Τον Απρίλιο μήνα και στις είκοσι μία του μηνός εκείνης της χρονιάς, ξυπνήσαμε το πρωί με εμβατήρια και δημοτική μουσική. Ποτέ άλλοτε δεν είχε γίνει κάτι παρόμοιο, γι’ αυτό και βγήκα μια βόλτα στους δρόμους να δω τι γίνεται.
Η μουσική ακουγόταν πολύ δυνατά και από μεγάλα μεγάφωνα και αυτά ήταν τοποθετημένα στους κεντρικούς δρόμους. Άλλα πάνω σε δέντρα και άλλα πάνω στα μπαλκόνια, όλη την ημέρα μας τραγουδούσαν.
Κυκλοφορούσαν δε πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα στους δρόμους και σε κάποιες διασταυρώσεις υπήρχαν τανκς σταματημένα. Ρωτώντας λοιπόν τους περαστικούς, έμαθα κι εγώ απ’ αυτούς ότι έγινε πραξικόπημα από τους στρατιωτικούς και ότι όλα πια ήταν υπό τον έλεγχο του στρατού.
Μου έκανε εντύπωση, που κείνη την ημέρα σίγησαν επιτέλους τα μεγάφωνα των πολιτικών γραφείων, αυτά που τις άλλες μέρες τάραζαν ασταμάτητα και στην διαπασών τα αυτιά μας, διαφημίζοντας όπως πάντα ψεύτικες και αναξιόπιστες υποσχέσεις προς τους ψηφοφόρους τους.
– Δόξα συ ο Θεός, έλεγαν οι άνθρωποι. Γλυτώσαμε επιτέλους από τις φωνές τους. Καλύτερα να ακούμε τραγούδια, έστω και δημοτικά.
– Δεν ξέρουμε που θα καταλήξουμε μ’ αυτούς τους στρατιωτικούς έλεγαν με επιφύλαξη, αλλά και με τους πολιτικούς μας, ποτέ δεν είδαμε χαΐρι.
Από την θέση που έπαιρναν οι άνθρωποι απέναντι σε κείνο το ξαφνικό πραξικόπημα, έδειχναν μάλλον ότι το δεχόταν ως ανακούφιση, μετά από την κούραση που τους προκάλεσαν οι πολιτικοί με τα τερτίπια τους.
Το αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη βέβαια, αφού δεν ήξεραν μέχρι που θα το τραβούσαν οι στρατιωτικοί, αλλά και για τις επιπτώσεις που θα είχε επάνω τους εκείνη η παρέμβαση ανησυχούσαν. Τα ερωτήματα ήταν δύο λοιπόν και αυτά ήταν εμφανή. Μπορούσαν άραγε οι στρατιωτικοί να εγγυηθούν την αξιοπρέπεια της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας όπως το υποσχόταν; Μήπως το εγγυήθηκαν ποτέ αυτό οι πολιτικοί και τα κόμματα;
Αφού σε κανέναν από μας δεν επιτρέπετε να ξέρει, γιατί γίνονται όλα αυτά τα στραβά και τα ανάποδα σε μας, στην πατρίδα και στην θρησκεία μας, ήταν ποτέ δυνατόν να προστατευτούμε από τις επιδιώξεις και τους στόχους των κέντρων που μας επιβάλλουν, όσα θέλουν, με όποιον τρόπο θέλουν και προπαντός τότε που αυτοί θέλουν και με το πρόσωπο που αυτοί θέλουν να μας εμφανιστούν;
Έκαναν λοιπόν ότι ήθελαν και οι στρατιωτικοί, όπως ακριβώς έκαναν και πολιτικοί κι εμείς; Πάλι ως έρμαια ακολουθούσαμε τις διατάξεις τους, όποιες κι αν ήταν και αυτές πάλι, με πολύ αυστηρότητα τις επέβαλαν στους πολίτες, αφού και την συγκέντρωση άνω των τριών ανθρώπων απαγόρευαν.
Πατρίδα θρησκεία και οικογένεια επαγγέλλονταν φανερά αυτοί και κρυφά μάζευαν τους οικογενειάρχες στις φυλακές. Το που, το πως και το ποιον εξυπηρετούσε αυτή η συμπεριφορά, που απέβλεπε και ποιο ήταν το κοινό συμφέρον για όλους μας, αυτό κανένας δεν το απαντούσε.
Όποιος όμως τολμούσε να ρωτήσει τότε, έστω και κάτι απ’ αυτά φανερά, όπως και το γιατί γίνονται σε μας, στην πατρίδα και την θρησκεία μας τέτοια πράγματα, εξαφανιζόταν από προσώπου γης ως αντιφρονών, λες και το ζητούμενο τους ήταν αυτό μόνον και τίποτε άλλο.
Άκουσα όμως κάποιον να εμφανίζει μια διαφορετική εκδοχή και αυτό πολύ με προβλημάτισε.
– Ήθελαν για κάποιον λόγο που εμείς δεν ξέρουμε, να ανεβάσουν περισσότερο το ποσοστό επιρροής των αριστερών κομμάτων στην βουλή, γι’ αυτό και μάντρωσαν τους αριστερούς στην Μακρόνησο. Από εδώ και πέρα, όλα τα αριστερά κόμματα όχι μόνον θα κρατούν εδραιωμένους τους οπαδούς τους, αλλά και θα τους αυξάνουν συνεχώς.
Δεν ξέρω αν ήταν έτσι ή όχι, αλλά πολλοί γνωστοί σε μας βρέθηκαν να παραθερίζουν στα ξερονήσια. Πέρασε ο καιρός όμως και ηρέμησαν κάπως οι άνθρωποι από την ξαφνική εμπλοκή των στρατιωτικών στην δική μας καθημερινότητα και μέχρι να έρθει το καλοκαίρι, όντως και συνηθίσαμε την παρουσία τους, όπως και την συμπεριφορά τους άλλωστε, έστω και αν δεν μας άρεσε.
Μας έδειχναν ό,τι ήθελαν βέβαια στις ειδήσεις, αλλά και τίποτε το κακό δεν φαινόταν να μας απειλεί σαν κράτος. Εκτός απ’ αυτό, είδαμε επιτέλους να εμφανίζεται και ο ανάλογος σεβασμός των δημοσίων υπάλληλων προς τους πολίτες αυτής της πολύπαθης πατρίδας και αυτό ήταν λυτρωτικό.
Ήταν αδύνατον να ζητήσει κανείς πριν, την οφειλόμενη εξυπηρέτηση του από τους δημοσίους υπαλλήλους. Από την ώρα όμως που ακούσαμε στις ειδήσεις, ότι ο πολίτης έχει δικαιώματα και όποιος του τα στερεί θα έχει επιπτώσεις, όλοι τους στρώθηκαν στην δουλειά και έκαναν τα αυτονόητα.
Ωστόσο, για μένα ήταν περίοδος αναμονής για την στράτευση μου τότε, γι’ αυτό και αφέθηκα ελεύθερος απ’ όλες τις υποχρεώσεις μου, ακόμη και από εκείνες τις σκέψεις που με απασχολούσαν γύρω από το ποια δουλειά θα κάνω στο μέλλον.
Αφού για τα επόμενα δύο χρόνια θα ήμουν στην διάθεση της πατρίδας μας, κανόνισα έτσι τα πράγματα, ώστε να περάσω εκείνο το καλοκαίρι όσο γινόταν ποιο ευχάριστα για μένα.
Τις πρωινές ώρες τις διέθετα κάνοντας τα μπάνια μου στις πλαζ της Αγίας Τριάδας, ενώ τις απογευματινές έμενα στην διάθεση του πατέρα μου, αφού αυτός χρειαζόταν την βοήθεια μου.
Τις βραδινές ώρες όμως συμμετείχα με τους φίλους μου στα διάφορα πάρτι της εποχής μας, αυτά που κάθε βράδυ σχεδόν κάπου και κάποιος φίλος διοργάνωνε. Και επειδή εκείνη η περίοδος ήταν η πλέον ανέμελη της μέχρι τότε ζωής μου, έκανα ό, τι μπορούσα, ώστε να την κάνω όσο πιο διασκεδαστική και ευχάριστη ήταν δυνατόν να γίνει για έναν νεαρό, που δεν είχε να σκεφτεί τίποτε άλλο, εκτός από το πως και το που θα περάσει καλά τον χρόνο που του έμενε, έως ότου καταταγεί στον στρατό.
Οι καλύτερες μου ώρες όμως ήταν εκείνες οι πρωινές, που τις περνούσα κάνοντας μπάνιο στην θάλασσα. Νεαρός ήμουν και σαν τέτοιος φερόμουν, γι’ αυτό και συνεχώς περιφερόμουν ανάμεσα στους άλλους λουόμενους.
Όταν έβλεπαν αυτοί να περπατώ στην άμμο της παραλίας καμαρωτός και μαυριδερός από τον ήλιο, έπεφταν τα μάτια τους στα πόδια μου και στα δύο μου δάκτυλα, αυτά που έχουμε πριν από τα δύο μικρά μας.
Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά αυτά τα δάκτυλα στα δικά μου πόδια, βρίσκονται λίγο πιο πάνω από την φυσική σειρά και εξαιτίας αυτού, δεν αφήνουν το αποτύπωμα τους όταν πατώ στην άμμο. Αντί για πέντε στο κάθε πόδι, αποτυπώνονται τέσσερα.
Αυτή η ιδιαιτερότητα των δακτύλων μου, γινόταν αιτία και αφορμή τότε ώστε να πολλαπλασιάζω καθημερινά εγώ τις γνωριμίες μου, που έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν και λίγες.
Βλέποντας οι φίλοι μου την συμπεριφορά τους δυσανασχετούσαν, γι’ αυτό και ρωτούσαν την μητέρα μου να τους πει.
– Τι έκανε αυτός εδώ και βρίσκονται τα δάκτυλα του σε τέτοια θέση, πού όλο το ενδιαφέρον των κοριτσιών της πλαζ να επικεντρώνεται στα δικά του δάκτυλα;
– Έτσι γεννήθηκε τους έλεγε αυτή και τους έκοβε την κουβέντα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως περνούσε ο καιρός και δεν άργησε να έρθει ο Οκτώβριος. Όπως ήταν αναμενόμενο λοιπόν, πλησίασαν και οι μέρες που έπρεπε να παρουσιαστώ ως υποψήφιος αξιωματικός στην Κόρινθο.
Ενώ εγώ ετοίμαζα τον εαυτό μου γι’ αυτήν την υποχρέωση, ήρθε μια μέρα στο μαγαζί μας ένας πελάτης μας, ο οποίος και μου είπε.
– Έμαθα από τον πατέρα σου, ότι σε λίγες μέρες θα παρουσιαστείς στην Κόρινθο. Γνωρίζω τον διοικητή της μονάδας που θα πας, γι’ αυτό και μπορώ να τον παρακαλέσω αν θέλεις, ώστε να κάνει αυτός ό, τι περνάει από το χέρι του, προκειμένου να επιλεγείς εσύ ως αξιωματικός. Θα είναι πολύ καλό για σένα αυτό, αφού μαζί με τα άλλα, θα έχεις και την ανάλογη οικονομική υποστήριξη ως τέτοιος.
Λέγοντας πολλά τέτοια αυτός, με πίεζε να δεχθώ την μεσολάβηση του, γι’ αυτό και τον σταμάτησα.
– Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου του είπα. Το μόνο που θέλω εγώ, είναι να τελειώσω την υποχρέωσή μου όσο γίνεται ποιο αθόρυβα, αλλά και πιο γρήγορα για μένα. Κατάλαβες;
– Καλά, καλά, έλεγε αυτός. Αυτό θα το κουβεντιάσουμε αργότερα και τότε που θα έρθει η ώρα είπε και με άφησε ήσυχο.
Μιχάλης Αλταλίκης