Πήρα λοιπόν τον φάκελο με τις εξετάσεις της γυναίκας μου από τα χέρια της γιατρού κι όπως μου είπε αυτή να κάνω, μετά από ένα τέταρτο της ώρας βρισκόμουν έξω από την νευρολογική κλινική του Παπανικολάου, όπου κι έπρεπε να βρω το γραφείο του καθηγητού της.
Μπήκα στον διάδρομο του ορόφου χρησιμοποιώντας το ασανσέρ στην συνέχεια και με πολύ υπομονή εκεί, διάβαζα προσεκτικά τα ονόματα των γιατρών που έβλεπα να υπάρχουν γραμμένα σε ταμπελίτσες έξω από κάθε πόρτα, στην προσπάθειά μου να βρω αυτήν του καθηγητού όπως έπρεπε.
Ήταν αργά το απόγευμα όμως όταν έφτασα εκεί, γι’ αυτό και δεν έβλεπα ασθενείς, ή γιατρούς να περπατούν στους διαδρόμους, προκειμένου να ζητήσω από αυτούς βοήθεια, για το που θα εύρισκα το γραφείο του.
Και δεν έψαχνα στα κουτουρού εκεί, αφού είχα γραμμένο το όνομά του στο χαρτί που μου έδωσε, αλλά και με συνέστησε να επισκεφτώ η γιατρός του Αγίου Παύλου, προκειμένου να του αναφέρω το περιστατικό της γυναίκας μου, αλλά και να του ζητήσω να την χειρουργήσει αφού αυτό χρειαζόταν να κάνει.
Αφού εφημέρευε λοιπόν αυτός εκείνη την ημέρα όπως μου είπε η γιατρός, λογικά πια κι εγώ έψαχνα να τον βρω εκείνη την ώρα, σε κάποιο από τα γραφεία των γιατρών. Εντοπίζοντας λοιπόν το όνομα του να φιγουράρει φαρδύ πλατύ έξω από μια πόρτα, στάθηκα για λίγο να το διαβάσω προσεκτικά πριν ανοίξω την πόρτα του, μη τυχόν και κάνω κάποιο λάθος.
Διαβάζοντας όμως το όνομά του, διάβασα αναγκαστικά και τα άλλα δύο ονόματα που έβλεπα να αναγράφονται σε μια άλλη ταμπελίτσα, η οποία βρισκόταν λίγο ποιο κάτω από αυτήν του καθηγητού, όπου και δηλωνόταν ότι εκείνοι οι δύο γιατροί ήταν οι βοηθοί του.
Πρώτη μου φορά επισκεπτόμουν την συγκεκριμένη κλινική κι όπως σας είπα, μου ήταν άγνωστος κι ο κύριος καθηγητής της. Τίποτε δηλαδή δεν ήξερα για το ποιόν του. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που χτύπησα πολύ διακριτικά την πόρτα του πριν την ανοίξω.
Είχα την ανάγκη του όπως καταλαβαίνετε, αλλά και τον χρειαζόμουν ήρεμο και διαθέσιμο, οπότε ήθελα να είμαι πολύ προσεκτικός μαζί του. Ναι, αλλά ούτε απάντηση πήρα, ούτε κι ο κύριος καθηγητής βρισκόταν στην θέση του όταν άνοιξα τελικά την πόρτα του.
Ανησύχησα για την απουσία του, αλλά και μετακινήθηκα λίγο παραπέρα, μήπως κι έβρισκα κάποιον άλλον από τους γιατρούς στο γραφείο του, προκειμένου να μάθω από αυτόν τουλάχιστον, που θα μπορούσα να τον βρω.
Ευτυχώς για μένα είναι αλήθεια, η διπλανή από την δική του πόρτα ήταν μισάνοικτη κι ο χώρος του συγκεκριμένου γραφείου φωτιζόταν. Από ότι διάβαζα στην ταμπελίτσα της πόρτας όμως, το γραφείου που φωτιζόταν άνηκε στον διευθυντή της κλινικής κι όπως έβλεπα στο εσωτερικό του, κάποιος από τους γιατρούς τους καθόταν στην καρέκλα του και λόγω της ηλικίας του, υπέθετα ότι μάλλον ο διευθυντής τους ήταν.
Όλως αγωνία λοιπόν, μπήκα αμέσως στο ανοιχτό γραφείο κι από τον γιατρό που καθόταν στην καρέκλα του και κάτι διάβαζε μέσα από ένα φύλο χαρτί, του ζητούσα πολύ ευγενικά να μου πει, που θα μπορούσα να βρω τον κύριο καθηγητή που έψαχνα, αναφέροντας βέβαια και το όνομά του.
Εγώ είμαι απάντησε αυτός κι όπως ήταν λογικό, ανακουφίστηκα από την απάντησή του, αφού βρήκα επιτέλους αυτόν που έπρεπε να συναντήσω. Κι αφού τον βρήκα, του εξιστόρησα στα γρήγορα, όλα όσα συνέβησαν στην γυναίκα μου. Του έδωσα μάλιστα να μελετήσει και τις εξετάσεις της μέσα από τον φάκελο που κρατούσα κι αμέσως μετά, του ανάφερα κι αυτά που με συμβούλεψε η γιατρός του Αγίου Παύλου να του πω.
Ότι η γυναίκα μου δηλαδή βρισκόταν στο νοσοκομείο τους κι ότι χρειαζόταν άμεσης νευροχειρουργικής επέμβασης. Ότι από το πρωί εκείνης της ημέρας βρισκόταν κλινήρης, ότι της είχαν ορό στο χέρι κι ότι έπαιρνε μέσω αυτού την σχετική αγωγή. Αυτό ιδικά, μου είχε πει η γιατρός να του το τονίσω, ώστε να το λάβει υπόψη του ο κύριος καθηγητής, πράγμα που κι έκανα βέβαια.
Όση ώρα του έκανα εγώ την αναφορά μου όμως, αυτός με άκουγε προσεκτικά είναι αλήθεια, αλλά κι όπως έπρεπε, άνοιξε τον φάκελο που του έδωσα και μελέτησε επίσης προσεκτικά τα εσώκλειστα αποτελέσματα.
Αφού κοίταζε και ξανακοίταζε στην συνέχεια και για αρκετή ώρα μάλιστα αμίλητος τις εξετάσεις του αξονικού, τις έβαλε στο τέλος και στον φωτεινό πίνακα που βρισκόταν στον τοίχο προκειμένου να τις δει καλύτερα όπως κατάλαβα.
Όταν τελείωσε όμως από την μελέτη του, δίπλωσε τον φάκελο που του έδωσα και πολύ ήρεμα μετά, έλεγε απευθυνόμενος και σε μένα επιτέλους, που με έφαγε η αγωνία περιμένοντας την απάντησή του. Δηλαδή; Από όσα μου είπες κι από ότι σε βλέπω να αγωνιάς εδώ μπροστά μου, η γυναίκα σου πρέπει είναι ζωντανή αυτήν την στιγμή.
Τρόμαξα είναι αλήθεια από την ψυχρή του λογική, αλλά και του έλεγα με αγωνία τα υπόλοιπα στην συνέχεια, αλλά και πολύ πειραγμένος από την άστοχη κατά την άποψη μου τοποθέτηση του. Και βέβαια είναι ζωντανή. Αν ήταν πεθαμένη η γυναίκα μου, εδώ θα ερχόμουν; Θα πήγαινα αλλού.
Καλά, καλά. Έλεγε αυτός. Και μην εξάπτεσαι τόσο εύκολα. Ξέρεις τι ακριβώς έχει πάθει η γυναίκα σου; Όχι. Του είπα. Το μόνο που ξέρω μέχρι στιγμής, είναι αυτό που διάβασα κι εγώ να αναγράφετε στην γνωμάτευση του εξεταστικού κέντρου, στην οποία αναφέρεται κάποια ρήξη ανευρύσματος, για το οποίο βέβαια τίποτε δεν ξέρω, αφού πρώτη μου φορά ακούω αυτήν την λέξη.
Άκουσε να σου πω. Απαντούσε ο κύριος καθηγητής. Το ανεύρυσμα είναι ένα εκ γενετής ανώμαλο αγγείο, το οποίο μπορεί να βρίσκετε οπουδήποτε σε κάποιο σώμα. Αυτά τα αγγεία λοιπόν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, σπάζουν εκεί κοντά στα σαράντα χρόνια της ζωής τους όπως και στην περίπτωση της γυναίκας σου δηλαδή, για την οποία όπως και το διάβασα, βρίσκεται στα σαράντα ένα της.
Το κακό όμως στην δική της περίπτωση είναι, ότι αυτό το αγγείο βρίσκετε στον εγκέφαλο της κι αφού έσπασε εκεί μέσα, πολύ λογικά γέμισε το κεφάλι της με αίματα. Μια σταγόνα και μόνο αν πέσει μέσα στον εγκέφαλο κάποιου, είναι αρκετή ώστε να τον πεθάνει. Για κάποιο λόγο όμως, όπως κι εσύ μου το βεβαίωσες πριν από λίγο, η δική σου γυναίκα ζει.
Άκουσε λοιπόν τώρα τι πρέπει να κάνουμε. Θα αφήσομε την γυναίκα σου εκεί που είναι, γιατί αν για κάποιο λόγο την μετακινήσουμε, κινδυνεύει να πεθάνει στον δρόμο, πριν ακόμη φτάσει εδώ προκειμένου να την χειρουργήσουμε. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, δεν μπορούμε να την μετακινήσουμε τώρα. Αφού την κρατούν όμως με ορό εκεί κι όπως σου είπαν της δίνουν και την σχετική αγωγή, τα φάρμακα που παίρνει θα κάνουν την δουλειά τους και θα της αφαιρέσουν τα αίματα που πλημμύρισαν τον εγκέφαλο της.
Μέχρι να φύγουν όμως αυτά, θα χρειαστεί να μείνει στο νοσοκομείο που τώρα νοσηλεύετε και να μείνει μάλιστα ακίνητη εκεί για δεκαπέντε μέρες, αφού τόσες μέρες χρειάζονται έως ότου αφαιρεθούν εντελώς κι όλα τα αίματα από το εγκέφαλό της.
Μέχρι να περάσουν βέβαια αυτές οι δεκαπέντε μέρες, θα επικοινωνώ εγώ με τους γιατρούς του νοσοκομείου και θα με πληροφορούμε αυτοί για την κατάσταση της γυναίκας σου. Κι όταν με το καλό περάσουν αυτές μέρες, τότε θα την φέρουμε εδώ και θα την εγχειρίσω εγώ προσωπικά.
Θα της κλείσω δηλαδή το αγγείο που αιμορραγεί κι όλα θα πάνε καλά. Για κανένα λόγο όμως δεν θέλω να σκέφτεσαι, ότι πρέπει να με πληρώσεις για όσα θα κάνω στην γυναίκα σου. Κι από τώρα σου το λέω κι αυτό, ότι απεχθάνομαι τα φακελάκια. Πρόσεχε όμως τις κινήσεις της γυναίκας σου, γιατί και μια απότομη κίνηση να κάνει αυτή εκεί που ξαπλώνει, θα την βάλει σε πολύ μεγάλο κίνδυνο. Θα πεθάνει δηλαδή.
Τελείωσε τις διευκρινήσεις του ο κύριος καθηγητής κι εγώ πάγωσα μεν από το ενδεχόμενο να πεθάνει η γυναίκα μου από μια κίνησή της, αλλά και πολύ ευχαριστημένος έμεινα από την ενημέρωση που μου έκανε, όπως κι από την διάθεση που έδειχνε να έχει προκειμένου να συμπαρασταθεί κι αφιλοκερδώς μάλιστα στο πρόβλημα της γυναίκας μου, οπότε, εκ των προτέρων τον ευχαρίστησα όπως καταλαβαίνετε.
Τίποτε, τίποτε. Έλεγε εκείνος. Πήγαινε πίσω τώρα και περίμενε εκεί στο νοσοκομείο όπως σου είπα, μέχρι που να περάσουν αυτές οι δεκαπέντε μέρες και μόλις περάσουν αυτές, θα τους ζητήσω εγώ από δω να μου την στείλουν κι όπως σου το υποσχέθηκα, θα την εγχειρίσω εγώ προσωπικά.
Αφού με γέμισε με πολλές υποσχέσεις ο κύριος καθηγητής, όπως κι από πολλές ελπίδες βέβαια για ασφαλή αποτελέσματα, σηκώθηκα να φύγω από το γραφείο του, προκειμένου να επιστρέψω στην γυναίκα μου.
Καθώς έφευγα όμως, για πολλοστή φορά τον ευχαριστούσα, εκτιμώντας την καλή του πρόθεση να μας συμπαρασταθεί. Τίποτε, τίποτε. Έλεγε και πάλι αυτός. Γιατροί ήμαστε και την δουλειά μας κάνουμε. Εσύ όμως ησύχασε και τίποτε κακό μην σκέφτεσαι.
Έφευγα λοιπόν από κοντά του κι όταν πλησίαζα προς την πόρτα του γραφείου που καθόταν, τον άκουσα να μου απευθύνει ένα υστερόγραφο ερώτημα θα έλεγα, το οποίο βέβαια πολύ ανθρώπινο μου φάνηκε τότε.
– Πώς τα πας με τον Θεό;
Νομίζω καλά, του απάντησα, αλά και προβληματίστηκα με το ερώτημα του, γι’ αυτό και του ζήτησα να μου εξηγήσει τον λόγο της αναφοράς που μου έκανε στο συγκεκριμένο θέμα, οπότε, πάλι μου έλεγε.
Το αγγείο που έσπασε και γέμισε τον εγκέφαλο της γυναίκας σου με αίματα, για κάποιο λόγο σταμάτησε τώρα να αιμορραγεί. Αν όμως ανοίξει για κάποιον λόγο κι αρχίσει να αιμορραγεί ξανά, τότε και μια σταγόνα να πέσει στον εγκέφαλο της, αυτή θα είναι αρκετή ώστε να την σκοτώσει οριστικά.
Αφού όμως τα έχεις καλά με τον Θεό όπως μου είπες, να προσεύχεσαι στο εξής, ώστε να μην ανοίξει ξανά το σπασμένο αγγείο της. Κατάλαβες τώρα γιατί σου έκανα αυτό το ερώτημα; Κατάλαβα του είπα και χαιρετώντας τον, έφυγα από το γραφείο του γεμάτος φόβους για όσα κινδύνευε η γυναίκα μου και δεν το υπολόγιζα ούτε εγώ και προπαντός, ούτε κι αυτή.
Όσα μου είπε όμως κατ’ ιδίαν ο κύριος καθηγητής, όλα τα πίστεψα κι όπως έπρεπε να κάνω, βεβαίως κι όλα τα μετέφερα στους γιατρούς του νοσοκομείο που < νοσηλευόταν > η γυναίκα μου με τόσους κινδύνους.
Και πώς να μην τα πίστευα άλλωστε, αφού καθηγητής ήταν αυτός που μου εξηγούσε τι ακριβώς έπρεπε να κάνουμε όλοι μαζί, τόσο εγώ ως συνοδός ασθενούς, όσο κι αυτός ως χειρούργος τόσο λεπτών επεμβάσεων, αλλά και οι θεράποντες γιατροί, αυτοί δηλαδή που την κρατούσαν κλινήρη στο δικό τους νοσοκομείο.
Και την υπόσχεση του να την χειρουργήσει ο ίδιος προσωπικά τους μετέφερα, όταν βέβαια και μετά από δεκαπέντε μέρες θα έφευγαν τα αίματα από το κεφάλι της γυναίκας μου όπως μου το τόνισε, μέσω της φαρμακευτικής αγωγής φυσικά που θα της έδιναν συνεχώς αυτοί και για ολόκληρο εκείνο το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ημερών.
Μιχάλης Αλταλίκης