Ο Χασάπης Της Γειτονιάς Μας

Michalis Altalikis IIΜιας εβδομάδας κάτοικοι ήμασταν στο νέο μας σπίτι και η γυναίκα μου εφάρμοζε κατά γράμμα όπως σας είπα την συμβουλή που της έδωσα κι έτσι, όχι μόνον μας αγαπούσαν όλοι στην νέα μας γειτονιά, αλλά και μας σεβόταν όλοι, παρά το νεαρό της ηλικίας μας.

 Κι εγώ, το ίδιο με την γυναίκα μου έκανα άλλωστε. Πρόσεχα δηλαδή το πως συμπεριφερόμουν στους γείτονές μας, γι’ αυτό και κρατούσα σε πολύ καλό, αλλά κι ελεγχόμενο επίπεδο την σχέση μας.

 Λόγω πείρας βέβαια, εγώ μπορούσα να αντιμετωπίσω κάθε καρυδιάς καρύδι, αλλά η γυναίκα μου ήταν όχι μόνον πολύ άπειρη λόγω ηλικίας, αλλά και πολύ αυθόρμητη ήταν με τους ανθρώπους.

 Αυτήν λοιπόν ήθελα να προστατεύσω με τις οδηγίες που της έδωσα, γιατί στην προηγούμενη γειτονιά μας, για τίποτε σχεδόν δεν έβγαινε έξω από το σπίτι της. Λόγω του ότι ζούσαμε κάπως απομακρυσμένα από κάποια αγορά, όλα της τα ψώνια εγώ τα έκανα.

 Στην νέα μας γειτονιά όμως, όλα ήταν στα πόδια της κι όπως ήταν λογικό πια αυτό, θα ήθελε να τα κάνει μόνη της, έστω κι αν δεν ήξερε πολλά πράγματα από αυτά.

 Για να τα κάνει όμως όλα αυτά στα σίγουρα καλά, ήταν καλύτερα γι’ αυτήν να μένει για όλους άγνωστη, υποχρεώνοντας έτσι τους καταστηματάρχες να την προστατεύουν, αντί να εκμεταλλεύονται την άγνοιά της.

 Τεχνηέντως δηλαδή ήθελα να υποστηρίξω την παρουσία της στην αγορά, αλλά και στην γειτονιά μας γενικότερα. Αυτό λοιπόν επιδιώκοντας, άφησα επίτηδες να εξελιχθεί ένα ψυχολογικό στρες στον χασάπη μας, ώστε να έχει κι αυτός το νου του.

 Εμείς βέβαια, είχαμε προμήθειες στα ντουλάπια μας από το προηγούμενο σπίτι, γι’ αυτό και δεν χρειαζόταν να βγαίνει τις πρώτες μέρες στην αγορά η γυναίκα μου προκειμένου να κάνει τα καθημερινά της ψώνια.

 Τα μόνα πράγματα που της έλειπαν κι έπρεπε να αγοράσει, ήταν το ψωμί και το γάλα. Τα κρέατα της εβδομάδος όπως πάντα, ήταν στην δική μου δικαιοδοσία, αφού αυτή τίποτε δεν ήξερε από αυτά.

 Όταν πια διανύσαμε μια εβδομάδα στην νέα μας γειτονιά, σκέφτηκα να τα προμηθευτώ αυτά από τον χασάπη της γειτονιάς μας, αλλά το πρωινό του Σαββάτου, αφού μόνον τότε μπορούσα να βρίσκομαι τις πρωινές ώρες στο σπίτι μου.

 Συνέπεσε όμως να έχω ένα πρωινό επαγγελματικό ραντεβού εκείνο το Σάββατο, γι’ αυτό και προτίμησα να πάω σ’ αυτό πρώτα και μετά να επισκεφτώ τον χασάπη μας για τις προμήθειές μας.

 Το ραντεβού μου όμως ήταν τέτοιο, που με υποχρέωνε να το αντιμετωπίσω όχι μόνον κουστουμαρισμένος και με γραβάτα, αλλά και με την επαγγελματική μου τσάντα.

  Όταν λοιπόν επέστρεψα από αυτό, ήταν πλέον πολύ αργά για ψώνια, γι’ αυτό και δεν ανέβηκα όπως θα έπρεπε πρώτα στο σπίτι μας και μετά να επιστρέψω για τα κρέατα.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που πήγα στον χασάπη έτσι όπως ήμουν. Με το κουστούμι δηλαδή και γραβατωμένος. Επειδή με ενοχλούσε κι ο ήλιος εκείνη την ημέρα, έφτασα στην πόρτα του, φορώντας και τα μαύρα μου γυαλιά.

 Μόλις με είδε αυτός να στέκομαι στην πόρτα του, δεν ξέρω πώς του φάνηκα, γιατί άφησε μια γυναίκα που εξυπηρετούσε εκείνη την στιγμή και τρέχοντας σχεδόν ήρθε κοντά μου κι ως πονηρός επαγγελματίας μου έλεγε.

  – Παρακαλώ. Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

 Σε μπακάλικο μεγάλωσα εγώ και ήξερα από τις ανάγκες των γυναικών να εξυπηρετηθούν κι επειδή δεν μου άρεσε αυτό που έκανε, να έρθει σ’ εμένα δηλαδή παρακάμπτοντας την γυναίκα, γιατί του φάνηκα κάπως, του είπα αυστηρά τα παρακάτω.

 – Εξυπηρέτησε πρώτα την κυρία και μετά από αυτήν θα τα πούμε.

 Αν και λίγο διστακτικά βέβαια, αλλά επέστρεψε αυτός προς την πελάτισσά του και πριν καλά, καλά προλάβει να της δώσει αυτό που του ζήτησε, άλλη γυναίκα ήρθε εκεί τρέχοντας.

 Δεν βγαίνουν τόσο αργά για ψώνια οι γυναίκες σκέφτηκα, αλλά πού ξέρεις είπα μέσα μου, μπορεί να είχε πολλές δουλειές κι αυτή σήμερα στο σπίτι της.

 Μόλις τελείωσε με το σερβίρισμα της πρώτης γυναίκας ο χασάπης, έτρεξε πάλι προς το μέρος μου.

  – Ορίστε. Τι να σας βάλω;

 Θέλοντας να τον παιδέψω και λίγο, έπιασα κουβέντα μαζί του μεν, αλλά και τον άφησα να φαντάζεται ότι ήθελε για εμένα.

 – Δώσε και σ’ αυτήν την κυρία αυτό που θέλει, γιατί από ότι φαίνεται, θα ακούσει πολλά από τον άντρα της αν αργήσει περισσότερο.

  – Μα σεις έχετε σειρά. Είπε αυτός διστακτικά.

  – Δεν πειράζει. Δώσε και σ’ αυτήν την κυρία ότι θέλει και μετά σερβίρεις εμένα.

 Ακούγοντας την στιχομυθία μας η δεύτερη κυρία έλεγε απολογούμενη.

 – Με καθυστέρησαν πολύ στο κομμωτήριο σήμερα κι ο άντρας μου ζήτησε να του κάνω κεφτέδες. Το τι έχω να ακούσω τώρα, δεν λέγεται. Σας ευχαριστώ πάντως νεαρέ μου, για την σειρά που μου δίνετε.

 Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά ο χασάπης, οπότε εξυπηρετούσε μεν την πελάτισσά του, αλλά έριχνε κι ερευνητικές ματιές προς το μέρος μου. Λες και γινόταν επίτηδες όμως αυτό, γιατί μετά από λίγα λεπτά γέμισε το χασάπικο του από γυναίκες, που καθυστέρησαν να κάνουν τα ψώνια τους κι από ότι φαινόταν, όλες τους βιαζόταν.

 Ανησυχούσαν αυτές μη τυχόν και δεν προλάβουν να κάνουν το φαγητό που προγραμμάτισαν για το Σάββατο και μαζί με αυτές, ανησυχούσαν και οι δύο άντρες που έκαναν βιαστικοί την είσοδο τους στο ίδιο χασάπικο.

  Κι αυτοί ξεχάστηκαν, παίζοντας τάβλι στο καφενείο και δεν ήρθαν να πάρουν έγκαιρα τα κρέατα που τους παρήγγειλαν οι γυναίκες τους, γι’ αυτό και καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα.

 Εγώ δεν είχα κανένα λόγο που να με κάνει να βιάζομαι, αφού ήμουν εκεί για να πάρω τα κρέατα της επόμενης εβδομάδας, γι’ αυτό και το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη την ώρα, ήταν να πάρω καλό κρέας και για να είναι τέτοιο αυτό, έπρεπε να μη βιάζεται ο χασάπης.

 Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που έδινα συνεχώς την σειρά μου στους άλλους, γιατί αν έφευγαν όλοι από κει, τότε θα είχε κι ο χασάπης τον απαιτούμενο χρόνο, ώστε να μου δώσει τέτοιο κρέας, όπως εγώ θα το ήθελα.

 Έλα όμως που αυτός φοβήθηκε έτσι όπως με έβλεπε κουστουμαρισμένο, με μαύρα γυαλιά και την τσάντα στο χέρι, νομίζοντας μάλλον ότι ήμουν κάποιος υπηρεσιακός που ήρθε να του κάνει έλεγχο προφανώς, ή κάποιος που δεν ήξερε τι ακριβώς θα μπορούσε να είμαι, γι’ αυτό και ήταν πολύ προβληματισμένος με την παρουσία μου στην πόρτα του.

 Μεγάλωνε συνεχώς όμως αυτός ο απροσδιόριστος φόβος στο μυαλό του και μεγάλωνε περισσότερο τότε, που κατέληγε στο συμπέρασμα αυτός, ότι όντως θα μπορούσα να είμαι κάποιος υπηρεσιακός, οπότε πολλές φορές ήρθε κοντά μου ζητώντας να με εξυπηρετήσει και μαζί με αυτό, να μάθει επιτέλους αν πράγματι είμαι πελάτης, ή όχι.

 Ανησυχούσε πολύ δηλαδή εξαιτίας της δικής μου συμπεριφοράς κι όσο του έλεγα εγώ να δώσει πρώτα στους πελάτες του και μετά θα τα πούμε, τόσο αυτός μπλόκαρε και δεν μπορούσε να κάνει ήρεμα την δουλειά του.

 Αλήθεια είναι, ότι παραχώρησα σε πολλούς πελάτες του την θέση μου, αλλά και αυτοί θαρρείς και ήταν συνενωμένοι μαζί μου, γιατί συνεχώς ερχόταν κι άλλοι.

 Μη μπορώντας πια να ελέγξει την κατάστασή του ο χασάπης και φανερά εκνευρισμένος από τον άγνωστο κουστουμαρισμένο νεαρό που κρατούσε επαγγελματική τσάντα, φορούσε μαύρα γυαλιά και δεν του έλεγε τι επιτέλους ήθελε, χτύπησε κάποια στιγμή την σατήρα του στο κούτσουρο που έκοβε τα κρέατα και έλεγε σ’ εμένα.

 – Αν δεν μου πείτε τι θέλετε, δεν μπορώ να συνεχίσω. Έσπασαν τα νεύρα μου. Καταλάβατε;

 Σκέφτηκα να τον καλμάρω κάπως, γι’ αυτό και ήρεμα του μιλούσα.

– Μα τι άλλο θα μπορούσα να θέλω αφού βρίσκομαι εδώ; Κρέατα θέλω.

– Τι κρέατα; Έλεγε αυτός σαν χαμένος.

 – Ότι πιο καλό έχεις. Αυτό πάλι, του το είπα ψύχραιμα.

– Πόσο κρέας να σου βάλω;

 Κι ενώ μου έλεγε αυτό, με κοιτούσε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να ήταν εύκολο γι’ αυτόν να καταλάβει ποιος άραγε να ήμουν.

 – Βάλε όσο θέλεις. Όσο κι αν μας βάλεις όμως, μη στεναχωριέσαι και δεν θα το πετάξουμε. Θα το φάμε όλο.

 Προκειμένου να μάθει και κάτι για μένα μετά, ρωτούσε τα υπόλοιπα κάπως διστακτικά.

 – Εσείς είστε οι καινούργιοι που ήρθατε να μείνετε σ’ αυτήν την νέα οικοδομή μέσα στο στενό;

 Ναι του είπα εγώ για να τον χαλαρώσω κι όπως πολύ καλά το υπολόγισα, τα νέα κυκλοφόρησαν πολύ πιο γρήγορα από όσο εγώ ήθελα να πιστεύω.

 Και δεν κυκλοφορήσαν μόνον γρήγορα, αλλά και λεπτομερώς, γιατί ο χασάπης ήξερε πολλά για μας, αν και πρώτη του φορά με έβλεπε κι αυτό πάλι φάνηκε καθαρά, από τα υπόλοιπα που μου έλεγε.

 – Ναι. Αλλά εσείς είστε δύο άτομα κι όπως μάθαμε, έχετε κι ένα μικρό παιδί. Πόσο κρέας να σας βάλω;

 – Βάλε όσο θέλεις, αρκεί να είναι καλό.

 – Εμείς καλά κρέατα έχουμε εδώ.

 Αυτό είπε και χώθηκε μέσα στο ψυγείο του. Έψαχνε, έψαχνε εκεί μέσα και δεν έλεγε να βγει έξω από αυτό. Για άλλη μέρα δεν ξέρω έλεγα μέσα μου, αλλά σήμερα, όντως θα πάρω ότι καλύτερο θα μπορούσε να έχει αυτός από κρέατα στο ψυγείο του.

 Απορώντας οι πελάτισσές του για τον λόγο που αργούσε να βγει ο χασάπης από εκεί μέσα, έλεγε μια κυρία στην διπλανή της μη μπορώντας να κρύψει την βιασύνη της.

 – Μα τι κάνει τόση ώρα εκεί μέσα;

 Όταν επιτέλους βγήκε αυτός έξω, κρατούσε στα χέρια του ένα πολύ μεγάλο κομμάτι χοιρινού κι όπως το υπολόγιζα αυτό, θα ζύγιζε τουλάχιστον πέντε κιλά.

 Αφού το έκοψε σε μερίδες ο χασάπης όπως του το ζήτησα, τύλιξε μετά εκείνες τις μερίδες με το χασαπόχαρτό του κι έτσι όπως το έκανε σαν δέμα, μου το έδωσε στα χέρια, αλλά και μου ευχήθηκε.

 – Καλώς ήρθατε στην γειτονιά μας.

 Από τον τρόπο που έβαλε εκείνο το πακέτο στα χέρια μου όμως, εγώ κατάλαβα ότι μου το έκανε δώρο, έστω κι αν δεν μπορούσε να υπολογίζει εκείνη την στιγμή την ακριβή μου ιδιότητα.

 Αφού κατάλαβα το σκεπτικό του, του έλεγα πολύ ψυχρά το αυτονόητο.

 – Έτσι θα το πάρω; Δεν θα το ζυγίσεις;

 – Αυτό είναι δώρο είπε αυτός κομπιάζοντας από τον φόβο του. Σας το δίνω έτσι για να σας καλωσορίσω στην γειτονιά μας.

 – Όχι του είπα εγώ σοβαρά, σοβαρά. Δεν θέλω τέτοια. Ζύγισε το κρέας και πες μου πόσα θέλεις να σου δώσω.

 Σκύβοντας αυτός προς το μέρος μου, έλεγε χαμηλόφωνα για να μην ακούσουν οι άλλοι.

 – Μα, θέλεις να το πληρώσεις;

 – Και βέβαια θέλω να το πληρώσω.

Το ζύγισε αυτός αφού του το ζήτησα και με το ζόρι πήρε την αξία των χρημάτων για το κρέας που αυτός επέλεξε κι όπως το υπολόγισα όντως ήταν αυτό πέντε κιλά περίπου.

 Από τον φόβο του όμως ο φουκαράς, μέχρι κι έξω από το μαγαζί του με συνόδευσε κι από μέσα του σίγουρα έλεγε. < Καλύτερα να έπαιρνε το κρέας χωρίς να το πληρώσει. Τώρα, δεν ξέρω τι θα γίνει, αφού δεν ξέρω και τι ρόλο παίζει αυτός. >

 Έφυγα χαμογελώντας εγώ από τον χασάπη μας κι όταν μετά από λίγο ανέβηκα με τα κρέατα στο σπίτι, έλεγα στην γυναίκα μου.

 – Μη πεις σε κανένα ποιοι ήμαστε και μη βάλεις καμιά γειτόνισσα στο σπίτι μας όπως σου είπα, γιατί είναι καλύτερο για μας το να παραμείνουμε άγνωστοι για όλους, αφού έτσι θα έχουμε καλύτερη μεταχείριση από όλους.

 Κι εσύ να πας στον χασάπη τώρα, να είσαι σίγουρη ότι θα σου δώσει αυτός ότι καλύτερο έχει. Μη του κάνεις όμως καμιά επιπλέον κουβέντα, εκτός από αυτήν που θα του προσδιορίζει το τι θα θέλεις να σου δώσει.

 Από αυτό το γεγονός και μόνο, διέρρευσε αμέσως και σ’ όλη την γειτονιά μετά, ότι εγώ ήμουν ειρηνοδίκης. Δεν ξέρω πως τους κάθισε αυτό το συμπέρασμα, αλλά ως τέτοιον με συμπεριφερόταν στο εξής, πράγμα βέβαια που εγώ πολύ αργότερα το έμαθα.

 Αφού μας σεβόταν όμως, αλλά και μας πρόσεχαν με την συμπεριφορά τους, ευχαρίστως δεχόμασταν τα οφέλη της, αφού αυτό και μόνον ήταν το δικό μας ζητούμενο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *