Ο αδερφός του παππού μου

mixail-150x1501  Ήταν ογδόντα πέντε χρονών αυτός και ζούσε μόνος του στο χωριό μας. Αντιμετώπιζε ουρολογικά προβλήματα όμως, γι’ αυτό και ζήτησε από την μητέρα μου να μας επισκεφτεί μια μέρα, προκειμένου να εξεταστεί από κάποιον γνωστό του γιατρό, για το θέμα που τον απασχολούσε.

 Πήγαινα να τον παραλάβω από το ΚΤΕΛ την προσδιορισμένη μέρα, κατά προτροπήν της μητέρας μου και καθώς βάδιζα προς τα εκεί, θυμήθηκα ότι ήρθε και πάλι αυτός πριν από ένα εξάμηνο περίπου για τον συγκεκριμένο λόγο στον γιατρό του, όταν εγώ ήμουν στρατιώτης ακόμη και βρισκόμουν στο σπίτι με άδεια.

 Πήγα λοιπόν και τότε τον παππού στον γιατρό του και αφού τον εξέτασε εκείνος πολύ προσεκτικά, τού είπε μετά με όση σοβαρότητα διέθετε, ότι η πάθηση του θέλει μεν εγχείρηση, αλλά λόγω της ηλικίας του, μάλλον ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να μη την κάνει.

 Επειδή δεν ήθελε να το καταλάβει αυτό ο παππούς, του έδωσε ο γιατρός νέο ραντεβού για επανεξέταση, ζητώντας του να τον επισκεφτεί ξανά, μετά από ένα εξάμηνο.

 Ήθελε να αποφύγει την εγχείρηση του ο γιατρός, για τους λόγους που του εξήγησε, γι’ αυτό και τον παρέπεμπε στο επόμενο εξάμηνο. Ήλπιζε δηλαδή ότι θα ξεχάσει ο ασθενής του την εγχείρηση, ή ότι θα το μετανιώσει μέχρι τότε, γι’ αυτό και πάλι του εξηγούσε λέγοντας του.

  – Παππού. Αν μετά από ένα εξάμηνο, δούμε ότι δεν υποχωρεί η ασθένεια σου, τότε θα την κάνουμε την εγχείρηση. Θα είναι άνοιξη προς το καλοκαίρι τότε και ο καιρός κατάλληλος, οπότε να μην στεναχωριέσαι, θα σ’ εγχειρίσω.

 Μ’ αυτήν την διαβεβαίωση του γιατρού λοιπόν, πείστηκε επιτέλους ο παππούς, ότι πρέπει να κάνει υπομονή και να περιμένει μέχρι να έρθει η ημερομηνία που του έδωσε, γραμμένη σε ένα χαρτί ο γιατρός.

  Το χαρτί θα το χάσω σκέφτηκε ο παππούς, γι’ αυτό και αντέγραψε για σιγουριά την ημερομηνία του νέου ραντεβού του, στο πίσω μέρος του πακέτου των τσιγάρων του.

  Όσο ήταν απασχολημένος ο παππούς με την αντιγραφή του όμως, έλεγε σε μένα ιδιαιτέρως ο γιατρός.

  – Φοβάμαι βρε παιδί να τον εγχειρήσω σ’ αυτήν την ηλικία, γιατί κινδυνεύει να πεθάνει αυτός από άλλο λόγο μέσα στην κλινική κι εγώ χωρίς να φταίω, θα χρεωθώ τον θάνατο του.

 Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, λέω να του δώσουμε μια παράταση ζωής ακόμη, γιατί με το να κατουράει λίγο το παντελόνι του, δεν θα πεθάνει. Μπορεί όμως στο επόμενο εξάμηνο να πεθάνει από μόνος του λόγο ηλικίας, οπότε δεν θα χρεωθώ εγώ τον θάνατο του.

 Αν όμως τον εγχειρήσω τώρα. Η πιθανότητα να ζήσει έστω και για λίγο μετά την εγχείρηση του, είναι σχεδόν καμία.

  Αφού ο γιατρός ανησυχούσε για το αποτέλεσμα της εγχείρησης του. Και αφού δεν κινδύνευε να πεθάνει ο παππούς από το πρόβλημά του αν περίμενε ένα εξάμηνο. Και αφού ο ίδιος συμφώνησε. Δεν είχα παρά να συμφωνήσω και εγώ μαζί τους, για να μην έχω κι εγώ κάποιο βάρος στην συνείδηση μου, παρεμβαίνοντας στην δική τους απόφαση.

 Άφησα λοιπόν να αποφασίσει ο Θεός για το τι ήθελε να κάνει με τον παππού, τον γιατρό να ελπίζει ότι θα πεθάνει ο παππούς έως το τέλος της άνοιξης και τον παππού να περιμένει αφού ήθελε, έως ότου έρθει η ημερομηνία της επανεξέτασης του.

 Αφού πήρα στην συνέχεια τον παππού από την κλινική, τον πήγα μετά από λίγο στο ΚΤΕΛ της περιοχής μας, προκειμένου να πάρει από εκεί και πάλι το λεωφορείο της επιστροφής του για το χωριό μας.

 Αποχαιρετώντας τον λοιπόν τότε, του έλεγα κι εγώ κάτι, θέλοντας να του δείξω ότι συμμετείχα στο πρόβλημα του.

 – Να έρθεις παππού τότε που σου είπε ο γιατρός και τότε που ο καιρός θα είναι κατάλληλος κι εγώ θα σε πάω πάλι στον γιατρό, σύμφωνα με το ραντεβού που σου έδωσε.

 Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του ο παππούς και είπε κάτι σαν επιβεβαίωση των όσων άκουσε, αλλά στην δική του γλώσσα.

  – Έτσ’ θα κάνου πιδίμ’.

 Τον τοποθέτησα στην θέση του λεωφορείου μετά από μια μικρή αναμονή και αφού χαιρετηθήκαμε εκεί, επέστρεψα εγώ στο σπίτι μου και αυτός στο δικό του.

 Αφού έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα όμως, περιμέναμε κι εμείς την ημέρα που θα επαναλάβει ο παππούς την επίσκεψη του μετά από ένα εξάμηνο και αυτό πάλι, εφόσον ήταν ακόμη στην ζωή.

 Να όμως που ο παππούς ζούσε και ο καιρός ήταν κατάλληλος και η ημερομηνία έληξε, οπότε ήρθε να κάνει το τάμα του στον εαυτό του. Την  φροντίδα του όμως, την ανέθεσε σε μένα ο πατέρας μου, αφού εγώ ήξερα το ιστορικό του και αφού εκτός από μας, δεν είχε άλλους συγγενείς να τον συμπαρασταθούν.

  Εφόσον είχα την ευθύνη του λοιπόν, πήγαινα να τον παραλάβω όπως είπα και όταν πια έφτασα στο ΚΤΕΛ, τον είδα να κάθεται σε μια καρέκλα μέσα στον χώρο αναμονής και να κρατά με το αριστερό του χέρι μια νταμιτζάνα, ενώ με το δεξί του στηριζόταν στο μπαστούνι του.

 Το ένα μάτι του ήταν άσπρο και τυφλό από γλαύκωμα. Με το άλλο όμως που ήταν καλό, αμέσως με εντόπισε. Σαν είδε να τον πλησιάζω, σηκώθηκε από την καρέκλα του να με προϋπαντήσει, εφαρμόζοντας την δική του συνήθεια να τιμά έτσι όποιον τον πλησίαζε.

 – Κάθισε ρε παππού του είπα. Που σηκώθηκες εσύ, ογδόντα πέντε χρονών άνθρωπος να τιμήσεις εμένα, είκοσι χρονών παιδί.

 Τον καλωσόρισα ωστόσο και πήρα από το χέρι του την νταμιτζάνα που κρατούσε σφιχτά, μη τυχόν και του την πάρει κανείς, ενώ μου απαντούσε.

  – Δεν είνι κακό βρε πιδίμ, να τιμούμι τους ανθρώπους.

   Μετά από αυτήν την μικρή στιχομυθία, ξεκινήσαμε σιγά, σιγά, για το σπίτι μας, αφού το ραντεβού του με τον γιατρό ήταν απογευματινό. Βάδιζε δίπλα μου βαριά, βαριά και αμάν έκανε μέχρι να μου εμπιστευτεί τελικά την νταμιτζάνα του, ενώ μου έλεγε με δυνατή φωνή.

– Πρώσιχι μον, να μη μι την σπάις, γιατί θέλου να την πηγαίνου πισκές στουν γιατρό που θα μι’ νχειρίς.

  Θα την προσέχω παππού του είπα και αμέσως τον ρώτησα να μου πει, αν άργησα εγώ να φτάσω στο ΚΤΕΛ, ή αν το λεωφορείο ήρθε νωρίς, γιατί όπως το είδα, αυτός με περίμενε.

  – Του λιουφουρείου πιδίμ ήρθην νουρίς, αλλά κι συ, δεν άργησις.

Τετρακόσια τα έχει ο παππούς σκέφτηκα, αλλά για να δούμε τι θα κάνει ο γιατρός, όταν τον δει να φτάνει μπροστά του, φάντης μπαστούνι.

 – Πάμε στο σπίτι τώρα παππού του είπα και εκεί τα λέμε με την ησυχία μας.

 Με το έλα από εδώ, στην συνέχεια και με το έλα από εκεί, τον πήγα στο τελικά στο σπίτι. Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως, όσους ανθρώπους συναντούσαμε στον δρόμο μας, όλους τους χαιρετούσε, σαν να ήταν από παλιά γνώριμοι του.

 Βλέποντας αυτήν την συνήθεια, του έλεγα κι εγώ πειραχτικά.

 – Όλους θα τους χαιρετίσουμε παππού;

 Απτόητος όμως αυτός, επέμενε να κάνει αυτό που ήξερε, ενώ έλεγε σε μένα.

 – Ιφόσων ιμείς τους συναντήσαμι, ιμείς πρέπ’ κι να τους χεριτήσουμι. Αν αυτοί δεν μας του ανταποδόσουν, δικό τους θα ίνι του πρόβλημα.

 Άκουγα τις κουβέντες του παππού και σκεφτόμουν, ότι έχουν λεβεντιά αυτοί οι παλιοί άνθρωποι. Τιμούν τους ανθρώπους κατά την ρήση του Ευαγγελίου, που πολύ απλά λέει προς όλους. Είδες τον αδελφό σου; Είδες τον Θεό σου.

 Και δεν το λένε μόνον, αλλά και το εννοούν αυτό, γι’ αυτό και δεν τους ενδιαφέρει τι λένε αυτοί που δέχονται τον χαιρετισμό τους, ή αν τους τον ανταποδίδουν ή όχι.

  Φτάσαμε μετά από λίγο στο σπίτι όμως και εκεί του έκανα έναν καφέ, όπως τον ήθελε. Όταν πια ξεκουράστηκε, έβγαλε από την τσέπη το άδειο από τσιγάρα πακέτο που κρατούσε και μου το έδωσε λέγοντας.

 – Απού την πίσου πλιυρά είνι γραμμένου του όνουμα του γιατρού και του τηλέφουνου’ τ. Πάρ’ τουν τουν αριθμό’ τ κι πές τουν, ότι όπως μ’ είπιν, ήρθα σήμιρα να μ’ ιγχειρίς τουν προυστάτ’.

 Τι μπορούσα να κάνω εγώ; Κάλεσα λοιπόν το νούμερα που ήταν γραμμένο πίσω από το πακέτο του και όπως ήταν αναμενόμενο, απάντησε αμέσως ο γιατρός.

 Αφού του εξήγησα στα γρήγορα ποιος ήμουν εγώ και τι ήρθε να κάνει ο παππούς μας εκείνη την μέρα, έκπληκτος με ρωτούσε αυτός όταν κατάλαβε για ποιόν του μιλούσα.

  – Ζει ρε ο παππούς; Πω, πω, μπελάς που με βρήκε? Αλήθεια σου λέω, ότι δεν ξέρω τι να κάνω μ’ αυτόν. Δεν μπορούμε ρε να του πούμε, για δεύτερη φορά ψέματα; Φέρ’ τον εδώ το απόγευμα στις πέντε αφού ήρθε και ο Θεός βοηθός.

  Άκουγε ο παππούς, που εγώ έλεγα συνέχεια ναι, ναι, στο τηλέφωνο, γι’ αυτό και με ρώτησε.

 – Τι είπιν ου γιατρός α;

 – Τίποτε παππού του είπα. Θα πάμε στις πέντε στην κλινική και θα δούμε τι θα γίνει.

 Του το είπα έτσι αυτό, προκειμένου να τον ησυχάσω, αλλά και για να δω τις αντιδράσεις του.

  – Ακουσι να συ πω, είπε αυτός και πρόσθεσε. Να τουν πεις, ότι ιγώ, δεν φέυγου απού δω χουρίς να ιγχειριστώ κι ότι κάνει η κόπους τ’, θα τουν πληρώσου.

 Σταμάτησε να μιλά μετά και ζήτησε να τον πλησιάσω. Έβγαλε ύστερα μέσα από την τσέπη του κάτι που ήταν τυλιγμένο με το μαντίλι του και αμέσως μετά έβγαλε και ένα μακρόστενο σακουλάκι από την άλλη τσέπη.

 Ξεδίπλωσε το μαντίλι του στην συνέχεια και αφού μου έδειξε ένα μάτσο χιλιάρικα που ήταν τυλιγμένα σ’ αυτό, έλεγε.

 – Αυτά, είνι τα χουντρά.

 Δεν μπορούσα να υπολογίσω πόσα ήταν γιατί τα είχε σε μασούρι μαζεμένα, αλλά από τον όγκο τους υπολόγισα ότι θα ήταν καμιά τριανταριά.

 Άνοιξε ύστερα και το σακουλάκι του, μέσα στο οποίο διέκρινα αρκετά από εκείνα τα ασημένια κέρματα των είκοσι και τριάντα δραχμών που τότε κυκλοφορούσαν και πάλι είπε.

 – Αυτά. Είνι τα ψιλά.

  Αφού είδα και τα κέρματα του, τον ρωτούσα πειραχτικά κι εγώ με την σειρά μου.

 – Τι είναι αυτές οι λίρες ρε παππού;

 – Δεν είνι λύρις α. Εικουσάδραχμα είνι. Που να τις βρω ιγώ τις λύρις; Είσι κι συ όμους, καλός χουρατατζής.

Άκου ιδώ πρόσθεσε. Ιγώ δεν ξέρου γράμματα. Γι’ αυτό. Θέλου ισύ να κάν’ ς τουν λογαριασμό μ’ αυνούς κ’ ύστερα να μι πεις πόσα να τους δώσου. Άμα θα ινχειριστώ όμους, θα μι ναρκώσουν αυνοί κι έτσ’ όπους θα είμι, δεν θα ξέρου που θα βρίσκουμει. Να έχεις λοιπόν ισύ του νους, μη μι πάρουν τα λιφτά κι μι τί να τοις πληρώσου ύστιρα.

  – Καλά παππού. Μη στεναχωριέσαι του είπα. Το απόγευμα που θα πάμε στην κλινική, θα τα κανονίσω εγώ με τον γιατρό και θα σ’ ενημερώσω.

  Όταν ήρθε πια η ώρα, ετοιμάστηκε ο παππούς και αφού χαιρέτισε την μητέρα μου που ήρθε στο σπίτι εν τω μεταξύ, ξεκινήσαμε για την κλινική.

 Φτάνοντας στην εξώπορτα όμως, σταμάτησε και είπε σε μένα.

 – Πάρι κι την νταμιτζάνα μαζί μας.

 – Ας την αφήσουμε εδώ βρε παππού του είπα και όταν τελειώσουμε με την εγχείρηση, τότε θα σου την φέρω εγώ στην κλινική κι εσύ δώσε την μετά στον γιατρό αφού έτσι θέλεις.

 Αυτός όμως ήταν ανένδοτος.

 – Πάρ’ την συ λέου. Έχου τουν λόγου μ’, που θέλου να είν’ την αυτή ικεί.

  Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, γι’ αυτό και πήρα την νταμιτζάνα, πήρα και τον παππού και αφού μας ευχήθηκε η μητέρα μου καλή επιτυχία, πήγαμε στην κλινική όπου μας περίμεναν γιατροί και νοσοκόμες.

 Έβαλαν τον παππού σε ένα δωμάτιο να ξεκουραστεί κι εμένα με κάλεσαν στην σύσκεψη που είχαν αυτοί στο γραφείο τους.

 Ήταν πολλοί μαζεμένοι εκεί και έψαχναν όλοι μαζί να βρουν τρόπο και λόγο, ώστε να πείσουν τον παππού να αποφύγει την εγχείρηση που ήθελε να κάνει.

 Κι εφόσον εγώ ήμουν ο συνοδός του, σκέφτηκαν να εκθέσουν και σε μένα τους κινδύνους που διέτρεχε ο παππούς, αν επέμενε να εγχειριστεί σ’ αυτήν την ηλικία, γι’ αυτό και μου έλεγαν.

 – Δεν είναι επικίνδυνη η εγχείρηση του προστάτη. Αλλά να. Κινδυνεύει να πεθάνει ο ασθενής από μετεγχειρητικές επιπλοκές και από τα μικρόβια που κυκλοφορούν τους χώρους της κλινικής, τα οποία δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτός, λόγο ηλικίας.

  – Καταλαβαίνω τους είπα κι εγώ. Αλλά τι να κάνω; Είναι αποφασισμένος και θέλει να την κάνει την εγχείρηση. Εγώ δεν έχω παρά μόνον συγγενική σχέση μαζί του και αυτός δεν με δέχεται για γιατρό του.

 Προσπάθησα είναι αλήθεια, να τον μεταπείσω. Σαν είδα την επιμονή του όμως, έκανα πίσω. Δεν είσαι γιατρός εσύ, μου είπε, για να μου πεις τι να κάνω.

 – Καλά είπαν οι γιατροί. Αφού δεν πείθεται από σένα, φέρ’ τον εδώ να του πούμε ακόμη μια φορά κι εμείς, ότι βάζει σε κίνδυνο την ζωή του. Αν και πάλι επιμένει. Τότε θα του την κάνουμε την εγχείρηση και ότι πει ο Θεός.

  Πήγα λοιπόν στο δωμάτιο του παππού και τον έφερα από εκεί στο γραφείο τους. Στάθηκε όρθιος και αγέρωχος αυτός μπροστά τους και ήταν έτοιμος εκεί να αντιμετωπίσει με θάρρος τις αντιρρήσεις τους.

  Με το ένα χέρι ελαφρά λυγισμένο, στήριζε το γερασμένο σώμα του στο μπαστούνι που κρατούσε και έτσι όπως έγερνε και λίγο από την μια μεριά, άκουγε με προσοχή όσα οι γιατροί για μια ακόμη φορά του εξέθεταν αργά, αργά, τους λόγους για τους οποίους δεν έπρεπε να κάνει την εγχείρηση.

 – Παππού. Του έλεγε ο αρχίατρος. Η εγχείρηση του προστάτη που ζητάς, δεν είναι σοβαρή. Αν την κάνεις όμως τώρα και στην ηλικία που βρίσκεσαι, κινδυνεύεις να πεθάνεις από τα μικρόβια που κυκλοφορούν εδώ μέσα.

 Και επειδή αυτό που σου λέμε είναι σίγουρο, εμείς λέμε να μη την κάνεις. Για σένα, είναι καλύτερα να την αποφύγεις και να μείνεις όπως είσαι, μέχρι που να έρθει το μοιραίο. Τι λες κι εσύ; Συμφωνείς μαζί μας;

 Αφού τους κοίταξε αυτός καλά, καλά και όλους έναν, έναν με το καλό του το μάτι, από αυτό δηλαδή που δήλωνε ότι είχε ψυχή ο παππούς και αυτή ήταν εκεί, νέα, έτοιμη και αποφασισμένη, τους είπε με νεανικό θάρρος.

 – Ακούστι. Ιγώ, μι τον αδιρφόμ’, πήγαμι απού τα δικάξ’ χρόνια, ιθιλουντές στούν στρατό κι μήναμ’ ικεί, ιφτά χρόνια. Πήγαμι κι γυρίσαμι μι τα πόδια απ’ την Μικρασία. Μέχρι την κόκκιν’ μιλιά φτάσαμι, κι κανένα μικρόβιο δεν μας ιμπόδισι στουν δρόμου μας. Θα φουβιθώ ιγώ τώρα, τα μικρόβια που ισείς έχτοι ιδώ;

 Ακούστει γιατροί τους είπε πάλι. Ιγώ πληρώνου. Κι αφού πληρώνου, θα μη την κάντει την ιγχείρισ’. Κι του ποιος θα πιθάνει κι του ποιος θα ζεις, άλλους του κανουνίζ’. Γι’ αυτό. Αφίστει τα λόγια κ’ ιλάτει να κάντει την δουλειά σας.

 Δεν μπουρώ ιγώ να βγαίνου στην αγουρά κατουρημένους. Δεν θα μη κάντει ισείς ριζίλ’ στου χουριόμ’, ιπειδή φουβάστι τα μικρόβια που έχτι ιδώ.

 Μετά από κείνη την δήλωση που τους έκανε ο παππούς, δεν μπορούσαν οι γιατροί, παρά να ορίσουν ώρα για την επέμβαση που έπρεπε να του κάνουν, αν και δεν συμφωνούσαν με την επιλογή του. Απευθυνόμενοι σε μένα όμως έλεγαν.

 – Εσύ να είσαι εδώ αύριο το πρωί, μεταξύ δέκα και δώδεκα. Θα του την κάνουμε την επέμβαση αφού την θέλει, αλλά να ξέρεις, ότι εμείς δεν θα έχουμε καμιά ευθύνη, για ό,τι του συμβεί μετεγχειρητικά.

 Πήγαινε τον τώρα στο κρεβάτι του, ώστε να τον ετοιμάσουν οι νοσοκόμες και αύριο το πρωί με το καλό και αφού κάνουμε την εγχείρηση, θα τον κρατήσουμε εδώ μια εβδομάδα.

 Από αύριο το πρωί της Τρίτης και για προληπτικούς λόγους, έως το πρωί της άλλης Δευτέρας, θα μείνει ο ασθενής εδώ, προκειμένου να βλέπουμε την πορεία του.

 Αν είναι καλά μέχρι τότε θα τον πάρεις και θα τον πας στο σπίτι του. Αν όχι; Τότε θα δούμε τι θα κάνουμε. Σύμφωνοι;

 Αφού άκουσα κι εγώ, όσα μου είπαν οι γιατροί, θέλοντας και μη, δέχτηκα την συμφωνία μας.

 Παρακολουθούσε αμίλητος ο παππούς την κουβέντα που είχα με τους γιατρούς και μόλις τελείωσε αυτή, με ρώτησε.

 – Τι απουφάσισαν α;

 – Θα σου την κάνουν την εγχείρηση παππού. Μη στεναχωριέσαι κι εγώ θα είμαι εδώ μαζί σου. Τώρα όμως, πρέπει πρώτα να πάω εσένα στο κρεβάτι σου, γιατί θέλουν να σε ετοιμάσουν οι νοσοκόμες για την επέμβαση και μετά να φύγω κι εγώ, γιατί  έχω δουλειά.

 Αύριο το πρωί όμως θα έρθω και πάλι εδώ, να σου κάνω παρέα.

 – Μη φεύγεις ακόμα είπε ο παππούς. Κύτταξι πρώτα τουν λουγαριασμό. Πρώτα να τους πληρώσουμι κι ύστιρα να μ’ ιγχειρήσουν. Μάσι λοιπόν τουν λουγαριασμό κι πές μι, πόσα ζητούν να τους δώσου.

 Θέλου να τους δώσου πρώτα τα λιφτά, γιατί μας είπαν ότι μπουρεί κι να πιθάνου. Άμα πιθάνου όμους, δεν θέλου να χρουστώ. Γι’ αυτό, πες τους να μι πουν απού τώρα πόσα θέλουν. Κι σύ, αύριο να έχς του νους, μη μι πάρουν τα υπόλοιπα άμα κοιμάμι.

 Άκουσαν οι γιατροί την στιχομυθία μας, γι’ αυτό και μου υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν τον λογαριασμό από απόψε, αλλά θα μου τον δώσουν αύριο το πρωί και όταν θ’ ανοίξει το ταμείο τους, ώστε να εξοφλήσει έγκαιρα το χρέος του ο ασθενείς, αφού δεν θέλει να χρωστάει όταν πεθάνει.

 Μετά και από τις παραπάνω εξηγήσεις, πήγα τον παππού στο δωμάτιο του, όπου και τον παρέλαβαν οι νοσοκόμες. Έφυγα κι εγώ για την δουλειά μου και την επομένη το πρωί όπως υποσχέθηκα στον παππού, ήμουν εκεί και στις δέκα όπως μου το ζήτησαν οι γιατροί.

 Βρήκα τον παππού όμως να είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και πριν ακόμη προλάβω να τον ρωτήσω, αν είναι έτοιμος για την εγχείρηση, μου έλεγε αυτός ευχαριστημένος.

 – Την κάναμι την ιγχείρησ’ κι όλα είνι ιντάξ’. Πλήρουσα κι τουν λουγαριασμό κι τώρα είμι ήσυχους. Πουνάου λίγου στα αχαμνά, αλλά μι είπαν οι γιατροί ότι δεν είνι τίπουτα κακό. Απού του μαχαίρ’ είνι.

 Αφού εχθές μου ζήτησε να ενδιαφερθώ και για τα έξοδα της επέμβασης, του ζήτησα να μου πει πόσα τους έδωσε και πόσα πείρε ο χειρούργος, μη τυχών και του πήραν πολλά ή όχι.

  – Πόσα σε πήραν παππού για την επέμβαση και πόσα πήρε ο χειρούργος;

 – Τι συ νιάζ’ α; Ισύ θα τα πληρώις; Τα πλήρουσα ιγώ του πρωί όλα κι τα καθάρ’ σα. Αυτό που έχουμι να κάνουμι τώρα, είνι μόν’ να φεύγουμι.

 Άκουσα όσα μου είπε ο παππούς και αφού τον καθησύχασα, πήγα στο γραφείο των γιατρών να πληροφορηθώ τα περί της επέμβασης του.

 Απ’ αυτούς λοιπόν έμαθα, ότι έκαναν την επέμβαση του στις οκτώ το πρωί αντί στις δέκα που μου είχαν πει, για τον λόγο ότι ακυρώθηκε μια άλλη που είχαν προγραμματισμένη εκείνη την ώρα.

 Όπως με διαβεβαίωναν όμως, όλα πήγαν καλά και ότι από κει και μετά θα περίμεναν να δουν, πόσα μετεγχειρητικά προβλήματα θα τους έβγαζε ο παππούς.

 – Θα τον κρατήσουμε εδώ αυτές τις μέρες όπως είπαμε και εφόσον όλα είναι καλά, να έρθεις την επόμενη Δευτέρα και τέτοια ώρα να τον πάρεις. Εμείς δεν σε χρειαζόμαστε εδώ, ούτε και ο παππούς σε χρειάζεται. Να μας αφήσεις όμως ένα τηλέφωνο, ώστε να σε βρούμε εύκολα στην περίπτωση που κάτι δεν πάει καλά.

 Συμφώνησε και ο παππούς με τα παραπάνω, γι’ αυτό και τον άφησα να ξαπλώνει στο δωμάτιο του. Έδωσα μετά το τηλέφωνο μου στους γιατρούς, ώστε να με καλέσουν αν χρειαστεί και όπως μου το ζήτησαν έφυγα.

 Περιορίστηκα στο μαγαζί μας εγώ περιμένοντας τηλεφώνημα από την κλινική και αφού δεν μου έκαναν τέτοιο, πήγα την Τετάρτη εκεί, ώστε να δω από κοντά τι γίνεται.

 Ήταν όλα καλά όμως, γι’ αυτό και έφυγα από την κλινική, παίρνοντας μαζί μου τα άπλυτα του παππού, τα οποία και επέστρεψα καθαρά την Πέμπτη.

 Απ’ όσα πληροφορήθηκα και το πρωί της Πέμπτης από τους γιατρούς, όλα πήγαιναν καλά με την υγεία του παππού.

 – Καλά πάμε είπαν. Αν συνεχίσουμε έτσι μέχρι και την Δευτέρα, σίγουρα θα του δώσουμε εξιτήριο. Φύγε τώρα και να έρθεις τον πρωί της Δευτέρας για την παραλαβή του και τότε θα σου δώσουμε και τις ανάλογες οδηγίες για την πάθηση του ασθενή.

 Αφού όλα πήγαιναν καλά λοιπόν, χαιρέτησα τους γιατρούς και πήγα να δω τον παππού στο δωμάτιο του. Βεβαιώθηκα και από τον ίδιο για την καλή κατάσταση της υγείας του, γι’ αυτό και τον χαιρέτησα φεύγοντας, υποσχόμενος να τον επισκεφτώ ξανά, το απόγευμα του Σαββάτου.

  Το πρωί του Σαββάτου όμως, δέχτηκα ένα επείγων τηλεφώνημα από την κλινική, μέσω του οποίου με καλούσαν να πάω αμέσως εκεί, γιατί όπως έλεγαν οι γιατροί, συνέβη κάτι πολύ σοβαρό στον παππού, γι’ αυτό και η επίσκεψη μου δεν έπαιρνε αναβολή.

 Θορυβήθηκα είναι αλήθεια από το τηλεφώνημα, γι’ αυτό και έλεγα σχεδόν αμήχανα στους γονείς μου.

 – Πάει. Μάλλον πέθανε ο παππούς.

 Θορυβήθηκαν και οι γονείς μου από τα λεγόμενα μου, γι’ αυτό και άκουσα τον πατέρα μου να λέει.

 – Πήγαινε βρε παιδί μου να δεις τι έγινε. Και όταν φτάσεις εκεί, πές τα μας από το τηλέφωνο. Έτσι και πέθανε ο παππούς σήμερα, θα πρέπει να τρέχουμε για τα τυπικά και για τα χαρτιά και αυτά δεν είναι λίγα.

 Με το δίκαιο του τα έλεγε αυτά ο πατέρας μου, γιατί Σάββατο ήταν και τα Σάββατα είχαμε πολύ δουλειά στο μπακάλικο μας και ένα τέτοιο συμβάν, όντως θα μας δυσκόλευε πολύ.

 Ωστόσο, έφυγα αμέσως για την κλινική και όταν έφτασα εκεί, πήγα τρέχοντας να βρω τον γιατρό που τον εγχείρισε, τον οποίον και βρήκα να με περιμένει έξαλλος στο γραφείο του και αυτό; Καθόλου δεν το έκρυβε καθώς έλεγε.

 – Πάρε τον παππού σου από δω γρήγορα και τώρα αμέσως μάλιστα. Δεν θα μπω εγώ φυλακή, για τα χαζά που κάνει αυτός.

 Γεμάτος απορίες εγώ, για τα χαζά που έκανε ο παππούς όπως έλεγε ο γιατρός, του ζήτησα να μου δώσει εξηγήσεις.

 – Τι χαζά έκανε γιατρέ; Εξήγησε μου, γιατί δεν καταλαβαίνω.

 Έξαλλος αυτός αλλά και θυμωμένος συγχρόνως μαζί του, έλεγε.

 – Μπορείς να το φανταστείς αυτό; Ενώ είναι εγχειρισμένος, ήπιε μια νταμιτζάνα τσίπουρο. Κι εσύ όπως το πληροφορήθηκα από τις νοσοκόμες αυτό, το ήξερες. Μας το έκρυψες όμως και τίποτε δεν μας είπες για το τσίπουρο.

 Να τον πάρεις λοιπόν τώρα τον παππού σου από εδώ και να φύγετε αμέσως. Και να του πεις, να πάει αλλού να πεθάνει αφού το θέλει. Όχι εδώ όμως. Κατάλαβες;

 Απόρησα μ’ αυτά που άκουγα από τον γιατρό, γιατί όπως μου είπε ο παππούς, κρασί είχε στην νταμιτζάνα του και όχι τσίπουρο. Εκτός αυτού. Μου είχε πει ότι στον γιατρό του θα την έδινε αυτήν πεσκέσι, μόλις ολοκληρωνόταν η επέμβαση του.

 Πως όμως έγινε τσίπουρο το κρασί και πως το ήπιε μόνος του μέσα σε έξη μέρες, αυτό ήταν κάτι που κι εγώ ήθελα να το μάθω. Δεν κορόιδεψε μόνον τον γιατρό του ο παππούς με όσα έκανε, αλλά όπως και το διαπίστωνα κείνη την στιγμή κι εμένα κορόιδεψε.

 Άφησα λοιπόν θυμωμένο τον γιατρό στο γραφείο του και πήγα να ακούσω τι είχε να μου πει σχετικά με το τσίπουρο ο εγχειρισμένος, που ακόμη ήταν στο δωμάτιο του.

 Πήγα λοιπόν εκεί και τον βρήκα να είναι στο τσακίρ κέφι και μάλιστα πολύ ευχαριστημένος από τα περίεργα καμώματα του.

 – Τι έγινε ρε παππού; Μας ξεγέλασες όλους; Να ξέρεις όμως, ότι αυτό που έκανες, είναι πολύ επικίνδυνο.

 – Γιατί α; Τι έκανα; Λίγου τσίπουρου ήπια κι το’φκιασαν βουνό. Άμα δεν μας θέλουν ιδώ πάντους, πάμι τώρα κιόλας να φεύγουμι.

 Τους πλήρουσα κι δεν τους χρουστώ ντιπ τίπουτας. Κι του υπόλοιπου απ’ του τσίπουρου, ας του πιούν αφνοί. Δεν μι νιά ζ’ ντιπ. Έχου ένα σουρό απ’ αυτό στου χωριό.

 Αυτά έλεγε ευθαρσώς σ’ εμένα ο παππούς, δικαιολογώντας τον εαυτό του, για όσα απαράδεκτα ως εγχειρισμένος άνθρωπος έκανε. Ακόμη και η νοσοκόμα είχε να του καταμαρτυρήσει πολλά, αφού και αυτή απήβδησε με την συμπεριφορά του.

 Όταν τον άκουσε να μου απολογείται για τα καμώματα του, επενέβη και ένα σορό του καταμαρτυρούσε καθώς έλεγε.

 – Δεν ήπιε λίγο τσίπουρο όπως μας λέει, γιατί σταγόνα δεν έμεινε απ’ αυτό στην νταμιτζάνα του. Την κατέβασε όλη, να είναι καλά ο άνθρωπος.

 – Καλά της είπα κι εγώ απορώντας με την δική τους συμπεριφορά. Πως και δεν το πήρατε είδηση αυτό; Όλη την ημέρα μπαινοβγαίνετε στο δωμάτιο του.

– Χαμπάρι δεν πήραμε είπε αυτή. Και δεν θα ξέραμε τίποτε, αν δεν γύριζα σήμερα πίσω να δω, αν πήρε ή όχι τα χάπια του, γιατί μου φάνηκε ότι δεν τα πρόσεξε όταν του τα άφησα πάνω στο κομοδίνο του.

 Τα έχασα όμως, όταν τον είδα να τα ρίχνει στον νεροχύτη και να ανοίγει μετά την βρύση με το νερό. Όταν πήγα κοντά του να δω τι ακριβώς έκανε, μύριζε οινόπνευμα όπως και τις άλλες φορές που τον πλησίαζα κι εγώ νόμιζα ότι αυτός έπλενε εκεί τα χέρια του μ’ αυτό.

 Ήξερα ότι είχε την νταμιτζάνα μαζί του, αφού κάθε φορά που έμπαινα στο δωμάτιο του την έβλεπα. Από την πρώτη στιγμή όμως μας είπε, ότι είχε κρασί αυτή και ότι θα την πήγαινε κάπου πεσκέσι μετά την εγχείρηση του.

 Την στιγμή όμως που γύρισα πίσω σήμερα να δω, τι ακριβώς έκανε με τα χάπια του, είχε την νταμιτζάνα στα πόδια του. Από φόβο μη του πέσει αυτή και γεμίσει το δωμάτιο με γυαλιά και κρασιά, την έπιασα με σκοπό να την βάλω στην θέση της και κάτω από το κρεβάτι που την είχε.

 Έκπληκτη όμως διαπίστωσα, ότι η νταμιτζάνα ήταν άδεια. Χωρίς να πω τίποτε στον παππού, την πήγα στους γιατρούς αυτήν και απ’ αυτούς άκουσα ότι ήταν τσίπουρο αυτό που είχε μέσα και όχι κρασί.

 Το ήπιε όλο ο ευλογημένος και όπως αποδείχτηκε αυτό, από την πρώτη μέρα έπινε αυτός το τσίπουρο που έφερε μαζί του, ενώ πετούσε στον νεροχύτη την αντιβίωση που του δίναμε.

 Με το δίκαιο τους λοιπόν θύμωσαν οι γιατροί μαζί του και λογικά τώρα φοβούνται ότι δεν θα καταφέρει να ζήσει μετά από όσα έκανε, γι’ αυτό και δεν τον θέλουν εδώ.

 Έφριξα κι εγώ με όσα άκουσα από την νοσοκόμα και φοβισμένος απ’ όσα μου εξήγησε νωρίτερα ο γιατρός του, του είπα με κάποιο παράπονο.

 – Γιατί ρε παππού έκανες αυτό το κακό;

 – Τι κακό έκανα α; Είπε αυτός αδιάφορα.

  – Πως τι έκανες; Μια νταμιτζάνα τσίπουρο ήπιες και δεν πήρες καθόλου αντιβίωση. Χωρίς να πάρεις αντιβίωση όμως, κινδυνεύεις να πεθάνεις.

 – Γιατί να πιθάνου α; Όποιους πίν’ τσίπουρου πιθένι; Μη τους ακούς αφνούς α. Αφνοί οι γιατροί, συ πιθένουν πριν την ώρα σ’. Άμα ήταν έτσ’, μι τόσου τσίπουρο που ήπια ιγώ στην ζουήμ, θα πέθινα τώρα πινήτα φουρές.

 – Ναι αλλά τώρα είσαι εγχειρισμένος, δεν είναι το ίδιο. Είσαι και ογδόντα πέντε χρονών. Θα μπορέσει άραγε ο οργανισμός σου, να ξεπεράσει το πρόβλημα που το φόρτωσες, ή εξαιτίας του λάθους που έκανες, θα σε βρούμε να είσαι ξαπλώνεις για τα καλά;

 – Μη φουβάσει τόσου πουλύ α. Αφού τους πληρώσαμι όμους, πάμι τώρα να φέβγουμι κι άστους αυτούς να πιριμένουν να πιθάνου. Πές μον στούν γιατρό να γράψ’ στου πακέτου, πότι να έρθου να μι ιξητάς ξανά.

 Κι ενώ έλεγε αυτά, μου έδωσε ένα πακέτο άδειο από τσιγάρα να το πάω στον γιατρό, για τον λόγο που μου ανέφερε. Πήρα ωστόσο το πακέτο του, αλλά και προσπάθησα να του εξηγήσω λέγοντας του.

  – Θα μας δώσουν χαρτιά οι γιατροί και εκεί θα γράφουν αν πρέπει να έρθεις πάλι και πότε να σε ξαναδούν, γι’ αυτό μην ανησυχείς.

Αυτός όμως επέμενε να λέει τα δικά του.

 – Θα τα χάσου τα χαρτιά βρε πιδίμ’. Του μπακέτου όμους είνι από τα τσιγάρα. Αυτό δεν θα του πιτάξου κι έτς,’ θα θημούμι πότι να έρθου.

 Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη με την λογική του παππού, γι’ αυτό και πήγα με το πακέτο του στον θυμωμένο γιατρό, προκειμένου να πάρω από αυτόν, το εξιτήριο του.

 Μου το έδωσε αμίλητος αυτό ο γιατρός και επειδή πουθενά σ’ αυτό δεν είδα να αναφέρεται η ημερομηνία που θα έπρεπε να έρθει ο παππούς για επανεξέταση, ρώτησα τον γιατρό να μου πει, τι θα γένει μ’ αυτό το θέμα.

 ‘Όταν άκουσε αυτός το τι του ζητούσα, είπε αρκετά πειραγμένος.

 – Μας δουλεύετε ρε παιδιά; Ούτε σε μια εβδομάδα ζωής δεν μπορεί να ελπίζει ο παππούς και σκέφτεται το πότε θα τον επανεξετάσω;

 Ωστόσο, πήρε στα χέρια του το πακέτο και έγραψε πίσω απ’ αυτό κάτι, έτσι για να κοροϊδέψει την αφέλεια του παππού, ενώ έλεγε σε μένα ακόμη θυμωμένος.

 – Του χρόνου την ίδια μέρα. Πάρε τώρα το πακέτο, πάρε και τον παππού σου και του χρόνου την ίδια μέρα να έρθετε για επανεξέταση.

  Φοβήθηκα ότι όντως θα χάσουμε τον παππού από την απερισκεψία που έκανε, γι’ αυτό και ήμουν στεναχωρημένος όπως καταλαβαίνετε. Επειδή όμως αυτό δεν μπορούσε πλέον να διορθωθεί, τον πήρα από την κλινική και φύγαμε για το σπίτι μας.

 Όταν φτάσαμε εκεί, τον έβαλα να ξάπλωσε προκειμένου να ξεκουραστεί ώσπου να έρθει η μητέρα μου, την οποία και ενημέρωσα για τα καμώματα του θείου της.

 Δεν πέρασαν πέντε λεπτά όμως και ανασηκώθηκε ο παππούς. Αφού κάθισε στην συνέχεια στο ντιβάνι που ξάπλωνε και έβαλε τα πόδια του στο πάτωμα, έλεγε σε μένα προκειμένου να με καθησυχάσει.

 – Μη στιναχουριέσι τόσου πουλύ α, δεν θα πιθάνου. Κι αν πιθάνου πάλι, τί; Τα έχου τα χρουνάκια μ’. Κι μη ξιχνάς, ότι ου Θιός κανουνίζ,’ ποιόν θα πάρ’ κι ποιόν θ’ αφείσ’.

 Αυτά είπε ο παππούς και πάλι ξάπλωσε στο ντιβάνι του, στο οποίο και τον αφήσαμε να ξαπλώνει για λίγες μέρες ακόμη, έως ότου αναρρώσει αυτός και έως ότου σκεφτούμε εμείς, το τι θα έπρεπε να κάνουμε με την υγεία του.

 Πριν όμως αποφασίσουμε εμείς για το πότε έπρεπε να τον στείλουμε στο χωριό και για το πως θα συνεχίσει αυτός την ζωή του εκεί μόνος του, αφού από χρόνια ήταν χήρος, μας είπε ένα πρωί.

 – Ιγώ θα φεύγου σήμιρα. Δεν μπουρώ να μείνου άλλου ιδώ.

Αφού δεν έπαιρνε αναβολή το θέμα, ευχαρίστησε τους γονείς μου για την φιλοξενία που του επιφύλαξαν και μετά από λίγο, τον έβαλα πάλι στο λεωφορείο, να φύγει για το χωριό.

 Όταν τον έβαζα όμως να καθίσει στο κάθισμα του, με κοιτούσε με εκείνο γέρικο μάτι, που άστραφτε από νεανικό θάρρος και μου είπε.

 – Θα έρθου του χρόν’ την ίδια μέρα κι θα πάμι μαζί πάλι στούν γιατρό. Μη στιναχουριέσι.

  Το είπε και το έκανε το θηρίο και όπως μου το υποσχέθηκε, ήρθε πάλι στο σπίτι μας την ίδια μέρα και πήγαμε πάλι μαζί ένα απόγευμα στην ίδια κλινική. Τον θυμήθηκαν οι γιατροί κι απορούσαν βλέποντας τον για το πως και ζούσε αυτός ακόμη, ενώ ο γιατρός που τον εγχείρησε, λίγο καιρό μετά την επέμβαση που του έκανε πέθανε, αν και ήταν νέος και πολύ υγιής.

 Ήταν πολύ στεναχωρημένοι οι γιατροί για τον χαμό του φίλου και συναδέλφου τους, ενώ εκπλήσσονταν, για το πως επέζησε ο παππούς στα ογδόντα πέντε του χρόνια, όταν ήπιε μια νταμιτζάνα τσίπουρο ενώ ήταν εγχειρισμένος, χωρίς να πάρει καθόλου αντιβίωση.

 Όταν άκουσε ο παππούς τα νέα, όχι μόνον δεν ήθελε να τον εξετάσουν, αλλά και δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, γι’ αυτό και γελώντας με φωνή τους έλεγε.

 – Α ρε δεν σας έλεγα ιγώ, ότι άλλους κανουνίζ’, για του ποιος θα πιθάνι’ κι του ποιος θα ζείσ’; Ά τώρα; Να μάθτι εσείς οι γιατροί, ότι είνι κι ου Θιός ιδώ, όχι μον ισείς.

 Για να μη στεναχωρηθούν περισσότερο οι γιατροί από τα λεγόμενα του παππού, τον πήρα και βγήκαμε έξω από την κλινική. Ώσπου να φτάσουμε όμως στο σπίτι, δεν σταματούσε να λέει γελώντας.

 – Είνι κι ου θιός ιδώ α. Είνι κι ου θιός ιδώ.

 Αφού λοιπόν δεν υπήρχε ο λόγος να επανεξεταστεί ο παππούς, τον έβαλα και πάλι στο λεωφορείο και όπως το συμφώνησα αυτό με τους γονείς μου, ταξιδεύοντας μαζί του, τον συνόδευσα μέχρι και το σπίτι του στην γενέτειρα μας.

 Λόγω της στράτευσης μου, αποξενώθηκα κάπως απ’ αυτήν, αφού για τρία χρόνια τουλάχιστον, δεν μπορούσα να την επισκεφτώ. Συνοδεύοντας τον παππού όμως, μου δόθηκε η ευκαιρία να δω την γιαγιά μου όπως και τον παππού μου εκεί, αυτόν δηλαδή που ήταν αδελφός του εγχειρισμένου, τους οποίους όφειλα και να ενημερώσω για την απόλυση μου από τον στρατό.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *