Ο  Μεθυσμένος Που Πέταξαν Έξω Από Το Μπαρ

  Επέστρεφα στο γραφείο μου εκείνο το πρωινό, όταν βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο του δρόμου που ακολουθούσα, βρέθηκα από σύμπτωση μπροστά στην πόρτα ενός από τα πολλά μπαρ που υπήρχαν τότε στο κέντρο της πόλης μας. Βάδιζα βέβαια, αλλά κι ακόμη είχα το μυαλό μου στις επαγγελματικές συζητήσεις που έκανα πριν από λίγο στην επιχείρηση που επισκέφτηκα κι αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να τρομάξω θα έλεγα κείνη την στιγμή, όταν είδα να σπρώχνεται βίαια προς το μέρος μου ένας άνθρωπος, προερχόμενος μέσα από το μπαρ που πλησίασα.

Τον πέταξαν έξω από αυτό για την ακρίβεια, ο οποίος και σωριάστηκε σαν άδειο σακί πάνω στα πόδια μου. Όπως και πεντακάθαρα το έβλεπα αυτό όμως, μια γυναίκα ήταν αυτή που τον υποχρέωσε να βρεθεί κατάχαμα στο πεζοδρόμιο και δεν της έφτανε αυτό, γιατί τον έβριζε κιόλας λέγοντας του.

– Έξω από δω μεθύστακα.

Καθόλου δεν μου άρεσε η συμπεριφορά της, γι’ αυτό και γύρισα να δω στο πρόσωπό της, τον λόγο που την υποχρέωσε να κάνει κάτι τέτοιο στον σωριασμένο άνθρωπο και με αυτήν την ευκαιρία, είδα ότι ήταν κοντά στα σαράντα ηλικιακά αυτή, αλλά και κατάλληλα ντυμένη για την δουλειά που έκανε. Μασούσε δε ξεδιάντροπα μια μαστίχα και καθόλου δεν σεβόταν εκείνον τον άνθρωπο, τον οποίο βέβαια, προφανώς θα είχε στην διάθεση της όλη την νύχτα όπως υπολόγιζα.

Παρατηρώντας κι αυτόν όμως, όντως έδειχνε να είναι σουρωμένος, αλλά και η συμπεριφορά του το βεβαίωνε αυτό. Έμενε σαν ξερός εκεί που βρέθηκε κι όπως φαινόταν κι αυτό, ήταν αδύνατον να σηκωθεί από μόνος του. Αμέσως μετά, έστρεψα για δεύτερη φορά τα μάτια μου προς την επαγγελματία γυναίκα, της οποίας την αυθάδεια είδα να είναι όντως πολύ έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.

Πίσω από αυτήν όμως, ήρθε να συμπληρώσει την ασυδοσία τους και μια δεύτερη γυναίκα, η οποία βεβαίως και ήταν ανάλογα ενδεδειγμένη, αλλά και κρατούσε στα χέρια της το σακάκι του ανθρώπου, αυτό που μάλλον φορούσε αυτός, όταν από βραδύς τους έκανε επίσκεψη. Αφού παράκαμψε την πρώτη στην συνέχεια, βγήκε μπροστά στην είσοδο κι από εκεί πέταξε το σακάκι που κρατούσε στον μεθυσμένο άνθρωπο, στον οποίο κι έλεγε απαξιωτικά, τα ίδια περίπου με την προηγούμενη.

– Πάρε και το σακάκι σου κι εξαφανίσου από δω μεθύστακα.

Εμένα βέβαια, κανένας λόγος δεν μου έπεφτε για πόσα χαζά θέλησε να κάνει σ’ εκείνο το μπαρ και όλη την νύχτα μάλιστα εκείνος ο μεθυσμένος άνθρωπος, αλλά και δεν μπορούσα να αδιαφορήσω, για όσα άδικα έβλεπα να γίνονται σ’ αυτόν και μάλιστα μπροστά μου. Θύμωσα δηλαδή με την αλλόκοτη συμπεριφορά εκείνων των γυναικών και θυμωμένος καθώς ήμουν, τις έβαλα τις φωνές και με θράσος τις έλεγα τα παρακάτω.

– Γιατί ρε κορίτσια πετάτε έξω από το μαγαζί σας και σαν σκουπίδι αυτόν τον άνθρωπο; Τον ξεζουμίσατε καλά, καλά όλη την νύχτα κι αφού δεν του αφήσατε δραχμή στην τσέπη, όπως πολύ καλά μπορώ να υπολογίζω, τώρα τον πετάτε στο πεζοδρόμιο. Και δεν σας φτάνει αυτό, αλλά αδιαφορείτε ακόμη και για τις πληγές που του προκαλέσατε πετώντας τον, όπως και για το πώς θα μπορέσει αυτός να φτάσει με αξιοπρέπεια στο σπίτι του. Δεν είναι λίγο υπερβολική και άδικη η συμπεριφορά σας ρε κορίτσια, για επαγγελματίες του είδους σας;

Άκουγαν αμίλητες αυτές όσα τις έλεγα, αλλά και με κοιτούσαν ερευνητικά θα έλεγα, στην προσπάθειά τους να μαντέψουν μάλλον, την επαγγελματική μου ιδιότητα. Βλέποντας με κουστουμαρισμένο εκείνη την ώρα, έχοντας μάλιστα και την επαγγελματική μου τσάντα στο χέρι, ήταν λογικό να με κοιτούν με απορία, αλλά και να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την παρέμβαση μου.

Μετά από λίγο κι ενώ συνέχιζαν αυτές να με περιεργάζονται, έκανε την εμφάνιση του στην πόρτα τους κι ένας άντρας πίσω από αυτές, ο οποίος και ρωτούσε να του πω εγώ, τι συμβαίνει. Θυμωμένος και με αυτόν λοιπόν, του έλεγα κι αυτουνού όσα έπρεπε.

– Σαν τι θέλεις να συμβαίνει ρε; Εσύ να μου πεις τι συμβαίνει και γιατί πετάξατε σαν σκουπίδι αυτόν τον άνθρωπο έξω από το μαγαζί σας; Κι αφού βλέπετε ότι είναι χτυπημένος κι αιμορραγεί, γιατί τον διώχνετε; Λοιπόν. Πάρτε τον τώρα κιόλας μέσα και φροντίστε του τις πληγές που απέκτησε κι αφού του δώσετε πίσω λίγα από αυτά που του πήρατε με τον γνωστό σας τρόπο, τότε να τον βάλετε σε ένα ταξί και να τον στείλετε στο σπίτι του. Εντάξει;

Δεν ξέρω τι τους έκανε να σκεφτούν αυτά που τους είπα, όπως δεν ξέρω και τι υπολόγιζαν για την δική μου ιδιότητα, γιατί αμέσως υπάκουσαν. Βγήκε έξω από το μπαρ δηλαδή αυτός που μου ζητούσε εξηγήσεις κι αφού άρπαξε τον μεθυσμένο από εκεί που ήταν πεσμένος, τον μετέφερε στο εσωτερικό του μπαρ, υποβοηθούμενος βέβαια από τις δύο γυναίκες.

Δεν ξέρω για ποιόν λόγο έγινε κι αυτό, αλλά δεν τον άφησαν κάτω και στο ισόγειο του μπαρ. Τον ανέβασαν στο πατάρι, όπου και τον έβαλαν να ξαπλώσει πάνω σε ένα καναπέ που είδα να υπάρχει εκεί. Μετά από αυτό, του περιποιήθηκαν τις πληγές, αλλά και τον άφησαν να ησυχάζει ξαπλωμένος στον καναπέ, μέχρι που να συνέλθει από το μεθύσι του.

Έκαναν βέβαια αυτοί όσα τους ζήτησα, αλλά και δεν ήθελα να τον αφήσω μόνο του εκεί και μαζί τους, επηρεασμένος όπως καταλαβαίνετε, από την πρότερη άδικη συμπεριφορά τους. Έμεινα δίπλα του λοιπόν μέχρι να δω τι θα γίνει μετά κι ασφαλώς δεν ήμουν μόνος μου εκεί να τον συμπαραστέκομαι. Μου έκανε παρέα η μια από τις δύο γυναίκες, η οποία φοβισμένη καθώς ήταν από την επιμονή μου, κουβέντα δεν έβγαζε από το στόμα της.

Ο μπάρμαν όμως, μαζί με την άλλη γυναίκα, κατέβηκαν στο ισόγειο του μπαρ όπου και περίμεναν υπομονετικά να πληροφορηθούν, ότι συνήρθε επιτέλους εκείνος ο άνθρωπος. Μιλούσαν όμως μεταξύ τους μέχρι να γίνει αυτό κι όπως ήταν άδειο τα μπαρ εκείνη την στιγμή, άκουγα αυτά που έλεγαν και μαζί με αυτά, άκουσα πολύ καθαρά κι αυτά που έλεγε για εμένα ο άντρας χαμηλόφωνα προς την γυναίκα.

– Ποιος είναι αυτός ρε συ;

– Δεν ξέρω. Έλεγε εκείνη. Στο πεζοδρόμιο εμφανίστηκε και μας έβαλε τις φωνές.

– Ας κάνουμε τότε ότι μας λέει. Συμπλήρωσε ο άντρας. Μη μας προκύψει κανένας μπελάς, από εκεί που δεν το περιμένουμε.

Ενώ λοιπόν έλεγαν αυτοί τα δικά τους, είδα κάποια στιγμή τον μεθυσμένο άνθρωπο να κινείται και να κάνει προσπάθειες προς το να σηκωθεί από εκεί που ήταν ξαπλωμένος. Βλέποντας τον να συνέρχεται, ζήτησα από την διπλανή μου, να του φέρει έναν πικρό καφέ κι ένα λεμόνι, τα οποία και του προσέφερε αυτή, αν και με κάποια δυσκολία βέβαια, αφού ο μεθυσμένος αντιδρούσε. Δεν ήθελε να τα πιεί.

Όταν τα ήπιε όμως, αμέσως σχεδόν συνήλθε, γι’ αυτό κι άρχισα να του μιλώ. Και τι είχα να του πω άλλωστε; Μεγάλος άνθρωπος ήταν κι έπρεπε να ξέρει από πείρας πια αυτός, ότι κακώς σκέφτηκε να κάνει μια τέτοια νυχτερινή επίσκεψη σε μπαρ και μάλιστα μόνος του. Μήπως όμως ήταν ο μόνος που έκανε κάτι τέτοιο; Ή μήπως ήταν ο τελευταίος που έκανε χαζά; Χρόνια έβλεπα τους ανθρώπους να κάνουν παρόμοιες επισκέψεις, αναζητώντας κι εγώ δεν ξέρω τι, μέσα σε τέτοια στέκια.

Στην γειτονιά που μεγάλωσα για παράδειγμα, είχαμε πολλά τέτοια μπαρ και οι γυναίκες που τα στόλιζαν με τις ιδικές τους ενδυμασίες, καθόλου δεν έκρυβαν τις προθέσεις τους. Επαγγελματικές τις ονόμαζαν αυτές, γι’ αυτό και ευθαρσώς τις πρόβαλαν, τόσο σε μικρούς, όσο και σε μεγάλους. Από τότε λοιπόν έβλεπα τους ανθρώπους να γίνονται θύματα των επιθυμιών τους, αλλά και των παθών τους βεβαίως.

Τι μπορεί να πει όμως κανείς σε παθιασμένους ανθρώπους; Μακάρι να μπορούσαν να ζήσουν ελεύθεροι από πάθη οι άνθρωποι, αλλά να που είναι λίγο δύσκολο να το καταφέρει κανείς μόνος του. Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν, δεν μπορούσα να κρίνω εγώ τις ενέργειες εκείνου του ανθρώπου, οπότε και τον ρωτούσα να μου πει τουλάχιστον από πού ήταν και πόσα χρήματα είχε μαζί του όταν επισκέφτηκε το μπαρ κι αυτό πάλι το έκανα, στην προσπάθεια μου να τον βοηθήσω.

Είχα πολλά απάντησε κι αμέσως μετά, μου ανέφερε και το όνομα του χωριού από όπου καταγόταν. Όπως τον παρατηρούσα όμως, μάλλον από περίγεια μπήκε σ’ εκείνο το μπαρ κι όπως αποδείχτηκε αυτό εκ των πραγμάτων, αγνοούσε τις συνέπιες που ακολουθούν, μετά από μια τέτοια επίσκεψη. Ωστόσο όμως, του έλεγα και τα παρακάτω, μήπως και τον εμποδίσω να επιχειρήσει μια δεύτερη επίσκεψη σ’ αυτό, ή σε άλλο μπαρ.

– Δεν ντρέπεσαι ρε μπάρμπα. Οικογενειάρχης άνθρωπος και να σέρνεσαι στα μπαρ; Τι σκόπευες να κάνεις εδώ στα σκοτεινά και στα κρυφά ρε μπάρμπα, σπαταλώντας τους κόπου σου, όπως και τους κόπους της οικογένειάς σου; Κατάλαβες τουλάχιστον τι έπαθες, μετά από τις βλακείες που σκέφτηκες να κάνεις; Αυτοί εδώ, θα μπορούσαν να σε πετάξουν και στα σκουπίδια ακόμη, αφού τους έδωσες το δικαίωμα. Σήκω πάνω τώρα κι έλα να σε βάλω σε ένα ΤΑΧΙ, γιατί στην κατάσταση που βρίσκεσαι, μόνον με αυτό θα μπορέσεις να πας ασφαλής μέχρι το σπίτι σου.

Αυτά είπα στον μεθυσμένο κι αμέσως στράφηκα προς τους ανθρώπους του μπαρ, στους οποίους κι έλεγα με πολύ αυστηρό τόνο.

– Επιστρέψτε του τώρα κιόλας λίγα από τα χρήματα που του πήρατε κι αυτό θα το κάνετε ως τιμωρία για την κατάσταση που τον φτάσατε και για να λήξει εδώ αυτό το θέμα για σας, μη τολμήσετε να μου φέρεται αντίρρηση. Κανονίστε το δε έτσι το πράγμα, ώστε με τα χρήματα που θα του επιστρέψετε, να μπορέσει αυτός να επιστρέψει με το ΤΑΧΙ στο χωριό του και με αξιοπρέπεια μάλιστα. Κι άλλη φορά, να το ξέρετε αυτό. Δεν είναι και πολύ σωστό, να κάνετε τέτοια πράγματα. Να ξεπαραδιάζετε δηλαδή τους ανθρώπους, αφού τους μεθύσετε πρώτα, γιατί θα βρείτε τον μπελά σας καμιά μέρα, από κει που δεν το περιμένετε.

Δεν ξέρω τι σκεφτόταν αυτοί για όσα τους έλεγα, όπως δεν ξέρω που κατέταξαν τελικά με την ιδιότητα μου, γιατί όχι μόνον δεν μου είπαν τίποτε, αλλά και του επέστρεψαν αρκετά από τα χρήματα του. Αφού τα πήρε αυτός, έστω κι αν ήταν πολύ λίγα μπροστά σ’ αυτά που του πήραν όσο ήταν μεθυσμένος, παραπατώντας μετά και στηριζόμενος σε μένα, βγήκε τελικά όρθιος έξω από το μπαρ και στάθηκε στο πεζοδρόμιο.

Άνοιξε την πόρτα του ΤΑΧΙ όταν εμφανίστηκε αυτό, μετά από την κλήση που του έκανε ο μπάρμαν και μπαίνοντας μέσα, ζήτησε από τον ταξιτζή να τον πάει στο χωριό του. Μαζί με αυτόν, έφυγα κι εγώ βέβαια για το γραφείο μου, χωρείς να πω τίποτε περισσότερο στους ανθρώπους του μπαρ. Κι αυτοί μεγάλοι ήταν και σίγουρα ήξεραν ότι θύματα και παθιασμένους μάζευαν εκεί. Για δουλειά όμως θεωρούσαν αυτό που έκαναν και καθόλου δεν περνούσε από το μυαλό τους, ότι μια και μόνον μια υποχρέωση έχουν κι αυτοί σαν όλους μας προς στους ανθρώπους. Να τους προστατεύουν κι όχι να τους εκμεταλλεύονται όταν με κάθε μέσο και τρόπο τους μεθούν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *