασκεδάσει την πλήξη του, προκαλώντας καυγάδες εκ του μηδενός.

 Σκοπός του όπως είπα, ήταν το να γελάσει αυτός με τις αντιδράσεις όσων με ή χωρίς την θέληση τους, εμπλέκονταν στους καυγάδες που αυτός προκαλούσε.

 Ωστόσο, δεν ήταν και τόσο ανεξέλεγκτα τα πράγματα, γιατί ο ιδιοκτήτης του κινηματογράφου επέτρεπε να διαβιώνει εκεί μέσα μια μεγάλη παρέα, στην οποία είχε αναθέσει την προστασία του χώρου, από οποιονδήποτε θα επιχειρούσε ενδεχομένως να του τον χαλάσει προκαλώντας καυγάδες.

 Τα πρωτεία λοιπόν στον χώρο που αναφέρομαι, δικαιολογημένα τα είχε εκείνη η ομάδα, αρχηγός της οποίας ήταν ένας πανύψηλος τύπος, ο οποίος και με είχε υπό την προστασία του.

 Με προστάτευε αυτός, όχι μόνον γιατί όπως είπα ήμουν δεκαέξι χρονών τότε που έμπαινα σ’ εκείνον τον κινηματογράφο, αλλά και γιατί διέθετα το κλειδί της ασφαλούς εξόδου τους από τον χώρο στον δρόμο, όταν εκεί μέσα έπεφτε ξύλο από τους αστυνομικούς.

 Χωρίς να έχω το κλειδί της εξόδου τους στο χέρι μου, ποτέ δεν έμπαινα στον κινηματογράφο, αλλά και χωρίς να βλέπουν εμένα καθισμένο δίπλα στον αρχηγό τους, ούτε και αυτοί ένιωθαν ασφαλείς.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που έβαλαν τον γιγαντόσωμο χοντρό της παρέας τους να με παρακολουθεί διαρκώς, μήπως και χρειαστεί για κάποιο λόγο να επέμβει.

 Αυτήν την σχέση με τον εν λόγο κινηματογράφο, μου την παρουσίασε ο συνεταίρος μας, ο οποίος και με γνώρισε με τους θαμώνες του χώρου, όπως και με τις συνθήκες που αυτοί ζούσαν εκεί, αλλά και με τις τακτικές που χειριζόταν προκειμένου να επιβάλουν την τάξη.

 Το έκανε αυτό, αφενός μεν για να δείξει σε μένα το πως διασκέδαζε όταν είχε τέτοια όρεξη, αλλά και πως και από τι να προστατεύομαι, αν ήθελα μόνος μου να μπω σ’ αυτόν τον περίεργο χώρο, για να δω έργα που πουθενά αλλού δεν μου επιτρεπόταν να δω, λόγω ηλικίας.

 Χωρίς να το επιδιώκω όμως, σπούδαζα μέσα σ’ εκείνον τον κατά τα άλλα αντιπαιδαγωγικό χώρο, πρώτα απ’ όλα, πως να διακρίνω ανάμεσα σε αυτά που φαίνονται, αυτά που γίνονται συγχρόνως και δεν φαίνονται.

 Μάθαινα μετά, το πόσο σημαντικό είναι να εξασφαλίζει κανείς την έξοδο του, πριν μπει σε έναν χώρο που δεν ελέγχεται από κανέναν και πολλά και ανεπίτρεπτα μπορούν να του συμβούν.

 Αφού σπούδαζα λοιπόν τον χώρο και τις συνθήκες που διαβίωναν οι θαμώνες του, ήξερα πλέον και τι θα έπρεπε να κάνω όταν έβλεπα κάποιον να προκαλεί καυγά.

 Μόλις γινόταν αυτό; Σηκωνόμουν αμέσως από εκεί που καθόμουν και πήγαινα να σταθώ μπροστά στην πόρτα που οδηγούσε στις τουαλέτες.

 Μόλις έβλεπε ο μεγαλόσωμος χοντρός να κινούμε προς τις τουαλέτες, σηκωνόταν από την θέση του και περίμενε οδηγίες από τον ψηλό, για το τι έπρεπε να κάνει αν χρειαστεί.

 Αν για οποιονδήποτε λόγο έπαιρνε σήμα κινδύνου, τότε και αφού έφευγα εγώ προς τα έξω, έμπαινε αυτός μέσα στις τουαλέτες και πετούσε έξω απ’ αυτές όποιον έβρισκε εκεί, ό, τι και αν έκανε εκείνη την στιγμή.

 Αυτή η διαδικασία φάνταζε πολύ αστεία στα παιδικά μου μάτια, γιατί με ένα σάντουιτς στο στόμα ο χοντρός που συνεχώς μασούσε, έσπρωχνε μια, μια, όλες τις πόρτες και όποιους έβρισκε μέσα στις τουαλέτες, τους έπιανε από τις μασχάλες και αφού τους έσερνε προς τα έξω, τους πετούσε μετά μέσα στον χώρο προβολής.

 Είτε ήταν ξεκούμπωτοι αυτοί, είτε ήταν με κατεβασμένα τα παντελόνια τους, έβριζαν άσχημα εκείνον τον χοντρό που τους εξέθετε έτσι στα μάτια όσων τους παρακολουθούσαν.

 Ανενόχλητος όμως αυτός από τις βρισιές, έκανε αυτό που ήξερε και ήταν στην υποχρέωση του και μετά από αυτό, καθόταν μπροστά στην πόρτα, προστατεύοντας με τον όγκο του, την ασφαλή έξοδο τον πρώτων δέκα της παρέας τους, προς το εργαστήριο μας.

  Τότε μόνον έφευγαν αυτοί από την αίθουσα, όταν ο καυγάς που γινόταν εκεί μέσα, έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Όταν γινόταν αυτό; Όλοι κινδύνευαν σοβαρά από τα μπουκάλια της γκαζόζας και της ρετσίνας, όταν αυτά εκτοξεύονταν από κάθε κατεύθυνση και έσπαζαν στην σύγκρουση τους με τους τοίχους.

 Καλυμμένος όμως εγώ πίσω από τις πλάτες του χοντρού, από τίποτε δεν κινδύνευα, γι’ αυτό και παρακολουθούσα ανενόχλητος την φασαρία που γινόταν. Και μόλις τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ, τότε πρώτος εγώ και πίσω μου οι άλλοι δέκα, κατεβαίναμε από την ξύλινη σκάλα στον χώρο του εργαστηρίου μας.

 Τελευταίος πάντα κατέβαινε ο χοντρός στο εργαστήριο, ο οποίος έπαιρνε μαζί του το πόμολο της πόρτας των τουαλετών, για να μη μπορεί κανείς να τους ακολουθήσει.

 Μ’ αυτόν τον τρόπο, έβγαιναν όλοι ασφαλείς στον δρόμο και μακριά από την είσοδο του κινηματογράφου, όπου καιροφυλακτούσαν οι αστυνομικοί.

  Μάλωνε ο πατέρας μου τον συνεταίρο μας, όταν τον έβλεπε να επιτρέπει τέτοια πράγματα και κάθε φορά του έλεγε να μην το ξανακάνει. Αυτός όμως υποστήριζε ότι είχε από παλιά αυτήν την όχι και καθημερινή υποχρέωση στον ιδιοκτήτη του κινηματογράφου και ότι δεν μπορούσε πλέον να την σταματήσει.

 Ωστόσο, όταν αυτός έβγαινε έξω από την απομόνωση του εργαστηρίου του και ήθελε να διασκεδάσει κάπως τον χρόνο του, τότε ανέβαινε με τον γνωστό τρόπο στον κινηματογράφο και έψαχνε να βρει τρόπο και χρόνο κατάλληλο, ώστε αυτός να προκαλέσει φασαρία τότε που οι θαμώνες δεν το περίμεναν, έτσι για να γελάσει ύστερα με τις αντιδράσεις όλων όσων χωρίς να το ξέρουν, θα συμμετείχαν στον καυγά που αυτός έστηνε.

  Αφού διάβαζε τις διαθέσεις των ομάδων, αποφάσιζε ύστερα, το σε ποιόν θα κάνει τι και πότε, ώστε να προκαλέσει καυγά. Γύριζε μετά πίσω να εξασφαλίσει την δική του ανώδυνη έξοδο από τον χώρο, γι’ αυτό και με έβαζε να σταθώ στην πόρτα με το πόμολο της στα χέρια μου, έτοιμος να φύγω μαζί του.

 Το ίδιο έκανε και μια μέρα που και πάλι του ήρθε η επιθυμία να διασκεδάσει την απομόνωση του, γι’ αυτό και ζήτησε να τον ακολουθήσω. Χρησιμοποιώντας μετά τον γνωστό σε μας δρόμο, βρεθήκαμε κρυφά από όλους, στην αίθουσα προβολής.

 Όταν μπήκαμε εκεί μέσα, κανείς δεν είχε τον νου του σε μας, για τον λόγο ότι όλοι τους ήταν αφοσιωμένοι στην ταινία που έβλεπαν και δεν ήταν δυνατόν να ακούσουν αυτά που χαμηλόφωνα έλεγε σε μένα ο συνεταίρος μας.

 – Κάθισε εδώ μπροστά στην πόρτα και κράτα το πόμολο της στα χέρια σου. Πρόσεχε όμως τις κινήσεις μου, γιατί δεν θα αργήσω να επιστρέψω. Και όταν έρθω, θέλω να είσαι έτοιμος, ώστε να φύγουμε πρώτοι.

 Αφού μου είπε αυτά στα γρήγορα, μπήκε μετά στα ενδότερα, όπου και έκανε για λίγο βόλτες πέρα δώθε στον διάδρομο, ώσπου να εντοπίσει ποιον θα πειράξει, προκειμένου να προκαλέσει τον καυγά που σκέφτηκε να ανοίξει.

 Όταν βρήκε το τι θα κάνει, επέστρεψε κοντά μου και αφού μου έκανε νόημα να μη μιλώ, κλείδωσε αθόρυβα με το αντικλείδι που διέθετε, όλες τις πόρτες και όσους εκείνη την στιγμή βρισκόταν μέσα στις τουαλέτες.

 Στην συνέχεια, τον είδα να κατευθύνετε προς αυτούς που έβλεπαν όρθιοι την ταινία ελλείψει θέσεων και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν συνωστισμένοι γύρω από μια κολόνα, που ήταν στο κέντρο περίπου του διαδρόμου της αίθουσας.

 Στάθηκε δίπλα τους λοιπόν και προσποιήθηκε εκεί, ότι παρακολουθούσε όπως και οι υπόλοιποι με ενδιαφέρον την ταινία. Αυτός όμως τον νου του τον είχε αλλού, γιατί σκεφτόταν το τι θα μπορούσε να κάνει σ’ αυτόν που επέλεξε να πειράξει, αλλά και να μην τον αντιληφθούν.

 Ήθελε δηλαδή και ο καβγάς να γίνει σίγουρα, αλλά και το ξύλο που κινδύνευε να φάει να γλιτώσει. Και επειδή δεν είχε πολύ χρόνο στην διάθεση του, σκεφτόταν πυρετωδώς, γιατί αυτοί που ήταν μέσα στις τουαλέτες κλειδωμένοι, σε λίγο θα έβαζαν τις φωνές όταν καταλάβαιναν ότι κάποιος τους κλείδωσε και αυτό θα του χαλούσε τα σχέδια.

 Για να μην χρονοτριβεί λοιπόν, αντί να ρίξει μια σφαλιάρα όπως συνήθιζε να κάνει σε όποιον ήθελε να πειράξει, εκείνη την φορά προτίμησε να χειρονομήσει εις βάρος αυτού που επέλεξε και έτσι, που εύκολα εκείνη η χειρονομία να υποδηλώνει σεξουαλική παρενόχληση.

  Αυτός που δέχτηκε εκείνη την χειρονομία, δεν είχε στην πρόθεση του να σκεφτεί ποιος και γιατί χειρονομούσε εις βάρος του, γι’ αυτό και με την ανάλογη φρασεολογία, γύρισε και χαστούκισε αυτόν που ήταν πίσω του, θεωρώντας ότι αυτός μάλλον ήταν ο υπεύθυνος, αφού από πίσω του δέχτηκε την χειρονομία.

 Όπως ήταν λογικό λοιπόν, ο ανυποψίαστος όσο και αθώος άνθρωπος που δεχόταν χτυπήματα και λόγια για πράγματα που δεν έκανε, ανταπέδιδε τα ίσα και επειδή κανείς δεν ήταν μόνος του εκεί μέσα όπως είπα, σε μηδέν χρόνο αρπάχτηκαν όλοι με τους διπλανούς τους και γινόταν το έλα να δεις.

 Το τι ξύλο έπεφτε δεν λέγεται και επειδή ήταν επικίνδυνα να βρίσκεται κανείς εκείνη την ώρα μέσα στην αίθουσα, έκανα να φύγω αδιαφορώντας για την τύχη του υπαίτιου της αναμπουμπούλας.

 Σταμάτησα όμως να τον περιμένω, γιατί τον είδα να έρχεται σκυφτός και με τα τέσσερα, προκειμένου να μη γίνει αντιληπτός.

 – Φύγε μου είπε, θα κλείσω εγώ την πόρτα, ενώ με έσπρωχνε προς την έξοδο για το εργαστήριο και αφού πήρε το πόμολο της πόρτας από τα χέρια μου, την έκλεισε πίσω του.

 Μέσα από τις τουαλέτες ακούγονταν ήδη οι βρισιές και οι απειλές όσων ήταν κλειδωμένοι, μόνον που αυτές απευθύνονταν στον χοντρό, αφού όλοι ήξεραν ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος της πόρτας.

 – Άνοιξε ρε χοντρέ, φώναζε ένας από την μια πόρτα.

 – Άνοιξε μας ρε χοντρέ και να δεις τι θα πάθεις, του φώναζε άλλος από την άλλη πόρτα αλλά τίποτε δεν ήταν δυνατόν να γίνει, αφού αυτός δεν ήταν εκεί.

 Ενώ λοιπόν αυτοί ξεστόμιζαν τέτοια κατά του χοντρού, ο συνεταίρος μας σπαρταρούσε από τα γέλια χωρίς να βγάζει φωνή, για να μη γίνει αντιληπτός.

 Και σε μένα φαινόταν αστεία η συμπεριφορά των εγκλωβισμένων στις τουαλέτες, αλλά και των άλλων που πιάστηκαν απρόσεκτοι και χτυπιόταν μεταξύ τους, μη γνωρίζοντας ποιος πράγματι τους προκάλεσε τον καυγά.

 Για τους ανυποψίαστους όμως, όντως ανησυχούσα, γιατί αυτοί έτρωγαν ξύλο χωρίς να ξέρουν το γιατί, αλλά και χωρίς να υπολογίζουν αυτήν την εξέλιξη που πήρε το πράγμα και μάλιστα μέσα σε έναν κινηματογράφο.

 Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που όταν βγήκα πια στον δρόμο, πήγα να πω στους αστυνομικούς, ότι μέσα ήταν άνθρωποι που έτρωγαν ξύλο χωρίς να φταίνε.

 Λογικά όμως σκεπτόμενος ο αξιωματικός υπηρεσίας, μου απαντούσε.

 – Δεν μπορώ εγώ να ξεχωρίσω, ποιος απ’ αυτούς που έρχονται από μέσα είναι αθώος και ποιος ένοχος. Όποιον και να ρωτήσεις τώρα να σου πει, αθώος θα δηλώσει, για να γλιτώσει το ξύλο.

 Ετοιμάστηκα να του πω ότι εγώ ξέρω τον υπαίτιο αυτής της φασαρίας αλλά σταμάτησα, γιατί αυτός είχε εφτά παιδιά και τα λυπόμουν. Και αν πάλι του το φανέρωνα, δεν θα μπορούσα να γλιτώσω τους ανυποψίαστους από το ξύλο που έτρωγαν, αφού οι αστυνομικοί ήταν ήδη μέσα και όπως πάντα τους χτυπούσαν αλύπητα, εκτελώντας την εντολή που πήραν.

  Έφαγε και ο χοντρός όμως πολύ ξύλο εκείνη την ημέρα, τόσο από τους αστυνομικούς που τον βρήκαν μέσα, όσο και από εκείνους που εξαιτίας του βρέθηκαν κατά καιρούς εκτεθειμένοι, όταν τους πετούσε έξω από τις τουαλέτες.

 Τον βρήκαν καθισμένο αυτοί, γι’ αυτό και του μαύρισαν τα μούτρα από το ξύλο που του έριξαν. Φυσικά μόνον έτσι μπορούσαν να τον δείρουν, γι’ αυτό και δεν άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη.

 Έφαγε πολύ ξύλο ο φουκαράς και τόσο πολύ μάλιστα, που του έσπασαν αρκετά δόντια. Αυτός ήταν και ο λόγος που ήρθε την επομένη το πρωί στον οδοντίατρο, προκειμένου να του τα διορθώσει.

  Μ’ αυτήν την αφορμή όμως, ρωτούσε και τον συνεταίρο μας να του πει.

 – Ποιος ρε συ πήρε το πόμολο από την πόρτα; Όταν έφτασα εκεί αυτό έλειπε.

 – Πού να ξέρω του απαντούσε εκείνος αδιάφορα.

 Εμένα δεν με ρώτησε για το που βρισκόμουν εκείνη την ώρα, προφανώς γιατί δεν με είδε όταν μπήκα στην αίθουσα και στάθηκα στην πόρτα.

 – Φάγαμε πολύ ξύλο εχθές συμπλήρωσε. Μας έπιασαν στον ύπνο και μας την έπεσαν ενώ ήμασταν καθιστοί.

 Κάνοντας τον αδιάφορο ο συνεταίρος μας του είπε κάτι, έτσι για να του θολώσει τα νερά.

 – Καλά ρε χοντρέ, εσύ πού ήσουν; Γιατί δεν σηκώθηκες αμέσως όπως κάνεις πάντα και να πιάσεις την έξοδο;

 – Δεν κατάλαβα ρε συ τίποτε. Ούτε τι έγινε. Ούτε ποιος έκανε τον καυγά, αλλά ούτε και γιατί τον έκανε. Τίποτε δεν ψυλλιαστήκαμε, γιατί κανείς από μας δεν έδωσε δικαίωμα, οπότε παρακολουθούσα το έργο ήσυχος.

 Όταν άρχισε να πέφτει το ξύλο όμως, δεν πρόλαβα να σηκωθώ και μου την έπεσαν. Με βρήκαν καθιστό και όπως βλέπεις με μαύρισαν. Αλλά δεν θα μάθω ποιοι ήταν; Να δεις τι θα τους κάνω. Φάγαμε και εμείς ξύλο σαν τους άσχετους. Έτσι όπως έγινε όμως το πράγμα, τραυματίστηκαν πολλοί από τους δικούς μας. Οι περισσότεροι όμως τραυματίστηκαν από τα σπασμένα μπουκάλια που μας πετούσαν.

 Έγινε πολύ μεγάλη φασαρία τότε όπως καταλαβαίνετε και έπεσε πολύ ξύλο μέσα στον εν λόγο κινηματογράφο. Εγώ όμως όπως πάντα σπούδαζα, ότι όλα όσα γινόταν εκεί ήταν συνηθισμένα πράγματα και ότι τίποτε δεν ήταν καινούριο.

 Ότι τα ίδια θα γίνουν αύριο και μεθαύριο και πάντα και θα συνεχιστούν εδώ η αλλού με τον ίδιο, ή με άλλον τρόπο και ότι όλα θα παραμείνουν έτσι, όσο οι άνθρωποι θέλουν να έχουν πάθη που δεν μπορούν να ελέγξουν και  όσο υπάρχουν αυτοί που τα αναμοχλεύουν όσο μπορούν, για τους δικούς τους λόγους.

 Θαύμαζα παράλληλα και για τα πόσα μπερδέματα μπορούν να γίνουν στον ίδιο χώρο, για διαφορετικούς λόγους και από διαφορετικούς ανθρώπους και αυτά πάλι να είναι έτσι καμουφλαρισμένα, που να μην γίνονται αντιληπτά από τους συμμετέχοντες και μάλιστα να φάνε περισσότερο ξύλο αυτοί που δεν έφταιγαν από αυτούς που θα μπορούσαν να φταίνε.

 Ο συνεταίρος μας όμως που προκάλεσε την φασαρία γελούσε με τις αστείες αντιδράσεις αυτών που δεχόταν τα χτυπήματα, αν και δεν ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να δει κανείς, την στιγμή που οι άνθρωποι έτρωγαν ξύλο για λόγους που κάποιος άλλος προκάλεσε.

 – Γελάμε του έλεγα με τις γκριμάτσες τους, αλλά δεν μπορεί να είναι αυτό αστείο, γιατί υπάρχει κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος και κανένας λόγος χαζός ή σοβαρός, δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτόν τον ξυλοδαρμό των ανθρώπων.

 Άκουγε αυτός όσα του έλεγα αλλά και γελούσε, όπως γελούσε μια μέρα με έναν παππού, που βγήκε έξω από τον κινηματογράφο με το σακάκι του να είναι κομμένο σε λωρίδες, προφανώς από φαλτσέτα ή από ξυράφι που κάποιος του το έκοψε μέσα, όταν αυτός πήγε να δει μια ταινία που δεν πρόλαβε να δει σ’ άλλον κινηματογράφο.

 – Δεν είναι κατάλληλος αυτός ο χώρος για σένα παππού του είπα εγώ, όταν τον είδα να κατευθύνεται προς την είσοδο του κινηματογράφου. Καλύτερα να μη μπείτε μέσα, όσο και αν θέλετε να δείτε το έργο που σήμερα προβάλλεται.

  – Θέλω να το δω βρε παιδάκι μου είπε αυτός, τι να κάνω;

 – Ναι του είπα, αλλά το άσπρο κουστούμι που φοράτε, δεν είναι σίγουρο ότι θα το έχετε όταν βγείτε έξω. Και την ρεπούμπλικα που έχετε στο κεφάλι σας, σίγουρα θα την χάσετε αν πάτε μέσα.

 – Τι είναι αυτά που μου λες παιδί μου; Που βρισκόμαστε; Είναι δυνατόν να γίνουν στον κινηματογράφο αυτά που μου λες;

 Τα ίδια του είπαν και στο ταμείο όταν πήγε να κόψει εισιτήριο, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος. Μπήκε καμαρωτός, καμαρωτός στην αίθουσα και όταν μετά από λίγο έβλεπε ανυποψίαστος το έργο, του πήρε κάποιος την ρεπούμπλικα του και την έστειλε πίσω τους για παιχνίδι.

 Μάταια την έψαχνε ο παππούς κάτω από τα καθίσματα που νόμιζε ότι του έπεσε και όσο αυτός ήταν σκυμμένος και απασχολημένος με το ψάξιμο της ρεπούμπλικας, βρήκαν ευκαιρία οι πίσω του υπάρχοντες και του έκοψαν το άσπρο του κουστούμι σε λωρίδες, έτσι για να γελούν με την σειρά τους από τις αντιδράσεις του, όταν αργότερα αυτός θα διαπίστωνε, ότι το σακάκι του έγινε ψηφίδες για κουρτίνα.

 Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *