Ο Νέος Διευθυντής Του Υποκαταστήματος Της Ολλανδίας

  Μέσα σ’ αυτό το ανώμαλο κλήμα των ανακατατάξεων μας ευρισκόμενοι, εμείς και η εταιρεία της επαγγελματικής μας απασχόλησης, ζήτησε να επισκεφτεί τα γραφεία μας εκείνο το διάστημα κι ένας από τους νεοδιορισμένους γενικούς διευθυντές μας, ο οποίος ανέλαβε να διευθύνει το υποκατάστημα της Ολλανδίας όπως μας το ανακοίνωνε.

Μας δήλωνε δηλαδή αυτός κι εγγράφως μάλιστα ως νέος διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος, ότι πολύ θα ήθελε να μας επισκεφτεί αν του το επιτρέπαμε, προκειμένου να εξετάσει κι αυτός μαζί με εμάς, τον λόγο που παρουσιάζαμε τόσο μεγάλη κι ανησυχητική πτώση εργασιών, σε σχέση με τις δραστηριότητες που έβλεπε ότι είχαμε τις προηγούμενες χρονιές, σύμφωνα βέβαια με τις στατιστικές που βρήκε να υπάρχουν στο γραφείο του.

Μας έκανε εντύπωση η επιθυμία του κι αφού από όσα μας έγραφε, μας βοήθησε να συμπεράνουμε ότι αυτός τουλάχιστο, μάλλον θα μπορούσε να είναι γνώστης του αντικειμένου μας, συσκεφτήκαμε για την απάντησή μας, στην οποία κι ομολογήσαμε βάση στοιχείων αλλά και πείρας, ότι βεβαίως και είχαμε πολλές και καλές δουλειές μέσω της Ολλανδίας, αλλά για τους λόγους που χάσαμε τις άλλες, για τους ίδιους λόγους χάσαμε κι αυτές.

Επειδή λοιπόν μας έδωσε αυτός την εντύπωση του ανθρώπου, που ξέρει τουλάχιστον να εκτιμά καταστάσεις κι εφόσον ήθελε να έχει μια προσωπική γνώμη επί του εν λόγω θέματος, κρίναμε ειλικρινή την επιθυμία του, οπότε, δεχθήκαμε και το αίτημά του.

Κι αφού μας προσδιόρισε μετά από λίγες μέρες την ημερομηνία της επίσκεψη του, περιμέναμε να μας ορίσει όπως έπρεπε και την ώρα της άφιξης του, προκειμένου να τον παραλάβω εγώ προσωπικά από το αεροδρόμιο, αφού εκτός από την ευθύνη των πωλήσεων, είχα και την ευθύνη των δημοσίων σχέσεων της εταιρείας.

Μου έκανε εντύπωση το γεγονός, αλλά όταν του ζήτησα να μου δώσει γραπτή και την ώρα της άφιξής του, αρνήθηκε την βοήθειά μου. Δεν θέλησε δηλαδή να το παραλάβω από το αεροδρόμιο όπως έκαναν οι άλλοι επισκέπτες μας, ενώ μου ζητούσε να συναντηθούμε το απόγευμα στο ξενοδοχείο που από μόνος του έκλεισε δωμάτιο, γιατί θα ερχόταν νωρίς το απόγευμα όπως έγραφε και δεν ήθελε να χαλάσει την ησυχία μου.

Σεβόμενος λοιπόν την επιθυμία του, πράγματι πήγα το συγκεκριμένο απόγευμα να τον συναντήσω στο ξενοδοχείο του και μέχρι να γίνει αυτό, σκεφτόμουν καθ’ οδόν, πως θα μπορούσα να κάνω εύκολη για εμένα την συνάντησή μας, δεδομένου ότι μου ήταν εντελώς άγνωστος ο επισκέπτης μας.

Δεν γνωριζόμασταν δηλαδή με κείνο τον νέο συνάδελφο κι ανάμεσα σε τόσους επισκέπτες σε κείνο το μεγάλο ξενοδοχείο, θα ήταν πολύ δύσκολο να τον εντοπίσω, αν δεν τον καλούσα να έρθει αυτός στην ρεσεψιόν. Όταν πήγα τελικά εκεί και τους ζήτησα να τον καλέσουν να κατέβει από το δωμάτιό του, ενημερωμένοι αυτοί, μου έλεγαν ότι βρισκόταν ήδη στο σαλόνι τους κι ότι με περίμενε εκεί.

Το να κάθεσαι εσύ σε έναν χώρο και να περιμένεις κάποιον που να σε ψάχνει, είναι εύκολο να τον εντοπίσεις από όπου και αν είναι αυτός. Αν όμως είσαι εσύ αυτός που ψάχνει να βρει κάποιον που κάθετε ανάμεσα σε άλλους εκατό, οι ποιο πολλοί εκ των οποίων να είναι Ευρωπαίοι όπως κι αυτός που έψαχνα, αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο.

Μπήκα ως τόσο μέσα στο σαλόνι και έψαχνα έναν, έναν, όλους όσους ήταν εκεί καθισμένοι, προσπαθώντας να τον εντοπίσω αλλά μου ήταν αδύνατον να τον βρω.

Αφού πήγα πέρα δώθε δυο φορές μέσα στο σαλόνι κοιτώντας προσεχτικά τους πάντες, τον εντόπισα τελικά να διαβάζει τα χαρτιά του σκυμμένος πάνω στο τραπέζι κι επειδή ήταν με την πλάτη προς στην πόρτα, δεν τον έβλεπα και τόσο καλά.

Καθόταν δε στο ίδιο σαλονάκι παρέα με άλλους επισκέπτες κι αυτό ιδικά, πολύ με προβλημάτισε, για τον λόγο ότι σκεφτόμουν πως θα του έλεγα στα Αγγλικά αυτά που ήθελα, αφού θα με άκουγαν και οι άλλοι, πράγμα που με κομπλεξάριζε πολλές φορές, δεδομένου ότι τα Αγγλικά μου δεν ήταν καθόλου καλά.

Μαζί με αυτό όμως, ανησυχούσα επίσης πολύ εκείνη την στιγμή και για το πως θα μπορούσα να συνεννοηθώ μ’ εκείνον τον άγνωστο σε μένα άνθρωπο και συνάδελφό μου. Μέσα σ’ την ένταση των σκέψεων λοιπόν ευρισκόμενος, διαπίστωσα κάποια στιγμή, δεν ξέρω να σας πω πως έγινε αυτό, ότι μπορούσα πλέων να καταλάβω ότι κι αν μου έλεγε εκείνος ο άνθρωπος και μάλιστα σε όποια γλώσσα κι αν μου τα έλεγε.

Ενισχυμένος πλέον με αυτό το αβαντάζ, με πολύ θάρρος πλησίασα τον άγνωστο συνάδελφό μου, αλλά κι εντελώς αδιαφορώντας, για το αν άκουγαν ή όχι οι παρευρισκόμενοι αυτά που εκείνη την στιγμή έβγαιναν αυθόρμητα από μέσα μου, μεγαλόφωνα του τα έλεγα στα Ελληνικά.

– Ξέρω ότι εσύ είσαι ο συνάδελφος που ψάχνω, όπως ξέρω κι ότι μπορώ να καταλάβω ότι και αν μου πεις, σε όποια γλώσσα και αν μου τα πεις, έστω και αν δεν ξέρω ποιας εθνικότητας άνθρωπος είσαι.

Σήκωσε το κεφάλι του να με δει αυτός, αφού ήταν ακόμη απορροφημένος στα χαρτιά του, αλλά κι απαντούσε στο ερώτημά μου χρησιμοποιώντας την μητρική του γλώσσα, μέσω της οποίας κι έλεγε όταν πια σηκώθηκε από εκεί που καθόταν, επαναλαμβάνοντας αυτά που εγώ του είπα.

– Ολλανδός είμαι, αλλά και τώρα που σε βλέπω, μπορώ να σου πω το ίδιο. Κι εγώ δηλαδή μπορώ να καταλάβω ότι μου πεις, σε όποια γλώσσα κι αν μου τα πεις, μόνον που εγώ έκανα έξι χρόνια στην Αθήνα διευθυντής σε μια μικρή ανταγωνίστρια μας εταιρεία και καταλαβαίνω τα Ελληνικά.

Μου άρεσε βέβαια η ζωή της Αθήνας, αλλά επειδή ήθελα να επιστρέψω πλέον στην πατρίδα μου, δέχτηκα την θέση που μου πρότειναν στην νέα εταιρεία και πολύ χαίρομαι ομολογώ για το ότι είμαστε συνάδελφοι, όπως και για το ότι θα έχω μαζί σου αυτήν την περίεργη αμεσότητα.

Τα έχασαν οι παρευρισκόμενοι, ακούγοντας τον έναν να μιλά Ελληνικά και τον άλλον να απαντά στα Ολλανδικά και για να μην τους μπερδέψουμε περισσότερο, τον πήρα μαζί μου στην συνέχεια και φύγαμε από το ξενοδοχείο.

Μετά από λίγο και σύμφωνα με το πρόγραμμά μου, βρεθήκαμε σ’ εκείνη την ταβέρνα που πήγαινα όλα τα υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρείας μας, προκειμένου να φιλοξενήσω όπως έπρεπε και τον νέο μας συνάδελφό.

Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως, είπαμε πολλά οι δυό μας γύρο από την δουλειά μας, όπως και για τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κάθε λογίς πελάτες, αφού από αυτούς ζούμε κι έτσι συζητώντας μπήκαμε στην ταβέρνα όπου συνεχίσαμε να τα λέμε κι όταν ακόμη μας έβαζαν να καθίσουμε στο τραπέζι που τους ζήτησα.

Μέχρι και να μας σερβίρουν λοιπόν το ίδιο κάναμε. Εξετάζαμε δηλαδή όλους εκείνους τους λόγους που ανάγκαζαν εμάς να χάνουμε τις δουλειές μας κι επειδή αυτός ήταν γνώστης του αντικειμένου μας, δικαιολόγησε την στάση των πελατών μας, έστω κι αν δεν του ήταν ευχάριστο, αφού κι αυτός ήθελε να παρουσιάσει αυξημένες τις δουλειές του στους νέους εργοδότες του, αλλά και τι μπορούσε να κάνει όταν κι αυτός όπως εμείς σκόνταφτε στις οδηγίες των ανωτέρων μας;

Αυτά λοιπόν λέγαμε και είπαμε όντως πολλά εκεί έως ότου τελειώσουμε το γεύμα μας κι όλα αυτά τα λέγαμε εναλλάξ. Όταν δηλαδή έλεγε ο ένας κάτι στα Αγγλικά ο άλλος απαντούσε στα Ολλανδικά και όταν κάποιος έλεγε κάτι στα Ελληνικά ο άλλος τον απαντούσε στα Αγγλικά.

Αυτοί που καθόταν όμως στα διπλανά τραπέζια από το δικό μας κι άκουγαν την κουβέντα που είχαμε, με το δίκαιό τους απορούσαν όπως τους βλέπαμε, μη μπορώντας να καταλάβουν την μεταξύ μας συνεννόηση, αφού πολύ καθαρά άκουγαν να χρησιμοποιούμε διαφορετικές μεταξύ μας γλώσσες, πράγμα βέβαια που έκανε τον Ολλανδό συνάδελφό μου να γελά με τις αντιδράσεις τους.

Όταν κατέχουν εξ’ ίσου καλά όμως οι άνθρωποι, το αντικείμενο για το οποίο κουβεντιάζουν, σε όπια γλώσσα κι αν διατυπωθούν οι ερωτήσεις που έχουν να κάνουν μεταξύ τους, μπορούν να γίνουν ευκόλως κατανοητές.

Μπορούν δε να συνενωθούν απόλυτα αυτοί κι όταν ακόμη δεν ειπωθούν καθόλου ερωτήσεις μεταξύ τους, αρκεί βέβαια να μην είναι κοντά τους, εκείνος ο δολοπλόκος και καταστροφικός εγωισμός.

Αφού φάγαμε όμως μαζί και είπαμε πολλά με τον συνάδελφό μου κι αφού κάναμε και τα αστειάκια μας όση ώρα τρώγαμε, φύγαμε απογοητευμένοι από την ταβέρνα, καταλήγοντας να δεχθούμε, ότι τίποτε σωστό δεν θα μας προέκυπτε ως εργαζόμενους για τα συμφέροντα της ίδιας εταιρείας.

Και σωστά καταλήξαμε σ’ αυτό το συμπέρασμα, για τον απλούστατο λόγο, ότι άλλοι ήταν αυτοί που αποφάσιζαν τις ενέργειες μας, οι οποίες βέβαια εκ των πραγμάτων ήταν λανθασμένες, οπότε και το αποτέλεσμα που θα μας προέκυπτε λανθασμένο θα ήταν.

Με αυτό το συμπέρασμα λοιπόν έφυγε απογοητευμένος κι αυτός για την Ολλανδία και δεν πήγε καθόλου στην Αθήνα όπως ήταν στο πρόγραμμα του, γιατί όσα διαπίστωσε στην Θεσσαλονίκη εξετάζοντας διεξοδικά το θέμα που τον αφορούσε, δεν του έμειναν εκκρεμή ερωτήματα.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *