Συνοδευόμενος λοιπόν από τους δύο συγγενείς μας, βγήκαμε όντως πολύ προβληματισμένοι από το γραφείο του γιατρού και κατευθυνθήκανε προς στην αυλή της νευρολογικής κλινικής στην συνέχεια, προκειμένου να ενημερώσουμε και τους υπόλοιπους συγγενείς μας, οι οποίοι με επίσης πολύ αγωνία περίμεναν να ακούσουν αυτά που θα μας έλεγε ο χειρούργος.
Αφού ενημερώθηκαν κι αυτοί, με χαιρέτησαν στην συνέχεια κι έφυγαν από το νοσοκομείο, αφήνοντάς μας μόνους εκεί εμένα και την μητέρα μου, η οποία για κανένα λόγο δεν ήθελε να με αφήσει να αντιμετωπίσω μόνος μου τις δυσκολίες, για τις οποίες κι αυτή φοβόταν, ότι θα ήταν πολλές εκ των υστέρων.
Να σε πάω στο σπίτι σου βρε μάνα της έλεγα, τί μπορείς να μου κάνεις εσύ στην ηλικία που είσαι; Θα μείνω εδώ μαζί σου έλεγε αυτή και ότι έχεις να αντιμετωπίσεις εσύ, θα το αντιμετωπίσουμε μαζί. Δεν φεύγω από εδώ επέμενε να λέει, όσο κι αν με διώχνεις.
Δεν μπορώ βρε μάνα να φύγω από το νοσοκομείο της έλεγα και να αφήσω την γυναίκα μου να βρίσκεται μόνη μέσα σ’ εκείνη την εντατική. Γι’ αυτό λοιπόν, σκέφτομαι να μείνω κι εγώ εδώ ένα εξάμηνο, μέχρι να έρθει η ημερομηνία που μου είπε ο γιατρός. Μα τί θα κάνεις εσύ έλεγε αυτή, μένοντας εδώ μόνος σου ένα ολόκληρο εξάμηνο;
Δεν ξέρω της απαντούσα, αλλά και τι έχω να κάνω εγώ μόνος στο σπίτι μας, αφού τα παιδιά μας τα έχει πότε η πεθερά μου και πότε η αδελφή μου; Άφησε με λοιπόν να μείνω εδώ μόνος, μέχρι να δω επιτέλους τι θα κάνω.
Αν όμως μείνεις και συ εδώ, εκτός των άλλων θα έχω και το βάρος της δικής σου ευθύνης να με παιδεύει, αφού θα ταλαιπωρούμε ξέροντας πόσα προβλήματα υγείας σ’ ακολουθούν. Τίποτε έλεγε αυτή. Δεν φεύγω από δω και δεν σ’ αφήνω μόνο.
Αφού δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά λοιπόν, πήρα την μητέρα μου και μαζί της πια, εγκαταστάθηκα έξω από την ΜΟΧΑ. Έπιασα δηλαδή μια σειρά από καρέκλες που είχε εκεί έξω από την πόρτα τους, για όσους σαν κι μένα είχαν λόγους να περιμένουν κάτι ευχάριστο από την εντατική και κάθισα σ’ αυτές, με φανερή την διάθεση να μείνω καθισμένος, ή και ξαπλωμένος πάνω σ’ αυτές, έστω και για ένα ολόκληρο εξάμηνο όπως το αποφάσισα.
Αφότου εγκατασταθήκαμε όμως εκεί, γνωριστήκαμε κατ’ ανάγκη πια και με μια άλλη οικογένεια, τα μέλη της οποίας περίμεναν κι αυτά όπως εμείς να δουν, πότε θα αντιδρούσε το κοριτσάκι τους, το οποίο πλάκωσε για κάποιο λόγο η βαριά και σιδερένια αυλόπορτα του σπιτιού τους, η οποία και του έκανε πολύ μεγάλη ζημιά στο σωματάκι του.
Αυτοί ιδικά, ζούσαν ήδη αρκετές μέρες εκεί και είχαν πιάσει την απέναντι από την δική μας σειρά καθισμάτων για τους ίδιους με τους δικούς μας λόγους κι έτσι, αρχίσαμε να μοιραζόμαστε, τόσο τους πόνους μας, όσο και τις ανάγκες μας όπως καταλαβαίνετε.
Όταν πήγαμε να μείνουμε εκεί όμως, ήταν ήδη επτά η ώρα το απόγευμα της πέμπτης που διανύαμε κι αφού οργανώθηκα όπως σας είπα παίρνοντας με την βοήθεια της γειτονικής μας οικογένειας, ότι ήταν απαραίτητο για την επιβίωση μας πάνω στις καρέκλες, σηκωνόμουν κι εγώ εναγωνίως από την καρέκλα μου όπως έκαναν κι αυτοί, προκειμένου να ρωτήσω τους γιατρούς που μπαινόβγαιναν μέσα από την ΜΟΧΑ, για την τύχη της γυναίκας μου.
Οπότε, βγήκε κάποια στιγμή ο προϊστάμενος τους κι αφού με πλησίασε, μου έλεγε κατ’ ιδίαν όσο ποιο ευγενικά μπορούσε. Καλά, δεν σου είπε ο κύριος Σακελαρίου, ότι δεν έχεις κανένα λόγο να περιμένεις εσύ εδώ, όπως κάνουν οι άλλοι; Μου είπε, του απαντούσα, αλλά τι να κάνω μόνος μου στο σπίτι; Έχω τρία παιδιά εκεί, τα οποία χρειάζονται όπως κι εγώ την μητέρα τους. Είναι δυνατόν να φύγω από δω χωρείς αυτήν;
Μα αγαπητέ μου, έλεγε αυτός στην προσπάθειά του να με μεταπείσει. Κατάλαβέ το επιτέλους. Δεν είναι δυνατόν να έχεις κάποιο αποτέλεσμα πριν από το εξάμηνο που σου ανάφερε. Θα μείνεις εδώ κι έξω από την εντατική να περιμένεις, όλο αυτό το διάστημα;
Πήγαινε λοιπόν στο σπίτι σου όπως σου είπε να κάνεις ο χειρούργος κι όταν πια με το καλό έρθει ο καιρός που σου υπέδειξε, τότε έλα εδώ να δούμε μαζί αν κουνάει κάτι από το σώμα της η γυναίκα σου. Όσο κι να μείνεις εδώ τώρα, δεν μπορείς να της προσφέρεις τίποτε και σ’ εμάς όπως καταλαβαίνεις γίνεσαι πρόβλημα, αφού συνεχώς βρίσκεσαι στα πόδια μας.
Δεν μπορώ να φύγω γιατρέ, του απαντούσα. Θα μείνω εδώ από έξω να περιμένω, έστω κι αν αυτό κρατήσει ένα εξάμηνο. Έχω τρία παιδιά στο σπίτι που περιμένουν την μαμά τους όπως σας είπα κι εγώ δεν μπορώ να τα μεγαλώσω μόνος μου. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε, που δεν μου επιτρέπει να φύγω από κοντά της. Οπότε, σίγουρα δεν θα φύγω.
Βλέποντας την αντίδραση μου ο γιατρός, υποχώρησε βέβαια, αλλά κι εκ των υστέρων, πολλές φορές μου έκαναν την ίδια παρατήρηση οι υπόλοιποι γιατροί, αν και για κανέναν λόγο δεν έλεγα να δεχθώ την προτροπή τους.
Κουράστηκαν να επιμένουν οι γιατροί είναι αλήθεια, οπότε, έλεγε ένας από αυτούς στον προϊστάμενό τους. Αφήστε τον ήσυχο και μην του δίνετε καμιά σημασία. Θα καθίσει εδώ δύο, ή τρείς μέρες κι αφού κουραστεί, θα φύγει. Είναι ποτέ δυνατόν, να μείνει εδώ από έξω έξη μήνες;
Μετά από την δική του παρέμβαση βέβαια, με άφησαν ήσυχο οι γιατροί, αλλά και νύχτωσε πια στην συνέχεια. Έστω κι αν νύχτωσε όμως, μέναμε εκεί μαζί με την μητέρα μου κι όπως ήμουν αποφασισμένος, θα έμενα έξω από την εντατική και πάνω σ’ εκείνες τις καρέκλες, έστω κι αν δεν ενοχλούσα πλέον τους γιατρούς με ερωτήσεις, σχετικές με την πορεία της γυναίκας μου.
Κατά τις δέκα εκείνο το βράδυ όμως, μας έκαναν επίσκεψη ένα ζευγάρι από τον πολύ κοντινό κύκλο των συγγενών μας, οι οποίοι γνώριζαν ότι ήμασταν εκεί, γι’ αυτό και μας έφεραν λίγο φαγητό, πράγμα που όπως ήταν λογικό, ξεχάσαμε ότι το χρειαζόμασταν.
Έμειναν μέχρι τις δώδεκα αυτοί μαζί μας κι όταν πια είδαν να έρχονται για συμπαράσταση δύο φίλοι μου εκείνη την ώρα, μας χαιρέτησαν και πήγαν στο σπίτι τους. Οι φίλοι μου είχαν πληροφορηθεί από τρίτους την επέμβαση που έγινε στην γυναίκα μου κι αφού ήξεραν ότι θα διανυκτέρευα εκεί, ήρθαν από ενδιαφέρον για μένα να ρωτήσουν αν χρειαζόμουν την βοήθεια τους, ή αν ήθελα να κάνουν αυτοί κάτι που δεν μπορούσα να κάνω εγώ.
Αφού βεβαίωσα κι αυτούς, ότι πράγματι και δεν είχα να τους ζητήσω τίποτε, κάθισαν μία ώρα και κάτι ακόμη μαζί μας και μετά αναχώρησαν όπως έπρεπε για τα σπίτια τους, αφήνοντάς μας πλέον εντελώς μόνους από συγγενείς και φίλους.
Όλη την υπόλοιπη νύχτα λοιπόν, την πέρασα παρέα με την μητέρα μου βέβαια αλλά και μόνος στην συνέχεια, βαδίζοντας στους μακρύς και σκοτεινούς διαδρόμους του νοσοκομείου κι όπως έπρεπε την έβγαλα προσευχόμενος. Κι εγώ δεν ξέρω να σας πω τώρα, πόσα κομποσκοίνια τράβηξα στην προσπάθειά μου να πίσω Τον αποδέκτη τους, ότι όντως χρειαζόμουν την γυναίκα μου.
Ωστόσο, αρκετά κουρασμένος πια τα ξημερώματα της Παρασκευής που ακολούθησε, βρέθηκα να ξαπλώνω κι εγώ όπως έκανε και μητέρα μου, πάνω σε τρις τις καρέκλες που έμειναν ελεύθερες έξω από την εντατική.
Αλλά κι αρκετά πιασμένος, από την ανώμαλη επιφάνεια των καθισμάτων, καμιά προσπάθεια δεν έκαναν να σηκωθώ από την θέση μου, όταν είδα και πάλι τους γιατρούς να βγαίνουν έξω, προκειμένου να ενημερώσουν τους υπόλοιπους εκ των συνοδών, για την κατάσταση των ασθενών τους. Κοίταξαν ωστόσο και προς το μέρος που εγώ ξάπλωνα, οπότε, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι τους για μένα, επέστρεψαν στο εσωτερικό της εντατικής εντελώς αμίλητοι.
Κατά τις εννιά το πρωί όμως, έκαναν το αντίθετο ακριβώς. Πετάχτηκαν δηλαδή όλοι οι γιατροί έξω από τον χώρο της εντατικής, στην πρόθεση τους να βρεθούν στον διάδρομο κι εκεί που όλοι οι άλλοι συνοδοί εκτός από μένα, περίμεναν να μάθουν νέα για την πορεία των ασθενών τους.
Έτσι όπως βγήκαν όμως αυτοί σπρώχνοντας τις πόρτες που εμπόδιζαν την έξοδό τους, προκάλεσαν πολύ μεγάλο θόρυβο, δεδομένου ότι χτύπησαν αυτές πολύ δυνατά πάνω στον τοίχο που τις συγκρατούσε. Ήταν δε εκείνη η έξοδος των γιατρών τόσο εντυπωσιακή, που μου έδωσαν την εντύπωση ότι μάλλον βγήκαν από τον τοίχο κι όχι από την πόρτα τους.
Τρόμαξα για την ακρίβεια από τον προκληθέντα θόρυβο, γι’ αυτό και πετάχτηκα όρθιος, θεωρώντας μάλλον ότι κάποια μεγάλη ζημιά έγινε μέσα στο χώρο της εντατικής, ο οποίος και τους ανάγκασε να κάνουν εκείνη την τόσο θορυβώδη έξοδο τους. Αδιαφορώντας δε αυτοί, για την έκπληξη που προκάλεσε στους συνοδούς των ασθενών, έψαχναν απεγνωσμένα να βρουν εμένα ανάμεσά τους.
Και μόλις με εντόπισαν, άρχισαν να με καλούν, ώστε να μπω μαζί τους στο εσωτερικό της εντατικής. Έλα γρήγορα έλεγαν. Έλα να δεις κι εσύ, ότι η γυναίκα σου κουνιέται και μάλιστα ολόκληρη. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, κερδίσαμε ένα ολόκληρο εξάμηνο σε μια μέρα. Τώρα πια δεν χρειάζεται να φύγεις, αλλά να μείνεις εδώ έλεγαν, για να δεις και τι κέρδισες με την επιμονή σου.
Η αλήθεια τώρα είναι, ότι μετά από όσα προηγήθηκαν, δεν ήταν εύκολο για εμένα να καταλάβω τι ακριβώς μου έλεγαν οι γιατροί, γι’ αυτό και τους κοιτούσα σαν χαμένος. Αυτοί όμως επέμεναν να με προστάζουν. Έλα, έλεγαν και με τραβούσαν από το χέρι να τους ακολουθήσω κι αφού μου έδωσαν να φορέσω τα σχετικά της εντατικής μετά από λίγο, τον σκούφο δηλαδή, την φόρμα και τα νάιλον προστατευτικά για τα παπούτσια, με έμπασαν τελικά στα ενδότερα.
Όταν μπήκα εκεί βέβαια, μου έδειξαν οι γιατροί και τον χώρο που είχαν ξαπλωμένη την γυναίκα μου, οπότε μου επέτρεψαν να δω και πως αυτή κουνιόταν ολόκληρη όπως μου είπαν. Έφτασα με πολύ προσοχή εκεί είναι αλήθεια, αλλά αντί για την γυναίκα μου, βρήκα να ξαπλώνει ένας φαλακρός παππούς στο κρεβάτι που με έστειλαν να δω.
Απογοητευμένος από το αποτέλεσμα, έκανα ένα γύρο στον υπόλοιπο χώρο κι όπως το σκέφτηκα εκείνη την στιγμή, επισκέφτηκα όλα τα κρεβάτια, αλλά και πάλι δεν βρήκα την γυναίκα μου σε κάποιο από αυτά. Επιστρέφοντας λοιπόν προς τους γιατρούς στην συνέχεια, με απορία τους ρωτούσα. Πουθενά δεν βρήκα την γυναίκα μου βρε παιδιά, που την έχετε βάλει; Εκεί που μου είπατε να πάω, τους έλεγα, ξαπλώνει ένας παππούς, αλλά όχι η γυναίκα μου.
Χαμογελαστοί όμως αυτοί, γελώντας απαντούσαν στο ερώτημα μου. Αυτός ο παππούς που λες ρε συ είναι η γυναίκα σου. Είναι ξυρισμένο και πρησμένο το κεφάλι της από την επέμβαση που της έκαναν, γι’ αυτό και δεν μπόρεσες να την αναγνωρίσεις με το πρώτο. Πήγαινε τώρα πίσω και θα δεις ότι εκεί που σε στείλαμε να πας, εκεί ξαπλώνει η γυναίκα σου. Πως όμως και δεν την αναγνώρισες ρε;
Μ’ αυτή την προτροπή λοιπόν, πάλι πήγα πίσω κι αφού βεβαιώθηκα ότι όντως εκείνος ο παππούς ήταν η γυναίκα μου, αφέθηκα στο να βλέπω ψάχνοντάς την στην συνέχεια, πως και με ποιο τρόπο άραγε κουνιόταν. Δυστυχώς για μένα όμως, δεν έβλεπα κανένα ίχνος κίνησης επάνω της, όσο κι αν το προσπάθησα. Παρατηρούσα αρκετά προσεκτικά, αλλά όντως και δεν έβλεπα να κάνει κάποια κίνηση η γυναίκα μου.
Κι ενώ περίμενα να εντοπίσω επιτέλους κάποια κίνησή της, έκανα χωρίς να το επιδιώκω εκεί, ένα σωρό σκέψεις γενικά για τους γιατρούς, για τους οποίους κι έλεγα στον εαυτό μου, ότι πολλοί εξ αυτών, βεβαίως και είναι σωστοί κι όπως πρέπει τιμούν τον όρκο τους, όπως ακριβώς έκανε κι ο νευροχειρούργος μας Κύριος Σακελαρίου δηλαδή.
Οι γιατροί της ΜΟΧΑ όμως, ήταν το κάτι άλλο. Δεν έφευγαν από την θέση τους παρά μόνον για φαγητό, αλλά κι αμέσως μετά επέστρεφαν πίσω για να μην αφήσουν ούτε λεπτό μόνους τους ανθρώπους που φρόντιζαν, τους ο ποίους όπως έβλεπα, είχαν γυμνούς και με ένα σεντονάκι μόνον σκεπασμένους πάνω στα κρεβάτια τους.
Το περιβάλλον του χώρου δε, καθόλου δεν θύμιζε εντατική όπως το παρατηρούσα, δεδομένου ότι ήταν υγρό και μάλλον θερμοκήπιο μου θύμιζε. Η θερμοκρασία του άλλωστε, αυτό βεβαίωνε, αφού δεν ξεπερνούσε τους δεκαεννιά βαθμούς.
Με έδιωχναν οι γιατροί το απόγευμα της Πέμπτης όπως σας είπα κι εγώ δεν έφευγα, αν και ήξερα ότι είχαν δίκαιο για όσα μου έλεγαν, όπως ήξερα ότι έκαναν με πολύ ζήλο την δουλειά τους, γι’ αυτό και τους θαύμαζα.
Ακούραστοι έτρεχαν μέσα έξω όλη την προηγούμενη μέρα και δεν είδα να λείπει κανείς από αυτούς, ούτε την ημέρα, αλά ούτε και την νύχτα που ακολούθησε. Θαυμάζοντας λοιπόν την διάθεσή τους να κάνουν τέλεια το λειτούργημα τους, αλλά και με ενδιαφέρον να φροντίζουν τους ασθενείς τους κι όχι για την τσέπη τους, έλεγα και πάλι μέσα μου την στιγμή που έβλεπα, ότι καθόλου δεν κουνιόταν η γυναίκα μου.
Από την μεγάλη επιθυμία που έχουν αυτοί οι γιατροί, να βλέπουν τους ασθενείς τους να επανέρχονται στην ζωή, νόμισαν ότι κουνιέται η γυναίκα μου και μάλιστα ολόκληρη όπως μου είπαν, γι’ αυτό και με έφεραν μέχρις εδώ.
Αυτή όμως, καθόλου δεν κουνιέται, οπότε, μάλλον με έστειλαν να δω αυτό που η δική τους επιθυμία έβλεπε. Τέτοιες σκέψεις δηλαδή έκανα με το μυαλό μου εκείνη την στιγμή, γι’ αυτό κι άφησα μετά από λίγο την γυναίκα μου ήσυχη και στον κόσμο που βρισκόταν κι όπως έπρεπε, βγήκα έξω από τον χώρο στεναχωρημένος, για όσα η επιθυμία των γιατρών μου προέτρεψε να ελπίζω.
Όταν πλησίασα όμως στην πόρτα της εξόδου τους, με σταμάτησε ο προϊστάμενός τους, ο οποίος με ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο με ρωτούσε. Την είδες ρε; Είδες επιτέλους ότι κουνιέται όπως σου είπαμε ολόκληρη;
Θαυμάζω γιατρέ το ενδιαφέρον που δείχνετε προς τους ασθενείς σας του έλεγα, αλλά δυστυχώς για μένα, δεν είδα τίποτε που να κουνιέται στο σώμα της γυναίκας μου. Το μόνο που παρατήρησα να υπάρχει πάνω της, ήταν ένα λεπτό και ανεπαίσθητο θα έλεγα τρέμουλο κι αυτό πάλι το εντόπισα μετά από πολύ κόπο, πράγμα βέβαια που δεν μπορώ να πω ότι ήταν κούνημα όπως εσείς μου είπατε.
Αυτό ρε συ ήταν. Αυτό το τρέμουλο σου είπαμε να δεις. Εσύ τι νόμιζες, ότι θα έβλεπες την γυναίκα σου να παίζει μπάλα; Έλα μαζί μου τώρα να δεις ξανά αυτό το τρέμουλο που είπες, γιατί αυτό ήταν που περιμέναμε να εκδηλωθεί μετά από έξη μήνες όπως σου είπαμε κι αφού έγινε από τώρα, χαιρόμαστε όχι μόνον για την επαναφορά της γυναίκας σου, αλλά και για τον χρόνο που κερδίσαμε.
Από εδώ και μετά όμως, δεν θέλω πλέον να φύγεις, αλλά να μείνεις μαζί μας. Έλα μαζί μου τώρα κι αμέσως μετά πήγαινε να δεις και τον Κύριο Σακελαρίου, ο οποίος σε περιμένει στα γραφεία της εντατικής. Αυτά δηλαδή που είναι μπροστά και στην κύρια είσοδο και η ταμπέλα της γράφει ΜΟΧΑ.
Ακολουθώντας τον λοιπόν, πάλι πήγα κοντά στην γυναίκα μου και πάλι είδα μαζί με τον γιατρό εκείνο το τρέμουλο που υποτίμησα από άγνοια ως ασήμαντο κι όντως χάρηκα κι εγώ όπως έκαναν και οι γιατροί άλλωστε εκεί, για όσα πίστηκα επιτέλους ότι κέρδισα με την επιμονή μου όπως μου το είπαν.
Στην συνέχεια, βεβαίως και πήγα να συναντήσω τον νευροχειρούργο, ο οποίος φώναζε από χαρά μόλις είδε να τον πλησιάζω. Είδες που σου έλεγα εγώ, ότι θα το κουβεντιάσουν; Τα βρήκαν από ότι φαίνεται η γυναίκα σου κι ο Θεός. Όπως διαπίστωσες κι εσύ όμως τώρα, κερδίσαμε ένα ολόκληρο εξάμηνο, πριν ακόμη συμπληρώσουμε ένα εικοσιτετράωρο.
Καταλαβαίνεις ρε συ τι σημαίνει αυτό; Αφού η γυναίκα σου από τώρα κουνιέται ολόκληρη, αυτό και μόνο μας αναγκάζει να ελπίζουμε, ότι σε λίγο καιρό θα την δούμε και να σηκώνετε όρθια. Να χαίρεσαι λοιπόν για όλα αυτά που συμβαίνουν και να μην με κοιτάς με απορία, γιατί έχεις να δεις πολλά ακόμη.
Πάω τώρα να δω τι κάνουν και οι υπόλοιποι ασθενείς μου κι από εκεί που θα βρίσκομαι, θα έχω συνεχή επαφή με την ΜΟΧΑ, ώστε να μαθαίνω τα νέα της γυναίκας σου, λεπτό προς λεπτό. Εσύ πάντως, για κανένα λόγο να μη φύγεις από δω, γιατί θα χρειαστούμε την παρουσία σου.
Μετά από όσα μου είπε χαρούμενος κι ο κύριος Σακελαρίου, με χαιρέτησε κι αμέσως έφυγε για το κτίριο της νευρολογικής κλινικής. Όπως αντιλαμβάνεστε κι εσείς, μου συνέβησαν πολλά εκείνο το εικοσιτετράωρο κι όλα αυτά ήταν τόσο υπερβολικά μάλιστα, που όντως δυσκολευόμουν ακόμη κι εγώ να πιστέψω ότι ήταν αληθινά.
Ήθελα βέβαια να επιστρέψει η γυναίκα μου στην ζωή κι ενδόμυχα πολύ χαιρόμουν για όσα μου έλεγαν οι γιατροί αναφερόμενοι στην επαναφορά της. Παρ’ όλα αυτά όμως, τα ζούσα μηχανικά όλα αυτά και μόνον επειδή το έλεγαν οι γιατροί. Όχι δηλαδή γιατί εγώ τα καταλάβαινα.
Ωστόσο, εξήγησα και στην μητέρα μου κάποια στιγμή αυτά που είδα και κουβέντιασα με τούς γιατρούς κι από την χαρά της αυτή έκλαιγε, αλλά και για κανένα λόγο δεν δεχόταν να φύγει από εκεί όπως της το πρότεινα, γιατί όπως επέμενε να λέει μετά δακρύων, ήθελε κι αυτή να δει την επαναφορά της γυναίκας μου.
Την οποία βέβαια, ελπίζαμε εμείς ως αποτέλεσμα, αλλά και καθόλου δεν βάζαμε με το μυαλό μας, πως θα μπορούσε να γίνει αυτή στην πράξει. Με ποιο τρόπο δηλαδή. Σε ποιο βαθμό, σε πόσο χρόνο και με πιες πιθανές επιπτώσεις για την γυναίκα μου, όπως και με ποιο τίμημα ενδεχομένως για όλους μας, αφού κι εμείς θα γινόμασταν, όχι μόνον μέρος, αλλά και μέτοχοι αυτής της επαναφοράς.
Κι αφού αγνοούσαμε αυτά που θα μπορούσαν ενδεχομένως να μας περιμένουν μετά, ή κατά την διάρκεια της επαναφορά της, δεν έμενε σ’ εμάς να κάνουμε τίποτε άλλο εκείνη την ώρα, παρά να περιοριστούμε απλώς και μόνον, στην χαρά που μας προέκυπτε από το ευχάριστο γεγονός κι έτσι καθόλου δεν μας απασχολούσαν άγνωστα και ανεπιθύμητα ερωτήματα.
Καθίσαμε χαρούμενοι δηλαδή έξω και δίπλα από την πόρτα της εντατικής για το υπόλοιπο εκείνης της ημέρας κι όπως έπρεπε, περιμέναμε να βγουν και πάλι οι γιατροί προς ενημέρωση των συνοδών, ελπίζοντας να μάθουμε κάτι νεότερο από το τρέμουλο που επιβεβαιώθηκε, ως η απαρχή της επαναφοράς της στην ζωή.
Μιχάλης Αλταλίκης