Μπροστά σ’ εκείνη την φραστική διένεξη που ξέσπασε πριν από λίγο καιρό ανάμεσα στον πατέρα μου και τον απόστρατο Στρατηγό, βρισκόταν και ο μανάβης της γειτονιάς μας.
Προσπαθώντας να καθησυχάσει τον πατέρα μου αυτός, που φοβόταν μη τυχόν και πραγματοποιήσει τις απειλές του ο απόστρατος, του έλεγε.
– Μη τον παίρνεις στα σοβαρά βρε Κώστα. Έχασε τα πρωτεία που είχε και αυτό τον κάνει τώρα να συμπεριφέρεται παράξενα. Εγώ που τον ξέρω από παλιά όμως, σου λέω ότι δεν είναι κακός άνθρωπος.
Τον άκουσε ο πατέρας μου και ησύχασε κάπως, αλλά και είχε συνεχώς τον νου του απασχολημένο μ’ αυτό το θέμα. Μετά από λίγο καιρό όμως, ο μανάβης μας κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείο και μ’ αυτήν την ευκαιρία πήγε ο πατέρας μου να τον συγχαρεί, αλλά βρήκε το μανάβικο του κλειστό.
Όταν ρώτησε τους γείτονες του να του πουν γιατί συμβαίνει αυτό, του είπαν ότι αφότου ο μανάβης κέρδισε το λαχείο, δεν άνοιξε ξανά το μαγαζί του.
Γύρισε προβληματισμένος ο πατέρας μου από εκείνη την επίσκεψή.
– Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά είπε. Επειδή δηλαδή κερδίσαμε στο λαχείο, πρέπει να κλείσουμε το μαγαζί μας; Το ένα εκατομμύριο δραχμές που πήρε από το λαχείο του, είναι πολλά λεφτά για μας τους μικρούς επαγγελματίες. Είναι όμως και πολύ λίγα για όσους λένε, ας ξοδέψουμε μερικά από αυτά σήμερα, αφού έχουμε αρκετά.
Αν αφήσει αυτός τον εαυτό του ελεύθερο να ξοδέψει λίγα σήμερα, νομίζοντας ότι θα έχει αρκετά από αυτά αύριο, τότε δεν θα καταλάβει για πότε θα τα χάσει όλα και δεν θα του μείνει τίποτε.
Δεν πέρασαν πολλές μέρες και εμφανίστηκε ο μανάβης στο μπακάλικο του πατέρα μου, μόνον που ήταν πολύ στεναχωρημένος.
– Τι έγινε του είπε ο πατέρας μου. Τα φάγατε κιόλας;
Το είπε αυτό γιατί έτσι νόμισε ότι έγινε, αλλά και για να δικαιολογήσει την στεναχώρια που έβλεπε να έχει ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του ο μανάβης.
– Όχι, του είπε εκείνος, δεν τα φάγαμε. Αλλά να, χωρίσαμε με την γυναίκα μου.
– Χωρίσατε; Γιατί; Τι έγινε, του έλεγε με αγωνία ο πατέρας μου, μην μπορώντας να δικαιολογήσει με το δικό του μυαλό την δική τους επιλογή.
– Τώρα που σας ήρθαν τα λεφτά που τόσα χρόνια ψάχνατε με αγωνία, τώρα χωρίσατε;
– Άσε, του έλεγε ο μανάβης. Όταν πήγαμε να πάρουμε τα χρήματα από το πρακτορείο, η γυναίκα μου ζήτησε να τα μοιραστούμε. Μα της είπα δικά μας είναι, τι χρειάζεται να τα χωρίσουμε, αφού μαζί τα έχουμε και αντρόγυνο ήμαστε. Όχι! επέμενε αυτή. Πάρε εσύ τα μισά και τα άλλα μισά εγώ, γιατί μπορεί εσύ να θέλεις αύριο να κάνεις την ζωή σου. Αν το κάνεις αυτό, πού θα τρέχω εγώ να σε βρω; Ας τα μοιράσουμε λοιπόν από τώρα και ας κάνει ο καθένας ό, τι θέλει, μου είπε.
Μετά απ’ αυτά και όπως καταλαβαίνεις χωρίσαμε και από τότε τρέχει αυτή κάθε βράδυ στα μπουζούκια, γιατί όπως λέει στους γνωστούς μας, τις τα στερούσα τόσα χρόνια που ήμασταν παντρεμένοι. Και αφού τώρα έχει αρκετά δικά της χρήματα, δεν πειράζει λέει αν ξοδέψει και μερικά.
Θέλησε να καλμάρει κάπως την στεναχώρια του ο πατέρας μου, αλλά και μια ελπίδα να του δώσει ήθελε, εφόσον ήξερε ότι αγαπούσε ο μανάβης την γυναίκα του, γι’ αυτό και του έλεγε με σιγουριά.
– Μη στεναχωριέσαι ρε. Πού θα πάει; Θα ξοδέψει τα λεφτά της και θα επιστρέψει. Περίμενε την λοιπόν λίγο καιρό και θα την δεις να έρχεται στο σπίτι σας.
Έμενε αμίλητος εκεί ο μανάβης και φαινόταν ότι μελετούσε μέσα του τα λόγια του πατέρα μου, γι’ αυτό και μετά από λίγο έφυγε από το μπακάλικο.
Απ’ όσα μάθαμε όμως από τους πανταχού παρόντες καλοθελητές, έσκαψε και αυτός τον λάκκο του λίγο αργότερα, γιατί έκανε το ίδιο με την γυναίκα. Γύριζε δηλαδή με την μια και με την άλλη κάθε βράδυ και διασκέδαζε μαζί τους σ’ εκείνα τα πολυπόθητα γι’ αυτούς μπουζούκια.
Έσπαζαν και οι δύο πιάτα χορεύοντας σε διαφορετικά ξενυχτάδικα και σ’ όλους τους τραγουδιστές χάριζαν λουλούδια και σαμπάνιες, αφού λεφτά είχαν και μάλιστα πολλά όπως νόμιζαν.
Έτσι ζώντας όμως εκείνο το πρώην αντρόγυνο, μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που κέρδισαν το λαχείο, τόσο ο μανάβης όσο και η μανάβισσα, τα έφαγαν όλα και τίποτε από αυτά δεν τους έμεινε.
Και δεν ήταν μόνον αυτό που έπαθαν, γιατί το σημαντικότερο ήταν, ότι ποτέ δεν κατάλαβαν, το πως τελείωσαν τόσο γρήγορα εκείνα τα χρήματα που ήταν τόσα πολλά και θεωρητικά ήταν ατελείωτα.
– Μια ολόκληρη πολυκατοικία μπορούσαν να αγοράσουν με κείνα τα λεφτά, σχολίασε ο πατέρας μου και από τα ενοίκια που θα έπαιρναν, θα χόρευαν για πάντα στα μπουζούκια, αν αυτό ήθελαν από την ζωή τους.
Για να χορέψουν όμως λίγο πριν από την ώρα τους, τα έχασαν όλα και τώρα θα τρέχουν πάλι χωριστά ο ένας από τον άλλον για το μεροκάματο τους και κανείς δεν ξέρει αν ποτέ το ξαναβρούν.
Ζώντας χωρισμένοι λοιπόν εκείνοι οι δύο απρόσεχτοι άνθρωποι για έναν ολόκληρο χρόνο και αφού δεν τους έμεινε ούτε δραχμή από εκείνα τα χρήματα του λαχείου τους, πήγαν από σύμπτωση μια μέρα στην παραλία. όπου και κατά τύχη κατέληξαν στο ίδιο παγκάκι.
Αφού κάθισαν στην μια γωνία ο μανάβης και στην άλλη η μανάβισσα, έβαλαν στην συνέχεια τα κεφάλια τους ανάμεσα στα δυο τους γόνατα και χωρίς να δίνουν σημασία για το ποιος καθόταν δίπλα τους, έκλαιγαν εκεί γοερά και ξεχωριστά ο ένας από τον άλλον για την κατάντια τους.
Έκλαψαν αρκετά εκεί και ο καθένας για τους δικούς του λόγους και όταν πια κουρασμένοι από το κλάμα σήκωσαν τα κεφάλια τους, διαπίστωσαν ότι εκείνος που έκλαιγε δίπλα τους ήταν ο πρώην σύζυγός τους.
Ξαφνιάστηκαν από εκείνη την ανήκουστη σύμπτωση και θεωρώντας την καλό σημάδι για τους δυο τους, έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και πάλι έκλαιγαν, αλλά από κοινού πλέον για τα πολλά τους λάθη.
Όταν συνήρθαν πια και από το κοινό τους κλάμα, αποφάσισαν να ξανασμίξουν συζητώντας το θέμα και βάζοντας καινούρια αρχή στο εξής να παλέψουν και πάλι για το μεροκάματο τους, όσο πενιχρό και αν ήταν αυτό, όπου και αν το έβρισκαν, αποφασισμένοι πια να ζήσουν έχοντας ελπίδα στον Θεό μόνον και σε κανέναν άλλον όπως και το δήλωναν.
Έχοντας καλή σχέση με τον πατέρα μου αυτοί, ήρθαν στο μπακάλικο μας προκειμένου να του ανακοινώσουν την απόφαση τους, αλλά και να του εξομολογηθούν αυτά που τους συνέβησαν λίγες μέρες πριν, όταν από σύμπτωση ξαναβρέθηκαν στο ίδιο παγκάκι.
– Μακάρι να τα ξαναβρείτε τους είπε ο πατέρας μου και να προσέχετε στο μέλλον, γιατί η μια βλακεία φέρνει την άλλη και όλες μαζί μόνον κακό μπορούν να κάνουν και τίποτε άλλο.
Καλά κάνατε πάντως και πήρατε την απόφαση να εμπιστευτείτε τον Θεό και να τον βάλετε στην ζωή σας, γιατί και να την εγγυηθεί μπορεί Αυτός, αλλά και να την προστατεύσει.
Τα λεφτά όμως να μη τα εμπιστευτείτε ξανά, γιατί τίποτε δεν είναι και ας φαίνονται σπουδαία, αφού ανά πάσα στιγμή μπορούν να μας προδώσουν, έτσι, τόσο, εκεί και τότε που δεν το φανταζόμαστε και ποτέ δεν γυρίζουν πίσω από εκεί που χάνονται, ώστε να μας αποκαταστήσουν.
Μακάρι να μη το ζήσει κανείς αυτό που πάθατε εσείς στηριζόμενοι στον όγκο τους, αφού χαμπάρι δεν θα πάρει και αυτός, πότε θα τον εγκαταλείψουν και θα φύγουν μακριά και άντε ύστερα να ψάχνει από την αρχή μήπως και τα ξαναβρεί.
Έφυγαν ευχαριστημένοι από τις συμβουλές του πατέρα μου εκείνοι οι δύο σύζυγοι και εγκαταλελειμμένοι από τα λεφτά τους, ζούσαν με πόνο την μοναξιά τους στο εξής, όπως και τις άσχημες γι’ αυτούς συνέπειες που τους άφησαν, αφού δεν έχασαν μόνον τα λεφτά του λαχείου τους, αλλά και ότι άλλο είχαν πριν απ’ αυτό και πάνω από όλα, την αξιοπρέπεια τους.
Μιχάλης Αλταλίκης