Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε και ήρθε στο μαγαζί μας ένας πελάτης μας μια μέρα, θέλοντας να ψωνίσει κάτι για το σπίτι του. Μαζί με τα ψώνια που έκανε όμως, ζήτησε από τον πατέρα μου να πάρει κι εμένα μαζί του, έχοντας κατά νου να με χρησιμοποιήσει για τρεις μήνες το πολύ στην δική του δουλειά.
Ήταν εργολάβος ηλεκτρολόγος αυτός και έκανε εγκαταστάσεις σε νέες οικοδομές. Χρειαζόταν έναν έμπιστο συνεργάτη στην δουλειά του, όπως είπε στον πατέρα μου, τον οποίο ήθελε να έχει στην θέση του αδελφού του, μέχρι να επιστρέψει αυτός από εκεί που έλειπε, για κάποια άλλη υποχρέωση τους.
– Για τρεις μήνες μόνον κύριε Κώστα και αυτό πάλι, μέχρι να επιστρέψει ο αδελφός μου από εκεί που είναι απασχολημένος.
Τον συμπαθούσε αυτόν ο πατέρας μου και δεν ήθελε να του χαλάσει το χατίρι. Σκέφθηκε όμως μήπως και αυτό που του πρότεινε ο εργολάβος ήταν κάτι που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει κι εμένα σε κάποια επαγγελματική λύση, γι’ αυτό και αδιαφορώντας για τις δικές του ανάγκες, είπε στον εργολάβο.
– Ας έρθει μαζί σου αν και αυτός το θέλει. Άλλωστε, σε έξι μήνες από τώρα θα παρουσιασθεί στον στρατό, οπότε θα πρέπει κι εγώ να συνηθίσω την απουσία του.
Αυτά ειπώθηκαν εκείνη την στιγμή και αφού δεν είχα καμιά αντίρρηση εγώ για την πρόταση που μου έγινε, δέχτηκα την πρόσκληση του και από την άλλη μέρα κιόλας έσκαβα τοίχους και μπετά με το καλέμι και την βαριοπούλα, σε μια περιοχή της Καλαμαριάς.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά τραβούσα και καλώδια στις γραμμές μαζί με τους άλλους βοηθούς του εργολάβου και αφού είχα λίγες γνώσεις από ηλεκτρολογικά, διάβαζα εύκολα και τα σχέδια που είχα για κάθε χώρο.
Συμμετέχοντας λοιπόν στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, ενισχύθηκαν κατά πολύ και οι δικές μου εμπειρικές έστω τεχνικές γνώσεις. Οι εμπειρίες δε που απέκτησα εκεί, ποτέ δεν πήγαν χαμένες, αφού από τότε και μετά ακόμη με χρησιμεύουν.
Τρεις μήνες έμεινα κοντά σ’ εκείνον τον εργολάβο και αυτός ήταν πολύ ευχαριστημένος από την δική μου συμμετοχή στην δική του δουλειά. Και ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος μαζί μου, αφού όντως ανταπεξήλθα και μάλιστα επάξια των προσδοκιών του εργολάβου πελάτη του.
Ήμουν όμως κι εγώ ευχαριστημένος τότε, όχι μόνον γιατί είχα κάπου να εκτονωθώ ως νεαρός, αλλά και πολλά μάθαινα από τα ηλεκτρολογικά. Εκτός αυτού, είχα και πάλι αρκετό χρόνο στην διάθεσή μου, ώστε να βοηθώ μεν τον πατέρα μου όταν το χρειαζόταν, αλλά και για τον εαυτό μου τον διέθετα όπως ήθελα.
Ο λόγος όμως που κάνω αυτήν την αναφορά στον εργολάβο ηλεκτρολόγο είναι ότι θέλω να σας διηγηθώ και κάτι που μου συνέβη εκεί και στο διάστημα που εργαζόμουν δίπλα του.
Σκάβοντας λοιπόν με το καλέμι και την βαριοπούλα τους τοίχους και τα τσιμέντα, σκονιζόμασταν πολύ όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και όταν τελειώναμε την δουλειά μας, δεν πλενόμασταν στην βρύση όπως οι υπόλοιποι, αλλά μαζί με έναν άλλον συνομήλικό μου, μπαίναμε στην θάλασσα γι’ αυτόν τον σκοπό, αφού ούτως ή άλλως και το νερό της βρύσης στην οικοδομή κρύο ήταν.
Μια μέρα λοιπόν που κάναμε το ίδιο με τον συνομήλικο μου, πιάσαμε την κουβέντα κολυμπώντας και χωρίς να το αντιληφθούμε, βρεθήκαμε πολύ μακριά από την ακτή. Εκείνη η ανεπιθύμητη, όπως και υπερβολική κατά την απόσταση απομάκρυνση μας από την ακτή, μας γέμισε πολλούς φόβους, γιατί και απρόβλεπτη ήταν, αλλά και η επιστροφή μας θα ήταν πλέον πολύ δύσκολη υπόθεση.
Δεν μπορούσαμε να κάνουμε και διαφορετικά όμως, γι’ αυτό και αφού καταλάβαμε ότι μάλλον στα χαζά ανοιχτήκαμε τόσο πολύ στην θάλασσα, έπρεπε και να βγούμε στα σοβαρά πλέον από αυτήν και μάλιστα σώοι και αβλαβείς.
Αν και μας πλησίασε πολύ γρήγορα ο πανικός, πήραμε την απόφαση να δοκιμάσουμε την επιστροφή μας, γι’ αυτό και με κάθε τεχνική που ξέραμε, κολυμπούσαμε αρκετά γρήγορα προς την ακτή, θέλοντας να καλύψουμε την απόσταση που μας χώριζε απ’ αυτήν, με την νεανική μας αντοχή.
Ενώ λοιπόν εμείς κάναμε πολλές προσπάθειες κολυμπώντας, βήμα δεν κάναμε προς την ακτή όπως μας φαινόταν. Πανικοβλημένοι λοιπόν, αλλά και απογοητευμένοι από τις χωρίς αποτέλεσμα προσπάθειές μας, μάλλον κουραζόμασταν περισσότερο.
Κουρασμένοι όμως από την απέλπιδα προσπάθεια μας να φτάσουμε γρήγορα στην ακτή, αλλά και από φόβο μη μείνουμε διαπαντός στον πάτο της σκοτεινής θάλασσας, αρχίσαμε να χάνουμε και την ψυχραιμία μας.
Και δεν μας έφταναν μόνον αυτά, αλλά ήρθε να συμβάλει στην ενίσχυση των φόβων μας και εκείνος ο αέρας που σηκώθηκε ξαφνικά και έτσι όπως φυσούσε αυτός από την ακτή προς την θάλασσα, μας έκοβε την αναπνοή.
Όταν όμως φυσάει από την ακτή ο αέρας, σηκώνονται κύματα στα βαθιά και αυτά έγιναν εχθρικά για μας, αφού μάλλον μας τραβούσαν προς τα μέσα αντί να μας σπρώχνουν προς τα έξω. Και όσο βλέπαμε την ακτή να παραμένει εγωιστικά στην ίδια θέση, άλλο τόσο μεγάλωνε μέσα μας η κούραση, όπως και η απογοήτευση που νιώθαμε.
Όσο λοιπόν παρέμενε μέσα μας απρόσκλητη η απογοήτευση, ευθαρσώς θαρρείς μας το δήλωνε αυτό, όπως και ευχαρίστως εμείς το δεχόμασταν μάλλον, ότι πολύ δύσκολα θα την γλιτώναμε. Δεχθήκαμε εύκολα όμως αυτήν εκδοχή, γι’ αυτό και μετά από μια πολύωρη θα έλεγα και σιωπηλή προσπάθεια, άκουσα τον διπλανό μου να μου λέει φοβισμένος, αλλά και ψύχραιμος συγχρόνως.
– Όπως πάμε κοντά, κοντά, μάλλον εμποδίζει ο ένας τον άλλον και με αυτόν τον τρόπο, σίγουρα δεν θα καταφέρουμε να βγούμε έξω ζωντανοί. Κουραζόμαστε διπλάσια σ’ αυτήν την απόσταση, γι’ αυτό και πρέπει να χωρίσουμε. Είναι καλύτερο για μας το να βάλουμε εκατό μέτρα απόσταση μεταξύ μας. Αν μείνουμε απομακρυσμένοι, κανείς από τους δυο μας δεν θα μπορεί να βοηθήσει τον άλλον όταν κινδυνεύει. Αν τρέξουμε προς βοήθεια του, ένα είναι σίγουρα, ότι θα πνιγούμε και οι δύο. Αφού δεν μας απέμειναν και πολλές δυνάμεις λοιπόν, μάλλον είναι καλύτερο για μας το να κάνει ο καθένας για τον εαυτό του μόνον την προσπάθεια του να σωθεί και ό,τι καταφέρουμε.
Δεν μου άρεσαν καθόλου αυτά που άκουσα, γι’ αυτό αμέσως αισθάνθηκα να με κυριεύει μεγάλος φόβος, όπως και ανασφάλεια. Θαύμασα όμως και την ψυχραιμία του άλλου, που αμέσως άρχισε να απομακρύνεται από κοντά μου, παίρνοντας άλλη πορεία από την δική μου.
Έστριψε γρήγορα κολυμπώντας προς τα δεξιά του και χωρίς δεύτερη σκέψη απομακρύνθηκε τόσο, που τον έχασα μετά από λίγο από τα μάτια μου. Αφού έμεινα μόνος μου εκεί, έκανα το ίδιο με πριν. Πάλευα με τα κύματα για την ζωή μου και είχα απέναντι μου εκείνον τον εχθρικό αέρα που μου έκοβε αδίσταχτα την αναπνοή μου.
Ό, τι έγινε, έγινε είπα κάποια στιγμή στον εαυτό μου, γι’ αυτό και πήρα την απόφαση να αντιμετωπίσω κι εγώ ψύχραιμα εκείνη την κατάσταση, αφού φοβισμένος, δεν θα μπορούσα να κάνω σχεδόν τίποτε που να είναι χρήσιμο για μένα.
Ξέρω καλό κολύμπι έλεγα στον εαυτό μου για να του δώσω θάρρος. Είναι ακόμη μέρα κι εγώ μπορώ να κατευθύνω την πορεία μου πολύ άνετα, όταν κολυμπώ ανάποδα και με την πλάτη στην θάλασσα. Αυτός ο τρόπος είναι πιο ξεκούραστος για μένα, γι’ αυτό και δεν πρέπει να φοβάμαι. Έχω μαζί μου άλλωστε και την Παναγία μας, που πάντα με βγάζει σώο από τις κακοτοπιές μου, γι’ αυτό ηρέμησε, του είπα και προσηλώσου ανεπηρέαστος στο σκοπό σου.
Μετά από όλα αυτά, ανησυχούσα περισσότερο για την τύχη του άλλου μάλλον, παρά για μένα. Αν και κολυμπούσα μετά βασάνων, το μόνο που με απασχολούσε πλέον, ήταν το τι θα έκανα εγώ, αν δεν έβγαινε μαζί μου και εκείνος ο συνομήλικος μου από την θάλασσα και το πως ενδεχομένως θα δικαιολογούσα τον χαμό του.
Ταλαιπωρήθηκα πολύ κολυμπώντας και πλησίασα αρκετά κοντά στην ακτή, μόνον που δεν μου έμειναν καθόλου δυνάμεις, ώστε να με βγάλουν αυτές έξω. Σερνόμουν από τα κύματα που με πήγαιναν και με έφερναν μια πίσω μια μπρος σαν άψυχο αντικείμενο, αλλά έξω δεν μπορούσα να βγω.
Τα τελευταία δέκα μέτρα που μου έμειναν ακόμη για να βρεθώ έξω, δεν τα έκανα κολυμπώντας, αλλά αρκουδίζοντας, γιατί τα νερά εκεί ήταν πολύ ρηχά. Αν είχα είκοσι μέτρα απόσταση ακόμη να καλύψω, δεν θα μπορούσα να τα αντέξω και θα πνιγόμουν στα ρηχά από την κούραση.
Ήταν Παρασκευή μεσημέρι όταν μπήκαμε στην θάλασσα και όταν βγήκα έξω στην ακτή με μια απόκλιση περίπου εκατό μέτρα από την θέση που αφήσαμε τα ρούχα μας, ήταν αργά το απόγευμα.
Στάθηκα όρθιος στην ακτή και για αρκετή ώρα αναζητούσα ανάμεσα στα κύματα εκείνον τον ναυαγό και όσο δεν τον έβλεπα να είναι πουθενά, ανησυχούσα πολύ γι’ αυτόν. Ανησυχούσα και δεν έφευγα από κει, γιατί δεν ήθελα να τον εγκαταλείψω, έστω και αν δεν τον έβλεπα πουθενά.
Για καλή μου τύχη όμως, τον εντόπισα να είναι ξαπλωμένος στην ακτή πάνω στην άμμο και σε μια απόσταση περί τα τριακόσια μέτρα από μένα. Αρχικά νόμισα ότι εκείνη η στοίβα που έβλεπα πάνω στην άμμο, ήταν σκουπίδια ανάμεσα στα φύκια, Παρατηρώντας ψύχραιμα όμως, πείστηκα ότι μάλλον αυτός ήταν, γι’ αυτό και έτρεξα κοντά του και τον βοήθησα να σηκωθεί. Χάρηκα που τον βρήκα ζωντανό και τον υποβάσταζα έως ότου να πλησιάσει στα ρούχα του, ενώ αυτός μου έλεγε συνέχεια.
– Αν δεν χωρίζαμε, να ξέρεις ότι θα πνιγόμασταν και οι δύο.
Δεν ξέρω αν είχε δίκαιο ή όχι εκείνος ο συνομήλικος μου, γεγονός πάντως είναι ότι σωθήκαμε τότε και αυτό είχε σημασία. Χαρήκαμε όπως ήταν λογικό, την έστω και με τα βασάνων, σωτηρία μας και αφού φύγαμε από εκεί για τα σπίτια μας, δεν τον ξανασυνάντησα.
Τον είχαν καλέσει κι αυτόν τότε να παρουσιαστεί στον στρατό και επειδή εκείνες τις μέρες έπρεπε να καταταχτεί, χαθήκαμε λοιπόν, γι’ αυτό και από τότε και μετά ποτέ ξανά δεν ειδωθήκαμε.
Μιχάλης Αλταλίκης