Ο Μεγάλος Αντιπρόσωπος, Χρεοκοπεί

  Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πέρασε τελικά ο χρόνος που διαθέταμε κι εμείς για τις διακοπές μας κι αφού χαιρετηθήκαμε με τους γείτονές μας ένα απόγευμα, στις αρχές του Αυγούστου, επιστρέψαμε στην έδρα μας και στα καθημερινά μας καθήκοντα. Όπως ήταν απαραίτητο κι αυτό όμως, επέστρεψα κι εγώ στην εργασία μου.

Επιστρέφοντας στο γραφείο μου βέβαια, είχα να αντεπεξέλθω πολλούς προβληματισμούς εκείνο το διάστημα κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν μπορούσα να ασχοληθώ επισταμένως και μ’ εκείνο το θέμα, που αφορούσε την κατάληξη ενός εκ των πελατών μας, ο οποίος προβλημάτιζε με την μεγάλη του ματαιοδοξία, πολλούς από τους συνεργάτες του.

Κι εμάς βέβαια προβλημάτιζε αυτός, δεδομένου ότι ως μεταφορείς εμείς, του μεταφέραμε τα εμπορεύματα του από την Ιταλία. Αυτά όμως ήταν πάρα πολλά, γι’ αυτό και τα μεταφέραμε με πολλές νταλίκες εβδομαδιαία. Εξαιτίας του τζίρου που μας έκανε λοιπόν, υπομέναμε κι εμείς οικιοθελώς βέβαια, το μεγάλο οικονομικό κενό που μας επέβαλε όπως καταλαβαίνετε.

Λόγο τις θέσεως μου στην εταιρία όμως, ως υπεύθυνος των πολώσεων της, παρακολουθούσα από κοντά τις εμπορικές του δραστηριότητες, αλλά και δεν τον γνώριζα πολύ καλά ως άνθρωπο, δεδομένου ότι δεν ήταν προσωπικός μου πελάτης, αλλά των Ιταλών συναδέλφων μας.

Από όσα γνώριζα όμως γι’ αυτόν, μπορούσα να ξέρω ότι αντιπροσώπευε έναν πολύ μεγάλο Ιταλικό οίκο κι ότι έφερνε από την Ιταλία με την εταιρεία μας, εξαρτήματα αγροτικών μηχανημάτων, τα οποία διέθετε για τους δικούς του πελάτες και με την δική μας συμμετοχή, σε όλη την επικράτεια μάλιστα.

Είχε πολύ μεγάλη δουλειά δηλαδή ο άνθρωπος κι εξ αιτίας αυτής, είχε και την ανάλογη οικονομική ευρωστία όπως καταλαβαίνετε, για την οποία βέβαια, κανείς από τον επαγγελματικό του περίγυρο, δεν σκεφτόταν να τον κακολογήσει, αφού γι’ αυτήν εργαζόταν και γι’ αυτήν υπήρχε ανάμεσα τους.

Ναι. Αλλά μαζί με αυτό το θεμιτό κατά τα άλλα επαγγελματικό του ζητούμενο, έτρεφε μέσα του κι ένα κακό προηγούμενο μπορώ να πω, αυτό δηλαδή της επίδειξης του πλούτου του, τον οποίο με πολύ αλαζονεία κι αυταρέσκεια, άρχισε να επιδεικνύει πλέον παντού και σε όλους, ως αποτέλεσμα της εξυπνάδας του, της μαγκιάς του, αλλά και της λεβεντιάς του όπως έλεγε και πολύ καμάρωνε για τον εαυτό του.

Έως ένα σημείο βέβαια, ούτε κι αυτό ήταν κακό, αφού πολλοί άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να δήξουν στον περίγυρό τους τα πλούτη τους, όπως και την επαγγελματική τους άνοδο άλλωστε. Όταν όμως και για κάποιο επιπλέον λόγο, ξεπερνούν αυτοί κι αυτά ακόμη τα όρια της ανοχής, τότε αμέσως γίνονται στόχος για άσχημα έως και κακεντρεχή σχόλια.

Όσοι όμως αποκτούν, ή διατηρούν μια τέτοια νοοτροπία, δεν νοιάζονται για όσα εις βάρους τους λέγονται και μάλλον αισθάνονται υπερήφανοι, για όσα ακούν να τους μέμφονται. Ερμηνεύουν δηλαδή, την αντίδραση αυτών που την εκφράζουν, ως ανθρώπινη έκφραση ζήλιας προς την επιτυχία τους.

Και αντί να συνετίζονται όπως θα έπρεπε, από τα κάθε λογής εναντίων τους σχόλια, αυτοί προκαλούν από εγωισμό, ακόμη περισσότερο την κοινή γνώμη, προκειμένου να τους κάνουν να σκάσουν από την ζίλια τους όπως το εκφράζουν αλλά και το εννοούν με την συμπεριφορά τους.

Το ίδιο ακριβώς έκανε κι εκείνος ο μεγάλος αντιπρόσωπος που σας αναφέρω. Όπως δηλαδή κάνου όλοι οι όμοιοί του, αδιαφορούσε κι αυτός για τα άσχημα σχόλια που άκουγε. Αδιαφορούσε ακόμη και για τις φιλικές μπορώ να πω παρατηρήσεις που άκουγε να του κάνουν συχνά πυκνά, αυτοί μπορούσαν ακόμη να τον πλησιάσουν καλοπροαίρετα.

Αυτός όμως, επέμενε να αδιαφορεί, αλλά και χαμογελώντας τους γύριζε την πλάτη. Κι επειδή αδιαφορούσε αυτός, νόμιζε ότι θα αδιαφορούσαν επ’ άπειρον και οι πελάτες του, όπως και οι συνεργάτες του για την ανάρμοστη συμπεριφορά του, οι οποίο βέβαια, ήταν οι κατ’ εξοχήν αποδέκτες της ενοχλητικής του πια αλαζονείας.

Ανεχόταν λοιπόν την συμπεριφορά του οι άνθρωποι και την ανεχόταν σιωπηρώς είναι αλήθεια και στον ίδιον τίποτε δεν του έλεγαν πλέον για την αγανάκτηση που τους προκαλούσε. Εκείνος όμως, επέμενε. Όχι μόνον διατηρούσε την υπεροψία του σε υψηλά επίπεδα, αλλά και την αλαζονεία του συνέχιζε να τους προβάλει ασύστολα.

Αυτή ιδικά, έγινε αιτία μετά από λίγο καιρό, ώστε να ψάχνει πλέον σύσσωμος ο επαγγελματικός του περίγυρος, με ποιόν τρόπο θα μπορούσε να τον βλάψει επαγγελματικά πια και μάλιστα ανεπανόρθωτα αν ήταν δυνατόν κι όχι από ζήλια όπως αυτός το ερμήνευε.

Θέλησαν απλώς να του θυμίσουν δηλαδή, ότι αυτοί ήταν που τον βοήθησαν να γίνει ότι ήθελε να είναι κι ότι αυτοί είναι, που μπορούν να τον κάνουν να γίνει εφόσον το θέλουν, αυτό που για κανένα λόγο δεν θα ήθελε αυτός να δει.

Κι ενώ οι πελάτες και οι συνεργάτες του σκεφτόταν πως θα του έκαναν κακό με κάποιον τρόπο, αυτός, καθισμένος πάνω στην αρκετά μεγάλη οικονομική του ευχέρεια, έκανε ότι ήταν δυνατόν, ώστε να τους την προβάλει σκανδαλωδώς, ξεχνώντας εντελώς, με την βοήθεια ποιών την απέκτησε.

Όλοι όσοι τον γνώριζαν λοιπόν και θυμόταν από που ξεκίνησε και πώς απέκτησε όσα είχε, ήθελαν να τον δουν να ταπεινώνετε πλέον μπροστά τους και να ταπεινώνετε μάλιστα με οποιονδήποτε τρόπο, έστω κι αθέμιτα. Και την ώρα που αυτοί σκεφτόταν πώς να τον τιμωρήσουν, αυτός έκανε κάτι ακόμη ποιο ενοχλητικό γι’ αυτούς.

Μόλις πληροφορήθηκε, ότι ένας άλλος σαν κι αυτόν αλαζόνας, έκτισε μια μεγάλη και υπερπολυτελή βίλα στο Πανόραμα, θέλησε να τον μιμηθεί.  Ψιλικατζής ήταν κι αυτός μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αλλά με κάποιον τρόπο έγινε μεγάλος νεόπλουτος εκείνο το διάστημα και για να δήξει την οικονομική του επιτυχία στον περίγυρό του, έκανε υπερβολές.

Δεν τον αρκούσε δηλαδή το γεγονός, ότι θα έκτιζε μια πολύ μεγάλη και πλούσια βίλα στον συγκεκριμένο χώρο, αφού πολλοί ήταν αυτοί που θα μπορούσαν να διαθέτουν εκεί μια παρόμοια. Για να διαφέρει λοιπόν η δική του από τις υπόλοιπες, σκέφτηκε να κάνε το ταβάνι της χρυσό. Ότι κι αν έκανε όμως στην βίλα του, ο πρώτος αλαζόνας, διαδόθηκε παντού, ότι το κόστος της πλησίασε το ένα δις σε δραχμές τότε.

Μόλις το έμαθε λοιπόν ο αλαζόνας στον οποίο εγώ αναφέρομαι, όχι μόνον αποφάσισε να τον μιμηθεί, αλλά στην προσπάθειά του να δείξει κι αυτός σε όλους, ποιος ήταν και τι μπορούσε να κάνει με την μαγκιά του και την λεβεντιά του όπως το έλεγε παντού, θέλησε να τον ξεπεράσει σε χλιδή. Να κάνει δηλαδή την δική του βίλα έτσι, που να ξεπερνά το ένα δις σε κόστος και να ακουμπά το ένα δις διακόσια πενήντα εκατομμύρια σε δραχμές, ελπίζοντας να κλέψει την δόξα της αλαζονείας από τον πρώτο διδάξαντα.

Κι αφού αυτό αποφάσισε, πάσχιζε στην συνέχεια να διαλαλεί παντού τον πόθο των ονείρων του και πριν από όλους, φρόντισε να το κάνει αυτό προς στον επαγγελματικό του περίγυρο, αγνοώντας βέβαια τις δικές τους κρυφές, αλλά και τιμωριτικές προθέσεις.

Εγώ βέβαια, πολύ λίγο τον γνώριζα ως άνθρωπο όπως σας είπα και πέραν της επαγγελματικής μας σχέσης, δεν είχα μαζί του κάποια ποιο κοντινή επαφή, οπότε, τίποτε δεν γνώριζα για το πρόσωπό του από πρώτο χέρι. Όλα αυτά που σας αναφέρω, τα μάθαινα από τους πελάτες του, αφού και δικοί μας πελάτες ήταν αυτοί.

Τον έχει βαρέσει πολύ ψηλά τον αμανέ. Μου έλεγαν αυτοί για τον αναφερόμενο. Αλλά που θα πάει; Θα βρούμε τον τρόπο και θα του τον κατεβάσουμε από εκεί που τον σήκωσε. Το έλεγαν αυτοί βέβαια, αλλά εγώ δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν να του κάνουν κάποιο κακό, αφού αυτός ήταν αρκετά χρόνια και καλός συνεργάτης μάλιστα του Ιταλικού εργοστασίου που αντιπροσώπευε.

Όπως το ήξερα κι αυτό από την επαγγελματική μου σχέση, και οι Ιταλοί ήταν πολύ ευχαριστημένοι από την μεταξύ τους συνεργασία, οπότε, μάλλον πίστευα ότι κανείς δεν θα μπορούσε να τον πειράξει, όσο υπερόπτης, ή αλαζόνας κι αν παρουσιαζόταν προς τον επαγγελματικό του περίγυρο.

Όταν όμως βρέθηκα για επαγγελματικούς λόγους στην Ιταλία πριν από ένα χρόνο περίπου κι από σύμπτωση επισκέφτηκα το εν λόγω εργοστάσιο, διαπίστωσα από την κουβέντα μας, ότι και οι Ιταλοί πια ήθελαν να απαλλαγούν από αυτόν για τους ίδιους λόγους κι όπως μου το εκμυστηρεύτηκαν, ήδη μιλούσαν με κάποιον άλλον και ανταγωνιστή του δικού μας αλαζόνα, προκειμένου να ορίσουν αυτόν πλέον για αντιπρόσωπο τους στην πρώτη ευκαιρία.

Το κουβέντιαζαν βέβαια οι Ιταλοί, αλλά κι αυτοί για κάποιον λόγο τίποτε δεν έκαναν στο επόμενο διάστημα. Κι αφού τίποτε δεν άλλαξε στην μεταξύ τους σχέση, θεώρησα κι εγώ, ότι μάλλον μετάνιωσαν για όσα σκεφτόταν να του κάνουν. Έβλεπα όμως, ότι αραίωσαν κατά πολύ οι αποστολές του από την Ιταλία κι αυτό με έκανε να σκέφτομαι, μήπως και γινόταν σκόπιμα αυτό, οπότε, του ζήτησα εξηγήσεις κάποια στιγμή για όσα έβλεπα να μας προκύπτουν, αφού και η δική μας δουλειά δεχόταν επιπτώσεις εξ αιτίας του.

Εκείνος όμως, δεν είχε καθόλου χρόνο να ασχοληθεί με την μύωση που παρουσίαζε η δουλειά του, γιατί είχε τον νου του, στο πως θα έκανε την βίλα του να φαίνεται, αλλά και να είναι μεγαλύτερη και πλουσιότερη από αυτήν που ο άλλος αλαζόνας διέθετε.

Απορροφημένος λοιπόν στον σκοπό του, δεν πήρε είδηση ότι οι πελάτες του έπαψαν προ πολλού να του δίνουν παραγγελίες, τις οποίες βέβαια, είδαμε εμείς να αλλάζουν χέρια σιγά, σιγά και να περνούν με την βοήθεια των Ιταλών στον νέο τους αντιπρόσωπο και ανταγωνιστή του όπως σας είπα.

Στην προσπάθεια του να δείξει σε όλους λοιπόν, πόσο πλούσιος ήταν. Πόσο έξυπνος ήταν και πόσο λεβέντης ήταν, συνέχιζε να χτίζει την ποιο ακριβή βίλα της περιοχής μας. Κι επειδή δεν διέθετε το ανάλογο ρευστό ανά χείρας όπως λέμε, αναγκάστηκε να χρεώσει κατά πολύ την επιχείρηση του, υπολογίζοντας στην δύναμη της δουλειάς του, η οποία όμως, άρχισε να κάνει φτερά πια κι ως εκ τούτου, δεν ήταν πλέον η ίδια με το πριν.

Σίγουρος λοιπόν αυτός, ότι θα είχε το ανάλογο εισόδημα για όσα σκεπτόταν να κάνει, χωρείς να υπολογίζει τον ξενοδόχο όπως λέει και η παροιμία, χρεώθηκε πολλά και παντού μάλιστα. Τόσο προς το δημόσιο, όσο και προς στον ιδιωτικό φορέα, όπως και σ’ εμάς βέβαια, αφού μας έκανε ακόμη μεγάλο τζίρο, αν και αυτός ήταν αισθητά μειωμένος πια.

Κι επειδή ο ξενοδόχος στην προκειμένη περίπτωση ήταν οι πελάτες του, όπως και οι Ιταλοί συνεργάτες του άλλωστε, δεν ήταν δύσκολο γι’ αυτούς να συνεννοηθούν και να τον ρίξουν μια μέρα, δεχόμενοι σιωπηλός στην θέση του, άλλον αντιπρόσωπο. Αυτό όμως ως αποτέλεσμα, τον έκανε να μείνει εντελώς ξεκρέμαστος. Και να μείνει ξεκρέμαστος μάλιστα, τότε ακριβώς, που αυτός χρειαζόταν πολλά χρήματα για να υλοποιήσει τα όνειρα του.

Χωρείς το ανάλογο εισόδημα όμως, ήταν αδύνατον να αντεπεξέλθει των υποχρεώσεων του, οπότε έμεινε στην μέση η βίλα του και τα ακριβά του όνειρα, βρέθηκαν να είναι κρεμασμένα στα μπαλκόνια της, από όπου και αγνάντευαν την θάλασσα, από μακριά μεν, αλλά και μόνα τους. Χωρίς αυτόν.

Ήταν πρώτος στην σειρά των επιτυχημένων επιχειρηματιών της πόλης μας και θα ήταν για πολλά χρόνια ακόμη πρώτος, αν δεν είχε εκείνο το κακό ελάττωμα, να επιδιώκει τον αρρωστημένο έπαινο όλων, αφού πίστεψε ότι με την εξυπνάδα του, την μαγκιά του και με την λεβεντιά του απέκτησε εκείνη την πρωτιά κι όχι με την συμμετοχή των πελατών του, αλλά και των συνεργατών του βεβαίως.

Ερεθισμένοι λοιπόν όλοι αυτοί που τον βοήθησαν να έχει, ότι μέχρι τότε του επέτρεπαν, τον παράτησαν την ύστατη στιγμή κι έτσι βρέθηκε να είναι από πρώτος τελευταίος και μάλιστα δακτυλοδεικτούμενος ως υπέρογκα χρεώστης.

Μετά από αυτήν την κατάληξη όμως κι όπως ήταν επόμενο κι αυτό, τον έστειλε το δημόσιο κάποια στιγμή στην πτώχευση, το οποίο βέβαια του μπλόκαρε τα περιουσιακά του στοιχεία. Πίσω από αυτό, ακολούθησαν οι τράπεζες κι αφού εξασφάλισαν αυτοί τα δικά τους απαιτούμενα, τον άφησαν ύστερα στην διάθεση όλων εκείνων των συνεργατών του, στους οποίους όφειλε κι εγώ δεν ξέρω πόσα.

Μέσα σ’ αυτούς λοιπόν, ήταν και η δική μας εταιρία. Σ’ εμάς μόνον, χρωστούσε πάνω από εκατόν είκοσι εκατομμύρια σε δραχμές και ήμασταν εικοστοί στην σειρά, της μεγάλης λίστας των όσων διεκδικούσαν τα οφειλόμενα του.

Όλοι αυτοί λοιπόν, τον κυνηγούσαν νομικά πλέον, αν κι αυτός δεν είχε την δυνατότητα να εξοφλήσει κανέναν από τους πιστωτές του. Για να μην πάει φυλακή όμως, αναγκάστηκε να κάνει συμβιβασμούς με όλους στην συνέχεια, από τους οποίους και ζήτησε να τους δίνει λίγα, λίγα από τα χρέη του κι αυτά βέβαια, να μην ήταν μεγαλύτερα από το δέκα τις εκατό του συνόλου του χρέους του.

Μπροστά στο να μην πάρουν τίποτε από αυτόν, όλοι αυτοί που είχαν σαν κι μας να παίρνουν, δεν ζήτησαν την παραπομπή του στην φυλακή κι αφού συμβιβάστηκαν μπρος στο τίποτε, να πάρουν τουλάχιστον το δέκα τις εκατό των οφειλών του, του επέτρεψαν όπως καταλαβαίνετε, να υπάρχει ακόμη ανάμεσα τους.

Δεν ξέρω πως τελείωσε η ιστορία του, αλλά λόγο της πτώχευσης και των πολλών υποχρεώσεων του, εξαφανίστηκε σαν όνομα από την αγορά και κριμένος πίσω από κάποιον συγγενή του, έκανε μικροδουλειές αργότερα, έτσι για να μπορέσει να επιβιώσει αυτός, που τα είχε όλα, αλλά δεν ήταν σε θέσει να τα εκτιμήσει. Αλλά ούτε και να τα σεβαστεί μπορούσε, αφού βλακωδώς καμάρωνε για τα πλούτη του, μπροστά σ’ αυτούς που του επέτρεπαν να τα έχει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *