Από μικρός ταλαιπωρείται ο Μανόλης

   Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό το μήνυμα Γιώργο και δεύτερο παράδειγμα μας άφησε ο Χριστός μας μέσα από το ευαγγέλιο Του και είναι αφιερωμένο στον πατέρα με τους δύο γιούς του αν το θυμάσαι, ο μικρότερος του οποίου είχε αποκτήσει το όνομα άσωτος.

Και τον είπαν άσωτο, γιατί πήγε μια μέρα στον πατέρα του και χωρίς καμιά ντροπή, ζήτησε να του δώσει το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε ως δεύτερος κληρονόμος, με σκοπό να φύγει μακριά από τον πατέρα του και τον αδελφό του, για να ζήσει όπως του είπε σε μακρινές χώρες και μάλιστα, με σκοπό να μην επιστρέψει ποτέ πίσω.

Στεναχωρήθηκε βέβαια ο πατέρας για την απόφαση του γιού του κι όπως όφειλε, του είπε ότι δεν θα ήταν καλό γι’ αυτόν να κάνει αυτό που σκέφτηκε, αλλά βλέποντας την επιμονή του γιού του να θέλει να ολοκληρώσει τις σκέψεις του, έδωσε το μερίδιό του ως δίκαιος πατέρας και σεβόμενος την ελευθερία του, τον άφησε να πάει εκεί που ήθελε, όσο κι αν τον στεναχώρησε αυτό που του προέκυψε.

Παίρνοντας λοιπόν το μερίδιό του ο μικρός γιός, πράγματι πήγε σε μακρινό τόπο, όπου και κατασπατάλησε τα υπάρχοντά του ζώντας ασώτως. Έμεινε όμως ο μεγάλος γιός δίπλα στον πατέρα του κι όπως έγινε το πράγμα, αυτός πλέον ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της πατρικής περιουσίας.

Ζούσε μεν αυτός δίπλα στον πατέρα του, αλλά δεν είχε και στο μυαλό του, τί έπρεπε να κάνει αυτός από εκεί και μετά, ώστε όχι μόνον ως κληρονόμος, αλλά κι ως άνθρωπος με ιδικό σκοπό ζωής να διεκδικεί και μάλιστα αξίως συμπεριφερόμενος την κληρονομιά του πατέρα του.

Πέρασαν ωστόσο τα χρόνια και κατασπαταλώντας ο μικρός τα της κληρονομιάς του, έμεινε άφραγκος πλέον αφού δεν έμαθε να εργάζεται. Αλλά ούτε και να διεκδικήσει σκέφτηκε ποτέ, ή να ακολουθήσει μια αξιοπρεπή τουλάχιστον ζωή καθώς όφειλε κι αυτός ως άνθρωπος με ιδικό σκοπό ζωής επί της γης. Και δεν του έφτανε που μηδένισε οικονομικά, γιατί και πείνα μεγάλη έπεσε στην περιοχή που ζούσε και δουλειές δεν υπήρχαν.

Για να ζήσει λοιπόν τουλάχιστο, ανέλαβε να βόσκει γουρούνια, με μοναδική αμοιβή, να τρώει από τα χαρούπια που έτρωγαν τα γουρούνια που έβοσκε. Βλέποντας κάποια στιγμή την κατάντια του, έκλαψε πικρά κι αφού ήρθε σε συναίσθηση, έλεγε στον εαυτό του ότι έκανε πολύ μεγάλη βλακεία κατασπαταλώντας την περιουσία που του έδωσε ο πατέρας του.

Κι αφού παραδέχθηκε το λάθος του, άρχισε να σκέφτεται πλέον τους εργάτες του πατέρα του, που πληρωνόταν για την δουλειά που έκαναν και μάλιστα έτρωγαν πολύ καλά από αυτά που τους παρέχει πλούσια ο καλός πατέρας του.

Αυτά μελετώντας λοιπόν, είπε μια μέρα στον εαυτό του, ότι μάλλον πρέπει να επιστρέψει στον πατέρα του κι αφού του ζητήσει συγνώμη ενώπιον γης και ουρανού για τα λάθη που έκανε, να του πει μετά ότι δεν είναι άξιος να καλείτε πλέον γιός του, αλλά αν μπορεί, να τον δεχθεί κοντά του ως έναν από τους εργάτες του.

Κι αφού τα είπε πολλές φορές αυτά στον εαυτό του, πράγματι πήρε μια μέρα τον δρόμο της επιστροφής, αλλά και μέχρι να φτάσει εκεί, τα ίδια επαναλάμβανε κλαίγοντας και συνεχώς μετανοώντας για τα λάθη που έκανε, όπως και για την δίκαιη τιμωρία που του προέκυψε βέβαια, του να ζει δηλαδή ως ζητιάνος, από εκεί που ήταν κληρονόμος και γιός άρχοντα.

Μακάρι να με δεχθεί ο πατέρας μου έλεγε και ξανάλεγε κι εγώ ευχαρίστως θα ζω ως εργάτης του στα κτήματά του, ώστε να ζω με αξιοπρέπεια τουλάχιστο. Όσο για τον πατέρα μου, δεν θα έχω παρά να τον ευγνωμονώ αν με συγχωρήσει κι αν μου επιτρέψει να ζω έστω σαν εργάτης του, δίκαιο θα είναι μετά από όσα του έκανα ασυλόγιστα.

Αυτά λοιπόν σκεφτόταν ο άσωτος και πριν ακόμη φτάσει στα όρια του πατέρα του, εκείνος πήγε να τον προϋπαντήσει. Ο γιός μου ήταν πεθαμένος και τώρα ζει έλεγε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Και η χαρά του ήταν τέτοια, που δεν ήξερε πως να την εκφράσει. Τίποτε δεν τον απασχολούσε από όσα του προκάλεσε ο γιός του, γιατί η αγάπη του πατέρα τα σκέπαζε όλα. Το παιδί του επέστρεψε κι αυτό μόνον είχε αξία.

Βλέποντας κι ο άσωτος τον πατέρα του να πέφτει στην αγκαλιά του, συντετριμμένος του έλεγε αυτά που τόσες μέρες και νύχτες σκεφτόταν. Πατέρα? Ήμαρτον ενώπιον του ουρανού και της γης. Συγχώραμε για όσα σου έκανα. Δεν είμαι άξιος πλέον να είμαι γιός σου, μόνον πάρε με μαζί σου ως έναν εργάτη στα κτήματά σου κι αυτό θα μου είναι αρκετό.

Βλέποντας ο πατέρας την μετάνοια του παιδιού του, όπως και την συντριβή του από την συναίσθηση ευθύνης που τον έπνιγε, όχι μόνον τον δέχτηκε στο αρχοντικό του, αλλά και διέταξε να του φορέσουν την επίσημη στολή του άρχοντα και να του δώσουν μάλιστα και το δαχτυλίδι της εξουσίας που είχε ως κληρονόμος του. Να σφάξουν δε και τον μόσχο τον σιτευτό τους διέταξε, για να γιορτάσουν όπως έπρεπε την επιστροφή του παιδιού του, επειδή πεθαμένος ήταν και τώρα ζει, χαμένος ήταν και βρέθηκε.

Κι ενώ ετοιμαζόταν το γλέντι, ο μεγάλος γιός επέστρεψε από τις ασχολίες του και μαθαίνοντας από τους εργάτες, ότι επέστρεψε ο άσωτος κι ότι ο πατέρας του διέταξε να σφάξουν τον μόσχο τον σιτευτό για να γιορτάσουν την επιστροφή του, θύμωσε και δεν ήθελε να παραβρεθεί μαζί τους.

Τον παρακαλούσε ωστόσο ο πατέρας του να συμμετάσχει στην χαρά τους και για να διευκολύνει την απόφασή του, του έλεγε ότι δεν έπρεπε να θυμώνει, παρά να χαίρετε για την επιστροφή του αδελφού του, γιατί πεθαμένος ήταν και τώρα ζει, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Ότι κι αν του έλεγε όμως, ο μεγάλος γιός του δεν ήθελε να καταλάβει. Εγώ του έλεγε σε δουλεύω τόσα χρόνια και μια κατσίκα δεν μου έδωσες να φάω με τους φίλους μου. Και γι’ αυτόν εδώ τον άσωτο, που σου κατασπατάλησε την περιουσία, έσφαξες τον μόσχο τον σιτευτό.

Μη κάνεις έτσι βρε παιδί μου. Του έλεγε πάλι συγκαταβατικά ο πατέρας του. Αφού όλα τα δικά μου, δικάσου είναι. Γιατί θυμώνεις; Δείξε λοιπόν λίγη αγάπη για τον αδελφό σου κι έλα να χαρείς μαζί μας για την επιστροφή του, αφού χαμένος ήταν και βρέθηκε.

Απαίδευτος καθώς ήταν ο μεγάλος όμως, πρόχειρος και χωρίς καμιά υποδομή στο σκεπτικό του, που να ταιριάζει σε άνθρωπο που ζει με ιδικό σκοπό την ζωή του, όχι μόνον δεν πήγε μαζί τους ακολουθώντας τον πατέρα του, αλλά σκοτισμένος βαρύτερα από τον άσωστο αδελφό του, τους παράτησε κι έφυγε κι άφησε τον πατέρα του να κλαίει από χαρά, για τη επιστροφή του μικρού γιού του κι από λύπη, για την απομάκρυνση του μεγάλου κι εξ’ ολοκλήρου κληρονόμο του.

Ο καλός πατέρας βέβαια, όπως έκανε υπομονή και περίμενε τον μικρό πότε να επιστρέψει στα συγκαλά του, έτσι αφέθηκε να κάνει και για τον μεγάλο του γιό, ελπίζοντας να παρακάμψει την κακία που έτρεφε για τον αδελφό του και να επιστρέψει το συντομότερο δυνατόν.

Αυτό λοιπόν Γιώργο μας διδάσκει η ιστορία που αναφέρει το ευαγγέλιο. Ότι αυτό που προέχει σε κάθε περίπτωση, είναι η αγάπη προς τον αδελφό μας. Και αδελφός Γιώργο, είναι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος ζει μαζί μ’ εμάς επί της γης. Το αν είναι άξιος αυτός της αγάπης μας, ή όχι, αυτό δεν είναι πρόβλημα που εμείς πρέπει να λύσουμε, αλλά αυτός που την δέχεται, είτε μπορεί να την αντιμετωπίσει σωστά είτε όχι.

Η προχειρότητα στην συμπεριφορά μας πάντως, μόνο λάθη φέρνει και για κανέναν δεν είναι καλή ως αποτέλεσμα. Πρόχειρα συμπεριφερόμενοι λοιπόν, στους εαυτούς μας πρώτα από όλα κάνουμε κακό, αλλά και τους συνανθρώπους μας παιδεύουμε, γιατί τους εμποδίζουμε να αποκτήσουν τις προδιαγραφές που κι αυτοί πρέπει να έχουν, για να ζήσουν στην επόμενη ζωή με αξιοπρέπεια δίπλα από τον Χριστό μας και τους Αγίους Του.

Ο Μανόλης για παράδειγμα, αυτήν την άδικη ταλαιπωρία υποχρεώθηκε να ζήσει ανάμεσά μας, αφού όλοι τον εμπόδιζαν να αποκτήσει τις προδιαγραφές που χρειαζόταν. Και τον εμπόδιζαν όλοι γενικά, μικροί και μεγάλοι, οικείοι και μη, αφού από τα σπάργανά του ακόμη τον περιγελούσαν.

Δεν το έβαλε ποτέ κάτω βέβαια, αλλά και δεν το έκανε από μόνος του. Είχε την βοήθεια και την συμπαράσταση του Θεού δηλαδή, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε την παιδία που του χρειαζόταν, ώστε αυτή να τον οδηγούσε στο αποτέλεσμα που τον έκρινε άριστο θα λέγαμε εκ των υστέρων, ζώντας ανάμεσα στους συνανθρώπους του.

Από την ώρα που γεννήθηκε πάντως του έκαναν δύσκολη την ζωή, οι οικείοι του πρώτα χωρίς να το υπολογίζουν, όπως και οι συνάνθρωποί του βέβαια, αφού όλοι τους τον έστελναν να σπουδάσει με τις ενέργειές τους και με την μέθοδο της άνευ διδασκάλου θα λέγαμε τα απαιτούμενα, προκειμένου να αποδείξει κι αυτός ότι ήξερε ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος της ύπαρξής του σ’ αυτήν την ζωή.

Απρόσεκτα ζώντας οι δικοί του λοιπόν, του έδωσαν το όνομα χοντρός, πριν ακόμη τον βαφτίσουν με το κανονικό του όνομα και του έδωσαν αυτό το όνομα ως χαϊδευτικό δήθεν για μωρό παιδάκι και καθόλου δεν πέρασε από το μυαλό τους, ότι αυτό θα του στιγμάτιζε την προσωπικότητα μεγαλώνοντας, αλλά και την πορεία της μετέπειτα ζωής του θα δυσκόλευε.

Είχε πάρει κάτι από το DNA του προπάππου του δηλαδή ο μικρός Μανόλης κι αυτό όπως ήταν επόμενο, τον παρουσίασε ευτραφή θα λέγαμε, όπως ακριβώς ήταν κι εκείνος βέβαια, σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις του παππού του, ο οποίος πολύ γελούσε με την εικόνα που παρουσίαζε ο μικρός κι έτσι, όλοι μαζί χαιρόταν μεν το μικρό παχουλό παιδάκι με την αστεία κατά κάποιον τρόπο εμφάνισή του, όσο κι αν αυτό δεν ήταν καθόλου αστείο για παιδί που θα ήθελε ενδεχομένως να ξέρει αν υπάρχει πραγματικός λόγος που ζούμε σ’ αυτήν την ζωή, ώστε να τον επιλέξει αν ήθελε.

Όπως κι αν του συμπεριφερόταν αυτοί όμως, ο Μανόλης δεν είχε την δυνατότητα να καταλάβει τι του έκαναν, λόγο της νηπιακής του ηλικίας. Αισθανόταν βέβαια την ιδιαίτερη συμπεριφορά των οικείων του, όταν συχνά άκουγε να τον αποκαλούν χοντρό, χοντρούλη, μπουλούκο, αλλά και μη γνωρίζοντας τις έννοιες των λέξεων, όπως και τους λόγους που τον αποκαλούσαν έτσι, δεν έδειχνε να ενοχλείτε.

Μαζί με τους γονείς του όμως και τα τρία μεγαλύτερα από αυτόν αδέλφια άκουγε να τον καλούν με τα ίδια υποκοριστικά όπως άκουγε και τους συγγενείς και φίλους της οικογένειας να κάνουν το ίδιο. Απορούσε όμως, για τον λόγο που γελούσαν μόνον με αυτόν κι όχι με τους υπόλοιπους.

Δεν καταλάβαινε βέβαια τον λόγο που όλοι γελούσαν μαζί του, αλλά στην ψυχούλα του, καθόταν κάτι άσχημο γι’ αυτόν κι ας μην ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό που ένιωθε. Κι επειδή δεν είχε τελειωμό η συμπεριφορά τους, όσο μεγάλωνε ο Μανόλης, τόσο καθόταν ποιο βαθιά μέσα του η ασχήμια που ένιωθε.

Υπέφερε δηλαδή το παιδί και καμιά δυνατότητα δεν είχε ώστε να απαλλαγεί από αυτό που του χαλούσε την διάθεση, γι’ αυτό και μπήκε στην διαδικασία να δέχεται ως φυσιολογική την συμπεριφορά τους για να μην τον στεναχωρεί, αλλά και για να μην τον πληγώνει περισσότερο.

Από την στιγμή πάντως που ήρθε η ώρα να σταθεί όρθιος και να πατήσει στα πόδια του, άρχισε κι αυτός να βλέπει την δυσκολία που είχε να σηκώσει το βάρος του, γιατί συνεχώς έπεφτε και το πέσιμό του ήταν τέτοιο, που πάλι έκανε τους οικείους του να γελούν μαζί του.

Κι ο τρόπος που έτρωγε το φαγητό του έκανε τους ανθρώπους να γελούν, γιατί ήταν ίδιος με τον θηλασμό που έκανε. Έτρωγε πολύ και γρήγορα δηλαδή προκειμένου να χορτάσει το σώμα του κι όπως έδειχνε το πράγμα, θα γινόταν αρκετά μεγάλο στην συνέχεια.

Όταν κατάφερε τελικά να περπατήσει πια, τότε φάνηκε και η δυσκολία που θα αντιμετώπιζε αργότερα, όταν θα αναγκαζόταν να βγει στον δρόμο και να παίξει με τα παιδιά της ηλικίας του. Όλο αυτό το σκηνικό λοιπόν, έκανε τους οικείους του να γελούν μεν, αλλά και να δηλώνουν την ανησυχία τους στους φίλους και γνωστούς τους, για το πως θα αντιμετώπιζε την ζωή του ο μικρός τους χοντρούλης.

Τον βάφτισαν Μανόλη τελικά, σύμφωνα με την απαίτηση του παππού του και όσοι παραβρέθηκαν στην βάφτισή του πολύ γέλασαν, όταν είδαν να γλιστράει από τα χέρια του παπά και να πέφτει στην κολυμβήθρα, από αδυναμία κι αυτός να σηκώσει το βαρύ παιδάκι.

Από εκεί και μετά όμως, όλα έγιναν πολύ ποιο δύσκολα για τον Μανόλη, γιατί όλοι έμαθαν το περιστατικό και όλοι γέλασαν μαζί του κι ας μην ήταν στην βάφτισή του. Έγινε θέμα δηλαδή και όλοι σχολίαζαν το περιστατικό στα σπίτια τους κι αφού όλοι γελούσαν, γελούσαν μαζί με αυτούς και τα παιδιά τους που ήταν μεγαλύτερα από τον Μανόλη.

Μετά από την βάφτισή του βέβαια κι όταν πια μεγάλωσε και μπορούσε να βγει στην αυλή τους, ή στον χωματόδρομο της γειτονιάς τους, προκειμένου να παίζει κι αυτός μαζί με τα παιδιά της ηλικίας του, τότε, πάλι έγινε θέατρο για όλους ο Μανόλης.

Κι έγινε θέατρο, γιατί τον εμπόδιζε η σωματική του διάπλαση να κάνει τα ίδια με τα υπόλοιπα παιδιά κι επειδή ότι κι αν έκανε τους φαινόταν αστείο, δεν μπορούσαν να κρύψουν τα γέλια τους. Μήπως όμως έμαθαν κι αυτά από τους γονείς τους, ότι δεν γελούμε με τα προβλήματα των συνανθρώπων μας;

Τους είπαν δηλαδή, ότι όχι μόνον δεν γελούμε μαζί τους, αλλά υποχρέωση έχουμε να τους βοηθούμε και να στηρίζουμε την προσπάθειά τους, ώστε να αισθανθούν κι αυτοί ευχαριστημένοι που ανήκουν στο κοινωνικό μας σύνολο κι ότι μπορούν να συμμετέχουν σ’ αυτό όπως κι αν έχουν δυνατότητα να το κάνουν, για να μην πληγώνονται ψυχολογικά;

Πρόχειροι οι γονείς τους λοιπόν, όχι μόνον αυτοί γελούσαν με τις κινήσεις του Μανόλη, αλλά και στα παιδιά τους έβαζαν ιδέες πως και τι να του κάνουν, ώστε να γελούν ακόμη περισσότερο με τις δικές του αντιδράσεις. Κι αφού αυτό έμαθαν να κάνουν τα παιδιά, δεν βάζει ο νους σου Γιώργο, τι έκαναν στον μικρό Μανόλη προκειμένου να γελάσουν με την συμπεριφορά του.

Το βαρύ και ογκώδες σώμα του λοιπόν ήταν η αιτία που τον έκανε να μη μπορεί να βαδίζει και να παίζει όπως οι υπόλοιποι αλλά και το φαγητό του ήταν αιτία, γιατί, όταν τα άλλα παιδάκια κρατούσαν μια φέτα ψωμί στα χέρια τους με ότι κι αν τους έβαζε επάνω της η μητέρα τους, ο Μανόλης κρατούσε τέσσερις, αφού η δική του σωματική διάπλαση ήταν πολύ ποιο πάνω από την διπλάσια των συνομήλικων του.

Από αυτό και μόνον λοιπόν, όλοι έβλεπαν τον Μανόλη να παίρνει την μορφή του γίγαντα θα λέγαμε σε λίγο καιρό κι αφού αυτό του προέκυψε ως εμπόδιο στην ζωή του, δεν μπορούσε παρά να δεχθεί ήρεμα και σοφά τις συνέπιες του.

Σε κάποιον άλλον θα μπορούσε να του κάνει πολύ μεγάλη ψυχολογική ζημιά η κακή συμπεριφορά των οικείων του, των φίλων και συγγενών του, όπως και των συνομήλικων του βέβαια, αλλά ο Μανόλη υπέμεινε ως έμπειρος αγωνιστής της ζωής την ταλαιπωρία του, που μαθηματικά τον οδηγούσε προς το να απόκτηση τις προδιαγραφές του ανθρώπου που ήξερε γιατί υπήρχε σ’ αυτήν την ζωή.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *