Όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα, ο χασάπης μας ήταν παντρεμένος με μια πολύ καλή και πολύ σοβαρή σύζυγο, η οποία και του χάρισε δυό επίσης πολύ καλά παιδιά. Κι εμείς βέβαια δυό παιδιά είχαμε την εποχή που αναφέρομαι, το 1982 δηλαδή κι επειδή μας συμπαθούσε αυτός, μας φρόντιζε ιδιαίτερα θα λέγαμε όταν κάναμε τις αγορές μας από το χασάπικό του.
Η γνωριμίας μας βέβαια έγινε κάπως περίεργα και κάτω από την επήρεια ενός ψυχολογικού στρες που του προκάλεσα αφού τον βρήκα διαθέσιμο, όταν για πρώτη φορά πήγαμε να κατοικίσουμε στην γειτονιά του και τότε μάλιστα, που επίσης για πρώτη φορά του έκανα επίσκεψη στο κατάστημα του, προκειμένου να προμηθευτώ για τις ανάγκες μας, τα κρέατα της εβδομάδας.
Του εμφανίστηκα δηλαδή εκεί, με κουστούμι, με μαύρα γυαλιά, αλλά και με την επαγγελματική μου τσάντα ένα Σαββατιάτικο μεσημέρι, δεδομένου ότι έτσι ήμουν ντυμένος, επιστρέφοντας και πάλι από ένα επαγγελματικό μου ραντεβού. Δεν το έκανα επίτηδες δηλαδή αλλά έτυχε. Έτυχε, αλλά φοβήθηκε αυτός για κάποιο λόγο από την εμφάνιση μου κι αυτό τον έκανε να με εξυπηρετήσει μεν εκείνη την ημέρα, αλλά έτσι όπως όλοι θέλουμε να μας εξυπηρετούν οι χασάπηδες της γειτονιάς μας.
Κι αφού με βόλευε η συμπεριφορά του, ή ο φόβος του αν θέλετε, τον άφηνα κι εγώ να με συμπεριφέρεται φοβισμένος, αφού έτσι απολάμβανα την άριστη εξυπηρέτηση του. Από φόβο όμως κι εγώ, μη τυχόν και χάσω το προνόμιο την προσεγμένης εξυπηρέτησής μου, κρατούσα την αληθινή μου επαγγελματική ιδιότητα κρυφή, τόσο από τον χασάπη μας, όσο κι από όλους τους άλλους κατοίκους της γειτονιάς μας.
Σκεπτόμενος μάλιστα κι εκείνο το ρυτό που λέει, καλύτερα να σε φοβούνται από το να σε λυπούνται, εσκεμμένα πια απέφευγα να αναφερθώ στην ιδιότητά μου όταν το έφερνε εκεί η κουβέντα μας κι αφού κανένα κακό δεν τους προκαλούσα με το να την κρατώ κρυφή, όντως κι απολάμβανα την προσεγμένη συμπεριφορά του χασάπη μας, αλλά και των υπολοίπων εκ των γειτόνων μας.
Έμαθα βέβαια αργότερα κι από σύμπτωση μάλιστα τον λόγο του φόβου τους, όταν μετά από τρία, ή τέσσερα χρόνια μου εκμυστηρεύτηκε κάποιος εξ αυτών, ότι εκ της εμφανίσεώς μου και μόνον, με βάφτισαν ειρηνοδίκη οι γείτονές μας κι ότι αυτός ήταν ο λόγος που τους προκαλούσα φόβο. Γιατί τώρα τους φόβιζε ένας ειρηνοδίκης, δεν ξέρω, αλλά για επτά ολόκληρα χρόνια όπως σας το ανάφερα, απολαμβάναμε εξαιτίας του και οικογενειακώς μάλιστα, όχι μόνον της προσοχής τους, αλλά και του αμέριστου ενδιαφέροντός τους.
Ωστόσο όμως, όλο κι έψαχναν να βρουν, αν πράγματι είχα ή όχι την ιδιότητα που μου έδωσαν, γι’ αυτό κι έβαζαν την συγκάτοικό μας να πλησιάσει την γυναίκα μου, ώστε μέσω αυτής να διασταυρώσουν, αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα ή όχι. Δασκαλεμένη όμως η γυναίκα μου, δεν την έβαζε στο σπίτι της κι έτσι, εν γνώσει μας κρατούσαμε σταθερά τοποθετημένη στο υποσυνείδητό τους την φανταστική ιδιότητα που μου κόλλησαν.
Ένα Σάββατο όμως, εκεί κοντά στο Δεκέμβριο δηλαδή, πήγα να πάρω τα κρέατα της εβδομάδας όπως το συνήθιζα, αλλά ο χασάπης σημασία δεν μου έδινε πια. Όσο κι αν περίμενα στο χασάπικο του, αμίλητος όπως πάντα και καθισμένος στην γωνία, αυτός προτιμούσε να εξυπηρετεί όλους όσους ερχόταν εκεί και μετά από εμένα, αλλά όχι εμένα.
Μου έδωσε επιτέλους όσα του ζήτησα κι αφού πλήρωσα τον λογαριασμό τα κρέατα που πήρα, έφυγα και πάλι αμίλητος για το σπίτι μου, όπου και ρωτούσα την γυναίκα μου να μου πει, από ποιόν δέχτηκε επίσκεψη εκείνη την ημέρα.
– Σου ορκίζομαι. Έλεγε αυτή. Κανένας δεν πάτησε το πόδι του εδώ.
– Δεν μπορεί. Κάποιος ήρθε σήμερα εδώ κι εξαιτίας αυτού, σημασία δεν μου έδωσε ο χασάπης μας.
– Κανένας σου λέω. Πως είναι δυνατό να ήρθε κάποιος εδώ κι αυτό να το ξέρεις εσύ που λείπεις, αλλά να μην το ξέρω εγώ που είμαι εδώ;
Με τα από πολλά πες, πες όμως, θυμήθηκε τελικά η γυναίκα μου, ότι όντως την επισκέφτηκε κάποιος εκείνο το πρωινό κι αυτός δεν ήταν άλλος, από την συγκάτοικό μας. Μετά από επτά χρόνια συγκατοίκησης λοιπόν στην ίδια πολυκατοικία, της επέτρεψε τελικά η γυναίκα μου και για πρώτη φορά όπως αποδείχτηκε να μπει στο σπίτι της, όπου και της έκανε καφέ.
Με αυτήν την αφορμή όμως, έπιασαν κουβέντα οι δύο γυναίκες και κουβεντιάζοντας εκεί, της ανέφερε η γυναίκα μου την οικογενειακή μας κατάσταση, όπως και την προσωπική μου επαγγελματική ιδιότητα. Μόλις διαπίστωσε αυτή, ότι δεν ήμουν ο ειρηνοδίκης του φόβου τους, έτρεξε αμέσως και το ανακοίνωσε σε όλη την γειτονιά. Κι αφού δεν χρειαζόταν πλέον να με φοβούνται, λογικά πια και με αγνοούσε ο χασάπης μας. Μετά από λίγες μέρες όμως, με είδε αυτός να περνώ έξω από το κατάστημα του κι όπως το συνήθιζε αυτό, με κάλεσε να μπω μέσα, όπου και μου δήλωνε την θέση του, για όσα έμαθε σχετικά με εμένα.
– Θέλω να ξέρεις, ότι εμείς σας αγαπούμε κι ας μην είσαι εσύ ειρηνοδίκης.
Αφού μου δόθηκε η ευκαιρία όμως εκείνη την στιγμή, ξεκαθάρισα κι εγώ πια την θέση μου, αλλά και την στάση που κρατούσα απέναντί τους.
– Αν θυμάσαι καλά Γούλη, εγώ ποτέ μου δεν σας συστήθηκα ως ειρηνοδίκης. Από μόνοι σας αποφασίσατε να μου δώσετε αυτόν τον τίτλο και το κάνατε αυτό μάλιστα χωρείς να με ρωτήσετε. Για τους δικού σας λόγους λοιπόν έγινα ειρηνοδίκης κι αφού αυτό ούτε σ’ εσάς, ούτε σ’ εμάς έκανε κακό, οικειοθελώς επέτρεψα την διατήρηση του. Δεν μπορείτε όμως να μου ζητήσετε ευθύνες για το προσωνύμιο που εσείς μου κολλήσατε και πουθενά δεν σας έβλαψα. Αν μας αγαπάτε όμως όπως λες, τότε δεχόμαστε την αγάπη σας κι όντως θα χαρούμε να την δούμε εφαρμοσμένη, αφού αυτό και μόνον αυτό είναι που θέλουμε να έχουμε από όλους σας. Αν πάλι, σας βλάψαμε εμείς κάπου, τότε με το δίκαιό σας, να μην μας αγαπάτε.
– Όχι ρε αδελφέ. Τι είναι αυτά που λες; Μακάρι να ήταν όλοι σαν σένα και την οικογένεια σου.
Αυτά μου έλεγε ο χασάπης μας εκείνη την ημέρα κι έτσι, έληξε το θέμα μας εκεί. Όταν όμως ήρθαν και τα Χριστούγεννα πια εκείνης της χρονιάς, πήγα στον χασάπικό του Γούλη όπως πάντα και προμηθεύτηκα από εκεί, όλες τις προβλεπόμενες ανάγκες μας σε κρέατα κι αυτό μάλιστα, το έκανα με το παραπάνω θα έλεγα.
Έκανα δηλαδή έτσι το κουμάντο μας εκείνη την ημέρα, ώστε άνετα να μπορέσουμε να φιλοξενήσουμε, όχι μόνον τους οικείους μας, πλέων των δεκαπέντε ατόμων, αλλά κι όσους εκ των φίλων και γνωστών μας απρόσκλητοι αποφάσιζαν να μας επισκεφτούν. Βασισμένοι λοιπόν στην όντως καλή προετοιμασία μας, την πρώτη ημέρα των Χριστουγέννων ανταπεξήλθαμε επαρκώς των υποχρεώσεών μας και κανείς από τους φίλους γνωστούς και οικείους, δεν μας χαιρέτισε νηστικός αποχωρώντας.
Την δεύτερη μέρα όμως, μας ήρθαν περισσότεροι απρόσκλητοι μαζί με τους οικείους μας κι εξαιτίας αυτού, τα αποθέματα μας σε κρέατα δεν ήταν δυνατόν να μας καλύψουν. Πανικοβλήθηκε λοιπόν η γυναίκα μου, βλέποντας την αδυναμία μας να τους περιποιηθούμε, γι’ αυτό και ρωτούσε συνεχώς το ίδιο.
– Τι θα κάνουμε τώρα; Τι θα κάνουμε τώρα;
– Μη φοβάσαι. Της έλεγα καθησυχαστικά. Θα βρω τον Γούλη και θα του ζητήσω να μας εξυπηρετήσει.
Όπως ήταν αναγκαίο πια, τον κάλεσα στο τηλέφωνο του σπιτιού του. Δεν ήταν εκεί όμως, οπότε μου έδωσε η γυναίκα του ένα νούμερο τηλεφώνου στο Κιλκίς να τον βρω. Όταν απάντησε τελικά ο Γούλης, του έλεγα στα γρήγορα αλλά κι αρκετά αγχωμένος.
– Γούλη; Βρίσκομαι σε πολύ δύσκολη θέση. Αν θέλεις το πιστεύεις αυτό, αν θέλεις όχι, όλα εκείνα τα κρέατα που μου έδωσες, τα ξόδεψα εχθές και σήμερα θα έχω στο τραπέζι καμιά εικοσαριά σταθερούς και δεν ξέρω πόσους άλλους ξεκάρφωτους. Αν θέλεις με εξυπηρετείς λοιπόν, αν πάλι δεν θέλεις, μη κάνεις τίποτε. Πήρα το θάρρος μέρα που είναι και ζητώ την βοήθειά σου. Όπου κι αν είσαι λοιπόν, έλα να με συμπαρασταθείς. Κόμπιασε για λίγο ο Γούλης, αλλά κι έλεγε με κάποιο παράπονο.
– Στο Κιλκίς είμαι ρε συ. Θα προλάβω να έρθω; Ή θα φάνε εσένα όλοι αυτοί;
– Μπορεί και να μη με βρεις ζωντανό. Του έλεγα κι εγώ αστειευόμενος. Έλα όμως γρήγορα και καθόλου μην καθυστερήσεις στον δρόμο σου.
Είχε, δεν είχε ο Γούλης, ήρθε τελικά στο χασάπικο του, δεύτερη μέρα Χριστουγέννων και μας εξυπηρέτησε. Όχι γιατί μας είχε καμιά ανάγκη, όχι γιατί μας φοβόταν, αλλά γιατί όντως μας αγαπούσε, πράγμα μάλιστα που μου το τόνιζε εκείνη την ημέρα λέγοντας.
– Είδες ρε συ, ότι όντως εγώ σας αγαπώ;
Το είδα του είπα κι όπως το είχα συνήθεια κι αυτό από μικρός, κάλεσα κι αυτόν να έρθει στο τραπέζι μας, μαζί με την γυναίκα του και τα παιδιά του βέβαια, αλλά δεν ήθελε να το κάνει, μη τυχών και στεναχωρήσει τον αδελφό του, δεδομένου ότι αυτός τον είχε καλεσμένο στο Κιλκίς όπου και πήγε τελικά μετά από λύγο μαζί με την οικογένειά του.
Με την βοήθεια του Γούλη λοιπόν, ανταπεξήλθαμε των υποχρεώσεών μας και την δεύτερη ημέρα τελικά, οπότε του ήμουν βαριά υποχρεωμένος έκτοτε. Πέρασαν όμως οι γιορτές των Χριστουγέννων, όπως πέρασε και αρκετός καιρός από τότε, οπότε έκανα αμέριμνος την βόλτα μου ένα απόγευμα στο πεζοδρόμιο της γειτονιάς μας, συνοδευόμενος βέβαια από τον μικρό μας Αλέξανδρο. Όταν βρεθήκαμε κάποια στιγμή μπροστά στο χασάπικο του Γούλη, τον άκουσα να μου λέει αστειευόμενος όπως μου φάνηκε.
– Δεν ξέρω τι να πω με αυτά που βλέπω. Κι εσύ μοιάζεις με την γυναίκα σου και τα παιδιά σας μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά κι εσάς μοιάζουν αυτά. Έχω κι εγώ δύο παιδιά όπως ξέρεις. Αυτά όμως, ούτε με μένα μοιάζουν, ούτε μεταξύ τους μοιάζουν, ούτε και με την γυναίκα μου μοιάζουν. Πως το εξηγείς λοιπόν αυτό;
Θεωρώντας ότι μάλλον αστειευόταν με όσα μου έλεγε εκείνη την ώρα, του έλεγα κι εγώ αυθόρμητα κάτι, συμπληρώνοντας τους αστεϊσμούς του.
– Τι να σου πω βρε Γούλη? Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς στο σπίτι σας, αλλά εμείς τουλάχιστον μεταξύ μας κάναμε τα παιδιά μας κι όπως πολύ καλά το παρατήρησες αυτό, όντως και μας μοιάζουν τα, αλλά και μεταξύ τους μοιάζουν.
Τι ήταν όμως να τα του πω όλα αυτά; Θύμωσε ο Γούλης και θύμωσε πολύ μάλιστα μαζί μου κι όχι μόνον, αφού και τις φωνές μου έβαλε στην συνέχεια.
– Δεν ντρέπεσαι ρε να μου λες τέτοια πράγματα; Τι ξέρεις εσύ που δεν ξέρω εγώ; Και γιατί τα είπες όλα αυτά; Πως ξέρεις εσύ τι μπορεί να κάνουμε εμείς στο σπίτι μας;
Μάταια προσπαθούσα να τον καθησυχάσω. Τίποτε δεν άκουγε από όσα του έλεγα προσπαθώντας να τον πείσω, ότι αστειευόμουν κι εγώ όπως έκανε κι κείνος άλλωστε, αλλά δεν καταλάβαινε. Επέμενε να με μαλώνει.
– Δεν αστειεύομαι εγώ με αυτά τα πράγματα. Ακούς; Να φύγεις από το μαγαζί μου και να μην έρθεις ξανά. Δεν σε θέλω ούτε για πελάτη, αλλά ούτε και για γνωστό μου.
Αυτά μου έλεγε λοιπόν θυμωμένος κι αφού μπήκε στο χασάπικο του, μου έκανε από εκεί μέσα χειρονομίες, με τις οποίες πολύ καθαρά δήλωνε ότι έπρεπε να φύγω. Ούτε και να με βλέπει δηλαδή δεν ήθελε. Κι αφού τίποτε δεν μπορούσα να κάνω προκειμένου να τον ηρεμήσω και για να μην τον ενοχλώ περισσότερο με την παρουσία μου, τον άφησα εκεί θυμωμένο κι έφυγα.
Η αλήθεια τώρα είναι, ότι δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί, ούτε για την θαυμάσια γυναίκα του, αλλά ούτε και για τα παιδιά του. Αυτός όμως επέμενε στην ζηλότυπη άποψη του και για πολύ καιρό ήταν θυμωμένος μαζί μου. Του έλεγαν και οι γείτονες μας βέβαια ότι δεν είχε δίκαιο, αλλά αυτός επέμενε στα δικά του κι όταν ακόμη του εξηγούσαν αυτοί, ότι τα περισσότερα παιδιά του κόσμου, πιο πολύ μοιάζουν με τον εαυτό τους, παρά με την μάνα τους, ή με τον πατέρα τους.
Τα βρήκαμε βέβαια αργότερα με τον Γούλη, αλλά αυτό, θα σας το αναφέρω στην ώρα του.
Μιχάλης Αλταλίκης