Καθίσαμε αρκετές ώρες γύρω από το τραπέζι της μεγάλης και πολύ καλής παρέας που από το μεσημέρι εκείνης της ημέρας είχαν στρωμένο για τις δικές τους απαιτήσεις κι αφού φάγαμε και ήπιαμε μαζί τους αρκετά από αυτά που μας προσέφεραν, δεν υπήρχε κανένας λόγος να πάμε κάπου αλλού προκειμένου να συνεχίσουμε το γλέντι μας αν θέλαμε κάτι τέτοιο, αλλά τίποτε.
Εκείνοι οι δύο μπαρμπάδες που συνόδευα από το απόγευμα της ίδιας μέρας και με τραβούσαν πίσω τους, δεν ήθελαν να ησυχάσουν. Θυμήθηκαν πάλι τον φίλο τους κι αφού σηκώθηκαν ξαφνικά από τις καρέκλες τους, έλεγαν προς τους υπόλοιπους, ότι οπωσδήποτε έπρεπε να τον βρουν.
Εγώ βέβαια δεν ήξερα ποιόν έψαχναν όπως σας είπα, αλλά αφού οι υπόλοιποι τον γνώριζαν, προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από το να τον ψάχνουν, αν και χωρίς αποτέλεσμα όπως φάνηκε, δεδομένου ότι οι μπαρμπάδες επέμεναν να κάνουν τελικά αυτό που έβαλαν στο μυαλό τους, γι’ αυτό και τους έλεγαν.
– Ισίς καλά λέτι. Ιμίς όμους θέλουμι να τουν βρούμι, γι’ αυτό κι θα πάμι να τουν ψάξουμι απου κατ’ στην Αγιά Τριάδα όπους μας ίπιν η Γκιούρους.
Αυτά τους έλεγαν βιαστικοί και πριν καλά, καλά συμπληρώσουν τον λόγο τους, βγήκαν από το κέντρο. Κι εμένα βέβαια με υποχρέωσαν να τους ακολουθήσω, αφού δεν μου επέτρεπαν να μείνω εκεί και παρέα με τους υπόλοιπους.
Ακολουθώντας τους λοιπόν, κατευθυνθήκαμε προς την Αγιά Τριάδα όπως τους άκουσα να λένε, στην εκκλησία δηλαδή που βρισκόταν απομονωμένη μεν, αλλά και στο διπλανό χώρο από αυτόν που λειτουργούσε το κέντρο με το όνομα Μετόχι.
Για την ιστορία πάντως σας αναφέρω, ότι υπήρχε κάποτε ένα επανδρωμένο μοναστήρι στην περιοχή του Βελβεντού, το οποίο ακόμη βρίσκεται υψομετρικά στα εξακόσια μέτρα περίπου πάνω στο βουνό, αυτού που υψώνετε πίσω από τις πλάτες του χωριού.
Για τις προσωπικές τους ανάγκες όμως οι τότε μοναχοί, διέθεταν ένα μετόχι στους πρόποδές του, εντός του οποίου ακόμη υπάρχουν οι εγκαταστάσεις μιας εκκλησίας κι ενός δυόροφου κτίσματος.
Στο εσωτερικό δε αυτού του κτίσματος και σε μερικά κελιά που υπήρχαν διαθέσιμα στον δεύτερο όροφο, έμεναν οι μοναχοί που εργαζόταν προφανώς στο μετόχι τους, καλλιεργώντας εκεί τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους, αφού στο βουνό δεν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι παρόμοιο.
Και το κέντρο που σας ανάφερα στο προηγούμενο, εντός του χώρου αυτού του μετοχίου είναι κτισμένο, γι’ αυτό κι απέκτησε το όνομα Μετόχι. Απέναντι από αυτό όμως και στα εκατό μέτρα περίπου, βρίσκετε και η εκκλησία της Αγίας Τριάδος, κάτω από την οποία έψαχναν εκείνοι οι δύο μεθυσμένοι πλέον μπαρμπάδες να βρουν τον φίλο τους, όπως κατάλαβαν να τους λέει ο εύσωμος ταβερνιάρης.
Έψαχναν βέβαια αυτοί, αλλά και δεν έβρισκαν από πού θα μπορούσαν να φτάσουν στο υπόγειο της εκκλησίας, αφού όπως αποδείχτηκε από τις πολλές βόλτες που έκαναν πέριξ αυτής, τέτοιος χώρος δεν υπήρχε.
Όσα κι αν τους έλεγα εγώ, προκειμένου να φύγουμε από εκεί, αλλά και να γλιτώσω το υπόλοιπο ξενύχτι, αυτοί τίποτε δεν άκουγαν, γι’ αυτό πήγαν ψάχνοντας την είσοδο του υπογείου στο διπλανό κτίσμα.
Πηγαίνοντας πίσω τους στην συνέχεια, τους έβλεπα να κάνουν κι εκεί τα ίδια. Ανεβοκατέβαιναν δηλαδή στο κτίσμα, εντός του οποίου είδα κι εγώ μέσα από τα τζάμια της εξώπορτας του ορόφου, τα εγκαταλειμμένα κελιά των μοναχών.
Από εδώ το είχαν, από εκεί το είχαν οι μεθυσμένοι μπαρμπάδες, βρήκαν ή θυμήθηκαν τελικά την ύπαρξη μιας πολύ μικρή ξύλινης πόρτας στο πίσω μέρος εκείνου του κτίσματος, έξω από την οποία στάθηκαν να σκέφτονται πώς θα μπορούσαν να την ανοίξουν.
Έφαγαν τον τόπο αυτοί εκεί και χρησιμοποίησαν ένα σωρό τεχνάσματα προκειμένου να την ανοίξουν, αλλά δεν μπορούσαν να το κάνουν κι επειδή εγώ νόμισα κατ’ αρχήν ότι βρίσκομαι πίσω και κάτω από το ιερό της εκκλησίας, απορούσα για το ενδεχόμενο να γλεντάει κανείς κάτω από αυτό, γι’ αυτό και τους έλεγα.
– Μα είναι δυνατόν να βρίσκονται άνθρωποι εδώ και να γλεντούν αυτοί μάλιστα κάτω από το ιερό της εκκλησίας;
Αν και πολλές φορές τους έκανα την ίδια παρατήρηση, ούτε μια φορά δεν μου απάντησαν, είτε γιατί ήξεραν αυτοί ότι η εκκλησία βρισκόταν αρκετά πιο μακριά από εκείνη την κλειστή πόρτα, είτε γιατί έψαχναν αφοσιωμένοι στα σκοτεινά και μέσα στα χόρτα, πού να βρουν κάτι μεταλλικό και πολύ λεπτό, ώστε με την βοήθειά του να την ανοίξουν.
Κι ενώ αυτοί ήταν απασχολημένοι με το ψάξιμο κι εγώ περιμένοντάς τους ακουμπούσα με το χέρι μου σ’ εκείνη την μικρή πορτούλα, άνοιξε αυτή ξαφνικά από μόνη της και εμφανίστηκε μπροστά μου μια γυναίκα.
Τρόμαξα όταν την είδα να βγαίνει από κει κάτω, αλλά περισσότερο από μένα τρόμαξε εκείνη, γι’ αυτό κι έβαλε φοβισμένη τις φωνές.
Σαν άκουσαν τις φωνές της οι μπαρμπάδες, έτρεξαν γρήγορα κοντά μας κι αφού την αναγνώρισαν της έλεγαν με αγωνία.
– Πού ίστι μαρή;
Και πριν αυτή τους δώσει κάποια απάντηση, την άρπαξαν από το χέρι και την έσυραν προς τα πίσω, βάζοντάς την πάλι σε κείνο τον υπόγειο και σκοτεινό χώρο.
Τους ακολούθησα εγώ κρατώντας τον ένα από τον ώμο κι έτσι βαδίζοντας στα σκοτεινά, βρέθηκα μαζί τους μέσα σε ένα πολύ μικρό και πολύ σκοτεινό δωματιάκι.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που με έκανε να λέω εκείνη την στιγμή στον εαυτό μου τα υπόλοιπα, νομίζοντας πάντα ότι βρίσκομαι κάτω από το ιερό.
– Μα είναι δυνατόν να υπάρχει εδώ κάτω από το ιερό τέτοιος χώρος και μάλιστα να κάνουν και γλέντι όπως μας είπαν;
Ακολουθούσα όμως τους μπαρμπάδες, όπως και την γυναίκα που ήταν μπροστά τους, γι’ αυτό κι άφησα τις δικές μου σκέψεις κατά μέρος, προκειμένου να δω πού θα καταλήγαμε.
Ήταν πολύ σκοτεινά εκεί μέσα κι όπως είναι φυσικό, τίποτε δεν έβλεπα, αλλά και πρόσεξα την δεύτερη πόρτα που περάσαμε, όπως και το μικρό και στενό χολ που διασχίσαμε μετά από λίγο.
Βαδίζοντας στα σκοτεινά λοιπόν και ακολουθώντας την μικρή συνοδεία μου, βρεθήκαμε μετά από λίγο μπροστά σε μια τρίτη μικρή πόρτα, από το εσωτερικό της οποίας ακούγαμε τραγούδια και χαρές.
Όταν άνοιξε κι κείνη την πόρτα η γυναίκα, τότε είδαμε μπροστά μας ένα πολύ μεγάλο και φωτισμένο δωμάτιο, μέσα στο οποίο γινόταν χαμός από τα τραγούδια που έκανε μια παρέα, γύρω στα τριάντα άτομα.
Τα τραπέζια τους ήταν φορτωμένα από όλα εκείνα τα καλά που προϋποθέτουν ένα πολύ καλό γλέντι κι όντως το διασκέδαζαν αρκετά καλά οι άνθρωποι, γι’ αυτό και τα έχασα εγώ με την συμπεριφορά τους.
Κολλημένος δηλαδή στην λανθασμένη γνώμη μου, έλεγα μέσα μου. Όλα τα περίμενα, αλλά όχι και να γλεντώ κάτω από το ιερό μιας εκκλησίας.
Από ότι διαπίστωσα εκ των υστέρων βέβαια όντως έκανα λάθος, αφού είδα την εκκλησία να βρίσκεται όχι μόνον απομονωμένη, αλλά και αρκετά πιο πέρα μάλιστα από το υπόγειο του κτίσματος που γινόταν το γλέντι.
Ωστόσο, από την στιγμή που μπήκαμε εκεί μέσα, λεπτό δεν σταμάτησαν να ψάχνουν οι μπαρμπάδες ανάμεσα στους παραβρισκόμενους τον δικό τους φίλο, αλλά ούτε κι εκεί τον έβρισκαν.
Αφού ενσωματωθήκαμε στην παρέα τους όμως, βεβαίως και δεν ήταν δυνατόν πλέον να μας επιτρέψουν αυτοί να φύγουμε από εκεί χωρίς να πάρουμε κι εμείς μέρος και στα δικά τους δεδομένα, γι’ αυτό και στρωθήκαμε για τα καλά γύρω τους.
Όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό λοιπόν, αρχίσαμε να φορτώνουμε ξανά τα ήδη γεμάτα στομάχια μας, με όσα αυτοί μας έβαλαν μπροστά μας κι αφού μας ήταν αδύνατον να τους το αρνηθούμε, το δώσαμε και κατάλαβε.
Φάγαμε λοιπόν, ήπιαμε, τραγουδήσαμε και χορέψαμε μαζί τους μέσα σ’ εκείνον τον υπόγειο χώρο και μη μπορώντας να τα αποφύγουμε όλα αυτά, εμένα που με ήξεραν αυτοί από ένα άλλο παρόμοιο γλέντι, μου έδωσαν να τους κτυπώ ρυθμικά ένα μεγάλο ντέφι, αφού μόνον αυτό το όργανο είχαν μαζί τους.
Ξημέρωνε σε λίγο κι εμείς ακόμη τρώγαμε, πίναμε και χορεύαμε με το ντέφι στα δικά μου χέρια, το οποίο συνεχώς κτυπούσα ρυθμικά κατά τις δικές τους επιθυμίες .
Οι μπαρμπάδες όμως διατηρούσαν ακόμη τις εμμονές τους και σύμφωνα με αυτές, έπρεπε να βρουν οπωσδήποτε αυτόν που έψαχναν, γι’ αυτό και πάλι ανακοίνωσαν σε όλους μας το πρόβλημα τους.
– Ακούστι. Ακούστι. Ιμίς έχουμι μια πουλύ σουβαρή δλιά να κάνουμι απόψι, για δ’ αύτου κι πρέπ’ να φεύγουμι.
Άκουσαν οι παραβρισκόμενοι αυτά που τους ανακοινώθηκαν κι επειδή μάλλον ήξεραν και αυτοί σε ποια δουλειά αναφέρονταν οι μεθυσμένοι μπαρμπάδες, τους απάντησαν κατάλληλα.
– Που στα κουμάτια θα παέντι αρά; Αφίστι α χασμέρδις τουν άνθρουπουν να παέν’ ι στην δλειάτ’. Τι στα κουμάτια τουν ψάχνιτει όλ’ νύχτα;
Άκουγαν αυτοί, αλλά αποφασισμένοι καθώς ήταν, τραβώντας με από το χέρι με έβγαλαν έξω με τον ίδιο τρόπο που μπήκαμε κι όταν βρεθήκαμε στο αυτοκίνητο μου, μου ζητούσαν να τους πάω στο σπίτι αυτού που έψαχναν.
Τους το υποσχέθηκα εγώ, αλλά κι έβλεπα από το παράθυρο του αυτοκινήτου μου το λάθος που έκανα. Δεν ήταν ένα κτίσμα εκεί, αλλά δύο. Το ένα ήταν το κτίσμα της εκκλησίας και το άλλο που ήταν μακρύτερα, ήταν το κτίσμα κάτω από το υπόγειο του οποίου πριν από λίγο γλεντούσαμε.
Μιχάλης Αλταλίκης