Σαν άκουσα τον χειρούργο να βάζει συνεχώς τον Θεό μπροστά από κάθε του ενέργεια, ηρέμησα θα έλεγα, αφού και βεβαιώθηκα πλέον, ότι αυτός τουλάχιστον ήξερε και τι έλεγε και τι έκανε. Συνεχίζοντας όμως αυτός να μου μιλάει, μου ανάφερε και τι θα έκανε αμέσως μετά.
Θα μπω τώρα στο χειρουργείο έλεγε, προκειμένου να δω ποιο επιτέλους είναι και το αποτέλεσμα της ένεσης που βάλαμε την γυναίκα σου κι αμέσως μετά, θα έρθω να σου πω, πως και τι θα κάνουμε στην συνέχεια.
Κινούμενος όμως προς την πόρτα του χειρουργείου, στάθηκε για λίγο μπροστά στον αμίλητο συνάδελφο του κύριο Μπαλτά, στον οποίο κι έλεγε αρκετά θυμωμένος. Κατάλαβες κύριε Μπαλτά; Αυτοί γίνονται καθηγητές αναλαμβάνοντας ασφαλείς επεμβάσεις και σε μας δίνουν να εγχειρίζουμε τους πεθαμένους, για να ήμαστε βοηθοί τους.
Μη δίνεις συνέχεια του απήντησε εκείνος. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πολύ δύσκολη περίπτωση σήμερα. Ηρέμισε κι εσύ τώρα, ώστε να κάνουμε σωστά την δουλειά μας, μη τυχόν κάνουμε κι εμείς κανένα λάθος όντες θυμωμένοι και τί θα πούμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο που περιμένει από εμάς να διορθώσουμε, όσα στραβά του έκαναν οι άλλοι γιατροί. Δες όμως τώρα τι γίνεται μέσα στο χειρουργείο και έλα να μας πεις τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Όλα τα υπόλοιπα, ξέχασέ τα.
Αρκετά θυμωμένος όμως εκείνος, δεν έλεγε να ξεκολλήσει μπροστά από τον συνάδελφο του. Και πολύ σκεπτικός στην συνέχεια, μπήκε αμίλητος στο χειρουργείο, ενώ έκλεινε με δύναμη την πόρτα πίσω του.
Ο βοηθός του πάλι, ο κύριος Μπαλτάς δηλαδή, έμεινε μεν στην θέση του όπως και πριν αμίλητος, αλλά ήταν κι αυτός αρκετά προβληματισμένος κι όπως έπρεπε, περίμενε υπομονετικά θα έλεγα την επιστροφή του κυρίου Σακελαρίου, ο ποίος επέστρεψε κοντά μας, μετά από δέκα λεπτά περίπου.
Επιστρέφοντας όμως αυτός, φαινόταν πολύ ποιο σκεπτικός από ότι όταν μπήκε στο χειρουργείο, ενώ κουνούσε επιδοκιμαστικά τα χέρια του καθώς έβγαινε. Κοιτούσε τον βοηθό του όταν έκανε εκείνες τις χειρονομίες, οι οποίες όμως, πολύ καθαρά δήλωναν, ότι τα πράγματα ήταν πολύ ποιο δύσκολα από ότι αυτός τα υπολόγιζε.
Όταν κοίταξε κι εμένα μετά, έλεγε με κάποιο παράπονο πια στην φωνή του. Αδελφέ μου? Έχεις πιάσει τον πρώτο λαχνό. Το ανεύρυσμα που ψάχναμε, το βρήκαμε βέβαια, αλλά εκεί που είναι, δεν έχω την δυνατότητα να το πιάσω, γιατί βρίσκετε στην βάση του εγκεφάλου της γυναίκας σου κι εκεί ακριβώς που ενώνεται αυτός με την καρωτίδα της.
Μπορώ να μπω στον εγκέφαλο της γυναίκας σου, μόνον αν της ανοίξω το κεφάλι από το πάνω μέρος, είτε από δεξιά είτε από αριστερά όπως σου είπα πριν, αλλά δεν μπορώ να μπω σ’ αυτόν από τον λαιμό της.
Αν επιχειρήσω όμως την είσοδό μου από εκεί που σου είπα, θα πρέπει να βάλω τα χέρια μου στο εσωτερικό του εγκεφάλου της, προκειμένου να φτάσω στο ανεύρυσμα. Αν κάνω κάτι τέτοιο όμως, τότε θα της κάνω εγώ πολύ μεγαλύτερη ζημιά, από αυτήν που ήδη έχει τώρα.
Αυτό το ενδεχόμενο και μόνο δηλαδή, δεν μας επιτρέπει να κάνουμε καμιά επέμβαση στην γυναίκα σου. Επειδή όμως είναι ήδη πεθαμένη αυτή, δεν έχουμε να χάσουμε και τίποτε. Με την βοήθεια του Θεού λοιπόν, εγώ λέω να επιχειρήσω την επέμβαση, ανοίγοντας το κεφάλι της από την δεξιά πλευρά του, αν βέβαια συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου. Τι λες; Δέχεσαι να την κάνω;
Τι μπορούσα λοιπόν να πω εγώ σ’ εκείνο τον γιατρό, που ρισκάριζε με την βοήθεια του Θεού βέβαια να βοηθήσει την γυναίκα μου να ζήσει; Αν εσύ γιατρέ του έλεγα, βάζεις με την θέλησή σου την συμμετοχή του Θεού πριν από όσα σκάφτεσαι να επιχειρήσεις, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο, εκτός από το να συμφωνήσω μαζί σου.
Όπως είπες και πριν από λίγο αλώστε, η γυναίκα μου είναι πεθαμένη. Αν εσύ λοιπόν δεν διστάζεις να βάλεις το ψυχικό σου σθένος ως ενέχυρο, προκειμένου να την βοηθήσεις όσο κι όπου μπορέσεις, είναι δυνατόν να σε εμποδίσω εγώ να το κάνεις;
Αφού λοιπόν επικαλείσαι την βοήθεια του Θεού, κάνε ότι έχεις κατά νου σου κι εγώ θα είμαι εδώ να περιμένω τα αποτελέσματα της προσπάθειας σου. Ωραία έλεγε αυτός, ικανοποιημένος από την απάντησή μου. Αφού μου το επιτρέπεις, θα μπω στο χειρουργείο και θα κάνω την επέμβαση που σου είπα.
Θα ανοίξω δηλαδή το κεφάλι της από την δεξιά της πλευρά και στο ύψος του αυτιού της. Κι ενώ έλεγε αυτά, μου έδειχνε με το δάχτυλο του, στο δικό του κεφάλι το σημείο που θα έκανε την επέμβαση.
Κι όπως σου είπα συνέχισε να λέει, πρώτα απ’ όλα, θα κλείσω το αγγείο που αιμορραγεί με κλιψάκια όπως σου είπα, τα οποία όμως θα είναι αντιμαγνητικά, για να μην έχει προβλήματα στο μέλλον από τυχόν μαγνητικές έλξεις που πιθανόν θα συναντήσει στην ζωή της, αν κι εφόσον ζήσει βέβαια όπως είπαμε.
Μετά από αυτό, θα καθαρίσω τον εγκέφαλο της από τα αίματα, ούτως ώστε, αν την καλέσει ο Θεός να σηκωθεί, να μπορεί αυτή να Τον ακούσει. Μπαίνω λοιπόν να κάνω την επέμβαση, αλλά να ξέρεις, ότι θα την κάνω με οποιοδήποτε τίμημα γι’ αυτήν όπως και για σένα κι αυτός είναι ο λόγος που ζήτησα πριν από λίγο την συγκατάθεση σου. Μι τυχόν και μου πεις μετά δηλαδή, ότι δεν σε ενημέρωσα επαρκώς.
Επαναλαμβάνω όμως, ότι δεν έχουμε να χάσουμε και τίποτε, αφού η γυναίκα σου είναι ήδη πεθαμένη. Αντιθέτως, μ’ αυτήν την επέμβαση θα δώσουμε στον Θεό την δυνατότητα, ώστε να την σηκώσει αν το θελήσει.
Αυτά μου είπε ο γιατρός και πάλι περίμενε να ακούσει την απάντηση μου.
Εφόσον οι προθέσεις σου είναι καλές γιατρέ του έλεγα, κάνε ότι ξέρεις κι ότι θέλεις για την γυναίκα μου. Όσον αφορά πάλι το αποτέλεσμα της δική σου προσπάθειας, μη φοβάσαι και θα το αφήσω κι εγώ όπως εσύ στην διάθεση του Θεού.
Θα μείνω όμως εδώ και μαζί σου, για να δω κι εγώ μαζί μ’ εσένα, ποια θα είναι η διάθεση του Θεού και προπαντός, πως θα Θελήσει να μας την παρουσιάσει. Έτσι αυθόρμητα λοιπόν εκφράστηκα κι εγώ εκείνη την στιγμή, γιατί είχα ενθουσιασθεί από την άδολη διάθεση του χειρούργου να βοηθήσει ως γιατρός την γυναίκα μου, αψηφώντας την δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει.
Μπράβο απάντησε και πάλι ο χειρούργος κι αμέσως πρόσθεσε κάτι άλλο ήρεμα. Αν με βοηθήσει ο Θεός και καταφέρω να φτάσω στο ανεύρυσμα χωρείς να βλάψω εγώ την γυναίκα σου, θα κάνω μια επέμβαση που θα κρατήσει περίπου πέντε ώρες.
Αν πάλι και δεν τα καταφέρω, τότε θα μας μείνει τουλάχιστον η ικανοποίηση ότι προσπαθήσαμε όπως είχαμε υποχρέωση να βοηθήσουμε την γυναίκα σου να ζήσει, έστω και με οποιοδήποτε τίμημα γι’ αυτήν όπως είπαμε, εφόσον βέβαια κι ο Θεός θα το θέλει. Εσύ όμως θέλω να είσαι εδώ την ώρα που θα τελειώσω, για να σου πω τα αποτελέσματα, όποια κι αν είναι αυτά. Εντάξει;
Εντάξει λοιπόν του είπα κι εγώ κι αφού χαιρετηθήκαμε, μπήκε αυτός ξανά στο χειρουργείο, συνοδευόμενος εκείνη τη φορά από τον επίσης νευροχειρούργο συνάδελφο του κύριο Μπαλτά, ενώ εγώ απομακρυνόμουν πια από το χώρο.
Ικανοποιημένος από την ιατρική αλλά κι ανθρώπινη συμπεριφορά του χειρούργου, βγήκα στην συνέχεια από τον προθάλαμο του χειρουργείου και πήγα να συναντήσω στην αυλή του νοσοκομείου, όσους από τους φίλους και συγγενείς μας ήταν εκεί και αγωνιούσαν μαζί μ’ εμένα, για το αποτέλεσμα της επέμβασης που θα γινόταν στην γυναίκα μου.
Την οποία βέβαια, ανέλαβε να κάνει εκείνος ο φιλότιμος, αν και βοηθός καθηγητού χειρούργος, χωρείς να ζητήσει τίποτε κι από κανέναν, παρά μόνον την βοήθεια του Θεού, για την οποία όπως έλεγε, αλλά και το εννοούσε, είχε πολύ μεγάλη ανάγκη εκείνη την ώρα.
Αφού συνάντησα όμως τους συγγενείς που με περίμεναν, τους ανέφερα καθώς έπρεπε και τα σχετικά με την κουβέντα που είχα με τον χειρούργο. Μετά από αυτούς, πήγα στο τηλεφωνικό θάλαμο κι άρχισα πάλι να κάνω τηλεφωνήματα εκεί, σε όσους δεν ήταν μαζί μας εκείνη την στιγμή, αλλά ήξερα ότι ήθελαν να μάθουν τι έγινε με την γυναίκα μου.
Ένας από αυτούς μάλιστα, ήταν κι ο πνευματικός μου που έπρεπε να καλέσω, προκειμένου να του αναφέρω τα σχετικά με την γυναίκα μου και μέσω αυτού, να ενημερώσω όπως έπρεπε και τον γέροντά τους, δεδομένου ότι δεν βρήκα χρόνο από το πρωί, ώστε να τους αναφέρω όχι μόνον τα πρόσφατα, αλλά και τα πρωινά γεγονότα μέσα στην αναμπουμπούλα που ζούσα.
Όταν λοιπόν άκουσα την φωνή του να μου απαντά από την άλλη άκρη της γραμμής, του έλεγα με παράπονο τον λογισμό μου. Γέροντα? Τίποτε δεν έγινε με το καλό που μου ζήτησες να σου πω. Η γυναίκα μου στις πέντε το πρωί πέθανε κι από κείνη την στιγμή και μέχρι τώρα, έψαχνα απελπισμένα να βρω χειρούργο να την εγχειρίσει, μήπως κι ανατρέψουμε τα πράγματα.
Μετά από τόσες ώρες αναζήτησης όμως, βρέθηκε επιτέλους χειρούργος να την αναλάβει, ο οποίος και την ανέλαβε πριν από λίγο με την βοήθεια του Θεού όπως μου είπε, προκειμένου να της κάνει την προβλεπόμενη επέμβαση στον εγκέφαλό της.
Αυτήν την στιγμή βρίσκονται στο χειρουργείο αυτοί, ενώ εγώ είμαι εδώ στο Παπανικολάου και περιμένω να μάθω τι θα γίνει μετά από λίγο, ή μετά από πέντε ώρες όπως μου είπε ο χειρούργος, αν βέβαια θελήσει κι ο Θεός να τον βοηθήσει.
Άργησε να μου απαντήσει αυτός, αλλά κι όταν το έκανε, με ωθούσε ώστε να δω το θέμα καθαρά πνευματικά θα έλεγα. Τι να πούμε κι εμείς βρε παιδί μου έλεγε, όσο ποιο ήπια μπορούσε. Ούτως ή άλλως, τίποτε δεν γίνετε εκτός από το θέλημα του Θεού.
Γι αυτό λοιπόν κι εσύ, όπως κι εμείς, δεν έχεις παρά να δεχθείς το θέλημα Του, όποιο κι αν είναι, όπως κι αν σου παρουσιασθεί και προπαντός, όσο κι αν σου στοιχίσει σαν αποτέλεσμα και να ξέρεις ότι δεν είναι καθόλου καλό για μας τους ανθρώπους, το να θέλουμε να ανατρέψουμε το θέλημα Του.
Αυτά είπαμε με τον πνευματικό μου εκείνη την στιγμή κι αφού μέσω αυτού ενημερώθηκαν και οι υπόλοιποι μοναχοί της μονής τους, αφέθηκα κι εγώ ελεύθερος από το άγχος του τι θα γίνει, αναθέτοντας σ’ αυτούς πλέον να κάνουν, όσα κουρασμένος πια εγώ δεν μπορούσα να κάνω ως προσευχόμενος.
Απαλλαγμένος πια κι από το άγχος που με βασάνιζε, πλησίασα σε μια παρέα συγγενών μου, τους οποίους είδα να κάθονται γύρο από ένα τραπέζι στο κυλικείου της νευρολογικής κλινικής κι όπως ήμουν κουρασμένος, έμεινα αμίλητος κοντά τους, αναμένοντας με αγωνία όπως κι αυτοί τα αποτελέσματα.
Δεν ξέρω τι και πώς έγινε εκεί όμως, γιατί μετά από πέντε λεπτά με πήρε ο ύπνος. Κοιμήθηκα δηλαδή και κοιμήθηκα με το κεφάλι μου να ακουμπά πάνω στο τραπέζι. Κουρασμένος καθώς ήμουν μάλλον από την ένταση που ζούσα εκείνο το πρωινό, έμεινα στην ίδια θέση, κοντά δύο ώρες. Και θα έμενα περισσότερο εκεί, αν δεν ερχόταν η μητέρα μου να με ξυπνήσει, η οποία και με μάλωσε μάλιστα, για την απάθεια που έβλεπε να δείχνω εγώ, μπροστά στην αγονία που είχαν όλοι οι υπόλοιποι, περιμένοντας το αποτέλεσμα της επέμβασης.
Δίκαιο βέβαια είχε η μητέρα μου, αλλά και η δική μου κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλή, οπότε της απαντούσα ανάλογα. Άσε με ρε μάνα να κοιμηθώ της έλεγα, μήπως και ηρεμίσω, αφού η αγωνία που ζω σήμερα κι από τις πέντε το πρωί μάλιστα με σακάτεψε κι αυτήν την στιγμή είμαι σαν μουδιασμένος. Τίποτε δηλαδή δεν αισθάνομαι.
Με άφησε ήσυχο βέβαια αυτή, αλλά όχι και για πολύ, αφού με σκούνταγε πάλι μετά από μισή ώρα. Σήκω πάνω γρήγορα έλεγε. Ο γιατρός βγήκε έξω από το χειρουργείο και την γυναίκα σου την έχουν ξαπλωμένη πάνω σε ένα φορείο και δεν ξέρουμε πού την πηγαίνουν.
Μετά από αυτό που άκουσα, αλαφιασμένος έτρεχα να φτάσω τον γιατρό, όπως και την γυναίκα μου βέβαια, την οποία όντως είδα να είναι πάνω σε ένα φορείο, ενώ άκουγα πίσω μου τους συγγενείς μας να κλαίνε.
Βλέποντας δηλαδή τον χειρούργο να βγαίνει από το χειρουργείο μετά από δυόμιση ώρες αντί για πέντε όπως ήταν στο πρόγραμμα του, έβαλαν τα κλάματα, θεωρώντας πολύ λογικά, ότι μάλλον δεν κατάφερε ο χειρούργος να κάνει όσα ήλπιζε.
Τον πρόλαβα όμως εγώ τρέχοντας πίσω του και τραβώντας τον από το μανίκι, τον ρωτούσα να μου πει, τι έγινε με την επέμβαση. Μόλις με είδε αυτός, άστραψαν τα μάτια του από χαρά και με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, μου έλεγε ενθουσιασμένος.
Τέλος καλό, όλα καλά. Δεν μπορώ όμως να σου πω φίλε μου, τί θαυμαστά πράγματα έγιναν μέσα στο χειρουργείο κατά την διάρκεια της επέμβασης. Η αλήθεια τώρα είναι, ότι συνεχώς κι όντως θαυμαστά πράγματα γίνονται μέσα στο χειρουργείο κι αυτά πάλι είναι τέτοια, που πράγματι και δεν λέγονται.
Άλλοι δηλαδή εγχειρίζουν εκεί μέσα κι όχι εμείς. Από εγωισμό όμως εμείς οι χειρούργοι δεν το λέμε, για να καρπωθούμε τα εύσημα όπως καταλαβαίνεις, αλλά και την αμοιβή φυσικά που ακολουθεί την επιτυχία μας, την οποία πολύ εγωιστικά επωμιζόμαστε όπως σου είπα.
Σ’ εσένα όμως, ένα πράγμα μόνον έχω να πω από αυτά που έγιναν εκεί μέσα, προκειμένου να θυμάσαι την συμμετοχή του Θεού στην επέμβαση της γυναίκας σου. Στο πιάτο δηλαδή μου έφερε ο Θεός το ανεύρυσμα, για το οποίο φοβόμουν όπως σου είπα, ότι δεν θα μπορούσα να πιάσω χωρείς την βοήθεια Του.
Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε που δεν χρειάστηκε να κάνω πέντε ώρες επέμβασης όπως σου είπα, αλά μόνον δύο. Πάμε όμως προς το γραφείο μου και καθ’ οδόν θα σου διηγούμαι αυτά που αντιμετώπισα στο χειρουργείο.
Όταν λοιπόν άνοιξα το κεφάλι της γυναίκας σου κι έψαχνα να βρω τρόπο ώστε να προσεγγίσω την περιοχή του ανευρύσματος, χωρίς να προκαλέσω εγώ κάποια ζημιά στον εγκέφαλό της, είδα το μυαλό της γυναίκας σου να βγαίνει μόνο του από την θέση που βρισκόταν προς τα πάνω και να βγαίνει μάλιστα το εσωτερικό του προς τα έξω, έτσι ακριβώς δηλαδή κι όπως κάνουμε εμείς, όταν βάζουμε το χέρι μας μέσα σε μια κάλτσα και τραβάμε το μέσα μέρος της να βγει προς τα έξω.
Αφού λοιπόν μου έφερε ο Θεός μ’ αυτόν τον τρόπο το ανεύρυσμα και στο πιάτο όπως σου είπα, τότε έπιασα κι εγώ τις άκρες του με τα κλιψάκια κι αφού τον καθάρισα στην συνέχεια από τα αίματα, τον είδα να ξαναμπαίνει από μόνος του στην πρότερή του θέση. Κατάλαβες αδελφέ μου τί έγινε;
Τα έχασα είναι αλήθεια από όσα άκουγα να μου λέει ο χειρούργος, γι’ αυτό και μετά βίας του είπα ότι κατάλαβα. Επειδή όμως με απασχολούσε πολύ και τι έγινε με την γυναίκα μου, έκοψα την αφήγηση του ενώ τον ρωτούσα. Πες μου όμως γιατρέ, που πήγαν την γυναίκα μου και τι θ’ απογίνει αυτή;
Έλα μαζί μου έλεγε αυτός πάλι και τίποτε μη φοβάσαι. Όλα αυτά θα τα κουβεντιάσουμε στο γραφείο μου. Βαδίζοντας πίσω του λοιπόν μπήκαμε στο γραφείο των ιατρών κι όπως μου υπέδειξε, κάθισα στη καρέκλα που βρισκόταν απέναντί του.
Εκείνη την στιγμή όμως, μπήκαν στο γραφείο του και δύο από τους πολύ κοντινούς μας συγγενείς, οι οποίοι με ακολούθησαν στην προσπάθειά τους να μάθουν κι αυτοί τι έγινε και που πήγαν την γυναίκα μου.
Καθίστε κι εσείς τους είπε ο χειρούργος μόλις άκουσε ότι είναι συγγενείς μου και απευθυνόμενος σ’ εμένα έλεγε πάλι. Όπως σου είπα και πριν από την επέμβαση, κάναμε μια εγχείριση σε μια πεθαμένη γυναίκα, πρώτον για να καθαρίσουμε το κεφάλι της από τα αίματα και δεύτερον για να πιάσουμε τις άκρες του αγγείου της, ώστε να πάψει αυτό να αιμορραγεί.
Αν μου την έφερνες ζωντανή, τώρα θα σου έλεγα ότι σε μια εβδομάδα, ή σε ένα μήνα από τώρα, η γυναίκα σου θα βρεθεί στην πρότερή της κατάσταση. Το μόνο που έχω να σου πω όμως αυτήν την στιγμή, είναι ότι αφού μου την έφερες πεθαμένη, πεθαμένη και θα σου την παραδώσω.
Μα γιατρέ τον έκοψα εγώ, όλα αυτά που κάναμε, τα κάναμε στον αέρα και για το τίποτα; Όχι βέβαια, απαντούσε αυτός και πρόσθεσε. Εμείς ως γιατροί, κάναμε το καθήκον μας απέναντι στον Θεό και στην γυναίκα σου, αφού με την επέμβαση που της κάναμε, αποκαταστήσαμε την ζημιά που υπέστη ο εγκέφαλός της.
Δεν είμαι όμως εγώ ο Θεός, ώστε να την καλέσω και να σηκωθεί εδώ και
τώρα. Και προπαντός, δεν υπήρχε μέσα στον εγκέφαλό της διακόπτης, ώστε γυρίζοντάς τον εγώ να πάρει αυτός μπροστά και να αρχίσει να λειτουργεί ξανά η γυναίκα σου.
Επειδή λοιπόν και τα δύο αυτά ανήκουν στην δικαιοδοσία του Θεού, πήγαμε την γυναίκα σου πάλι στην ΜΟΧΑ και την αφήσαμε να μένει εκεί έως ότου θελήσει ο Θεός να της μιλήσει.
Μέχρι να γίνει όμως αυτό, θα μένει εκεί και βυσματωμένη μάλιστα με τα δικά τους μηχανήματα, τα οποία έχουν δυνατότητα να την κρατήσουν για αρκετό χρονικό διάστημα σε κατάσταση ετοιμότητας.
Θα παραμείνει δηλαδή εκεί μέσα, έξη μήνες για την ακρίβεια, γιατί αυτός είναι κι ο χρόνος που εμείς ως γιατροί γνωρίζουμε ότι ανταποκρίνεται ο εγκέφαλος κάποιου, που έχει υποστεί παρόμοια βλάβη με τον εγκέφαλο της γυναίκα σου.
Επειδή λοιπόν, νωρίτερα από το εξάμηνο που σου αναφέρω δεν θα έχουμε κανένα αποτέλεσμα, εσύ να πας τώρα στο σπίτι σου και να περιμένεις εκεί, μέχρι που να έρθει η λήξη της ημερομηνίας που σου γράφω εδώ και σ’ αυτό εδώ το χαρτί.
Όταν έρθει όμως η μέρα που σου γράφω, θα έρθεις εδώ να με βρεις και θα πάμε μαζί στην ΜΟΧΑ. Αν τότε δούμε ότι η γυναίκα σου κουνάει έστω κι ένα δαχτυλάκι, αυτό θα μας δώσει την δυνατότητα να ελπίζουμε, ότι θα κουνήσει πιθανόν και το χέρι της ή και το πόδι της αργότερα.
Από εκεί και μετά δηλαδή θα έχουμε κάθε λόγο να ελπίζουμε κι εμείς, ότι θα δούμε σιγά, σιγά και το να κουνηθεί ολόκληρη στο μέλλον. Αν όμως δούμε, ότι δεν κουνιέται τίποτε στο σώμα της στο τέλος του εξαμήνου, τότε θα τραβήξουμε τα καλώδια από τα μηχανήματα που την κρατούν σε ετοιμότητα, θα κάνουμε τον σταυρό μας και θα πούμε στον εαυτό μας και στην γυναίκα σου, ότι εμείς σαν άνθρωποι και γιατροί, κάναμε το καθήκον μας απέναντί της.
Στην περίπτωση δηλαδή που δεν δούμε κανένα σημάδι ζωής επάνω στο σώμα της, τότε θα την πάρουμε από την ΜΟΧΑ κι συ ως καλός σύζυγος, θα φροντίσεις τα προβλεπόμενα για νεκρό άνθρωπο.
Πάρε όμως τώρα το χαρτί που σου δίνω, με αναγραφόμενη την ημερομηνία που πρέπει να έρθεις να με βρεις και κάνε όπως σου είπα. Τελειώνοντας τον λόγο του ο χειρούργος, σηκώθηκε από την καρέκλα του, θέλοντας να μου δείξει πολύ απλά, ότι δεν είχε να μου πει πλέον τίποτε περισσότερο από όσα άφωνος εγώ τον άκουγα να μου δίνει εξηγήσεις.
Ότι κι αν έκανε αυτός όμως, εγώ δεν αποφάσιζα να φύγω από το γραφείο του. Έμενα εκεί δηλαδή και τον κοιτούσα όντως απελπισμένος, αναλογιζόμενος την δυσκολία που έβλεπα να με περιμένει, αφού όπως μου είπε, είχα να αντιμετωπίσω στην συνέχεια και την αναμονή ενός εξαμήνου ακόμη, ως το συντομότερο χρονικό διάστημα που έπρεπε να περιμένω, προκειμένου να δω, ή όχι, την επαναφορά της γυναίκας μου στην ζωή.
Σαν είδε αυτός την απελπισία μου ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, έλεγε με πολύ σιγουριά και κάτι ακόμη, το οποίο καθόλου μάλιστα δεν περίμενα να ακούσω από έναν γιατρό.
Μη στεναχωριέσαι για την κατάσταση που βρίσκεται τώρα η γυναίκα σου και μην σε αποθαρρύνει ο μακρύς χρόνος του εξαμήνου που πρέπει να περιμένεις, μέχρι να δεις το αποτέλεσμα της επιθυμίας του Θεού.
Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα όμως, να ξέρεις ότι θα κουβεντιάζουν ο Θεός και η γυναίκα σου. Αν τα βρουν οι δυό τους, τότε να είσαι σίγουρος ότι θα ζήσει αυτή. Αν όμως δεν τα βρουν, τότε δεν θα ζήσει κι όταν έρθουμε εδώ, δεν θα δούμε να κουνιέται τίποτε στο σώμα της.
Να έχεις θάρρος όμως εσύ και να ελπίζεις μου ευχήθηκε κι αφού μου έσφιξε με συμπάθια το χέρι, μας χαιρέτισε όλους, οπότε φύγαμε πια από κοντά του, έστω και πολύ προβληματισμένοι, αφού ένα εξάμηνο δεν ήταν και τόσο κοντινός χρόνος.
Μιχάλης Αλταλίκης