Αρρώστησε ο γηραιός φίλος μου

Ma  Ξέχασα εκείνο το επεισόδιο που έζησα πριν από λίγες μέρες, εξαιτίας της  αλλοφροσύνης αυτών που παρίσταναν τους αστυνομικούς όπως μου είπαν από την ασφάλεια κι αφού το ξέχασα εντελώς πια αυτό, μπήκα με πολύ διάθεση όπως πάντα, στον κανονικό ρυθμό της ζωής μου.

 Λόγω του καλοκαιριού που διανύαμε όμως, δεν είχα πλέον τόσο μεγάλο φόρτο εργασιών στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, όπως έκανα τους προηγούμενους μήνες κι αυτό ως αποτέλεσμα, μου επέτρεπε να έχω καθημερινά σχεδόν, αρκετό ελεύθερο χρόνο στην διάθεση μου.

 Ακολουθώντας λοιπόν το καθημερινό μου εργασιακό πρόγραμμα, έτσι όπως το έστησα αυτό ως υπεύθυνα εργαζόμενος, αλλά και όπως το αντιμετώπιζα ως νέος της εποχής μου, έβαλα από το πρωί εκείνης της ημέρας τις δουλειές μου σε μια ελεγχόμενη σειρά και μέχρι να πάρει τέλος αυτό, πήγα για μια ανάπαυλα να πιώ τον απογευματινό μου καφέ, στο γνωστό μου στέκι.

 Αν κάτι δεν πήγαινε καλά στον σταθμό, εύκολα θα μπορούσαν να με βρουν οι συνεργάτες μου, αλλά κι αν κάποιος επείγον λόγος το επέβαλε, εύκολα και γρήγορα μπορούσα να επιστρέψω κι εγώ στην θέση μου.

 Κάθισα ήσυχος λοιπόν στο τραπέζι που κρατούσε η παρέα μου κι αφού τους χαιρέτησα όλους έναν, έναν, αμέσως σχεδόν μου έφερε τον καφέ μου ο σερβιτόρος εντοπίζοντας την άφιξη μου.

 Μου έκανε εντύπωση όμως το γεγονός, ότι δεν ήταν εκεί κι ανάμεσα τους να με περιμένει στην θέση του ο παππούς φίλος μου, γι’ αυτό και ρώτησα τον σερβιτόρο να μου πει αν μου άφησε κάποιο μήνυμα όπως το συνήθιζε, αλλά όπως μου απάντησε εκείνος, τίποτε δεν είχε να μου δώσει.

 Προφανώς θα του έτυχε κάποια δουλειά είπα μέσα μου και γι’ αυτό να ανέβαλε για σήμερα τον απογευματινό του καφέ, οπότε περίμενα να τον δω να έρχεται το απόγευμα της επομένης, αλλά και πάλι ήταν απόν.

 Πέρασε μια εβδομάδα όμως περιμένοντας την άφιξη του παππού στην καφετέρια, αλλά αυτός ακόμη δεν έλεγε να εμφανιστεί. Ανησύχησα όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και είπα στους φίλους μου ότι μάλλον έπρεπε να πάω στο σπίτι του και από εκεί να μάθω τι του συνέβαινε.

 Ήταν τακτικός αυτός στην παρέα μας και παντού σχεδόν μας ακολουθούσε. Το ότι έλειπε μια ολόκληρη εβδομάδα και μάλιστα χωρίς να μας αφήσει ούτε ένα σημάδι ζωής, ήταν όντως πολύ ανησυχητικό για μας, αφού τον είχαμε υπό την προστασία μας κατά κάποιον τρόπο.

 Είχαμε την έννοια του εμείς, γιατί έμενε μόνος του ο ηλικιωμένος άνθρωπος στην πόλη μας και έμενε μάλιστα μακριά από κάθε συγγενή του, αφού όπως και το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, αν και εργαζόταν εδώ, ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών.

 Ήταν και το κορίτσι με τα γαλανά μάτια μαζί με τις φίλες της στο τραπέζι μας εκείνο το απόγευμα, η οποία και ανησύχησε όταν με είδε να φεύγω βιαστικά για το σπίτι του γηραιού φίλου μου, γι’ αυτό και είπα σε κάποιον από τα τακτικά μέλη της παρέας μας να έχει τον νου του στην ώρα, μη τυχόν και ξεχαστούν εκεί τα κορίτσια κι εξαιτίας αυτού, τις βάλουμε εμείς σε μπελάδες αν φτάσουν αργοπορημένα στα σπίτια τους.

  Μετά κι απ’ αυτήν την παρέμβαση στην καθημερινότητα των φίλων μου, τους άφησα να πίνουν εκεί τον καφέ τους χαρούμενοι κι εγώ πήγα μόνος μου να δω τι συνέβαινε στον γηραιό φίλο μου, γι’ αυτό και μετά από δέκα λεπτά περίπου, χτυπούσα και ξαναχτυπούσα το κουδούνι του, αυτό που έγραφε το όνομα τους στην είσοδο της πολυκατοικίας που ήταν το διαμέρισμα του, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα.

 Είδε όμως ένας από τους γείτονες του να χτυπώ το συγκεκριμένο κουδούνι, γι’ αυτό και μου έλεγε με απορία κι αυτός πλησιάζοντας.

 – Μια εβδομάδα τώρα δεν μας έδωσε σημεία ζωής. Μήπως έπαθε κάτι ανεπανόρθωτο; Μεγάλος άνθρωπος είναι. Όλα πρέπει να τα υπολογίζει κανείς. Είσαι συγγενής του;

 – Όχι, του είπα. Φίλος του είμαι. Μήπως μπορούμε να μπούμε με κάποιον τρόπο στο σπίτι του;

 – Ο θυρωρός έχει κλειδί από το σπίτι του είπε ο γείτονας. Ενοικιάζει το σπίτι ο παππούς όπως ξέρεις και ο θυρωρός του το καθαρίζει κατά διαστήματα. Πήγαινε εσύ πάνω να μας περιμένεις κι εγώ θα έρθω σε λίγο μαζί του. Τώρα κιόλας θα πάω να τον βρω.

 Είναι αλήθεια, ότι φτάνοντας στην πόρτα του διαμερίσματος του, περίμενα να τον βρω πεθαμένο, αλλά το ότι δεν μου ερχόταν καμιά άσχημη μυρωδιά από μέσα, αυτό μάλλον μου επέτρεπε να ελπίζω ότι ήταν ζωντανός, αλλά και δεν ήξερα σε τι κατάσταση θα τον έβρισκα. Όσο κι αν χτυπούσα το κουδούνι του όμως, απάντηση και πάλι δεν έπαιρνα.

 Όταν τελικά έκαναν την εμφάνιση τους εκεί ο γείτονας του μαζί με τον θυρωρό, αμέσως σχεδόν μπήκαμε στο σπίτι του με το κλειδί που διέθετε ο δεύτερος, γι’ αυτό και τρέχοντας σχεδόν κάναμε την είσοδο μας μέσα, από την αγωνία που είχαμε για το τι θα αντικρίζαμε.

 Τον βρήκαμε βέβαια ζωντανό τον παππού, αλλά ήταν ριγμένος στο πάτωμα και ανήμπορος να σηκωθεί από μόνος του. Άκουσε το κουδούνι της εισόδου όπως μας έλεγε μετά από λίγο και στην προσπάθεια του να σηκωθεί από το κρεβάτι που ξάπλωνε προκειμένου να μου ανοίξει, δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του από την αδυναμία που είχε, γι’ αυτό κι έπεσε κάτω.

 Μέρες είχε να φάει κάτι όπως μας έλεγε κι έτρεμε από τον πυρετό. Το σπίτι του ήταν μικρό και ήταν άνω κάτω από την ακαταστασία. Αφού τον μαζέψαμε όμως από το πάτωμα, τον βάλαμε μετά να ξαπλώσει πάλι στο κρεβάτι του, όπου και τον σκεπάσαμε με τις κουβέρτες του.

Και τι κρεβάτι δηλαδή; Ένα μικρό σιδερένιο ντιβάνι ήταν όλο κι όλο κι αυτό πάλι; Ήταν στρωμένο στην μέση της σαλοκουζίνας, αφού αυτό ήταν όλος ο χώρος του σπιτιού του.

  Έτρεξε και η γυναίκα του θυρωρού όμως πίσω από τον άντρα της να δει τι γίνεται, γι’ αυτό και προθυμοποιήθηκε να τού κάνει μια κοτόσουπα στα γρήγορα όπως μας είπε μήπως και τον συνεφέρει, γιατί έτσι όπως έδειχνε ο καημένος, είχε το μαύρο του το χάλι.

 Ήξερα ότι είχε έναν γιο στην Αθήνα, τον οποίο κάλεσα από το τηλέφωνο να έρθει αμέσως στην Θεσσαλονίκη και τον παρακάλεσα μάλιστα να πάρει μαζί του τον πατέρα του στην Αθήνα, αφού ήταν πλέον πολύ δύσκολο γι’ αυτόν να μένει μόνος και μακριά από τους δικούς του παριστάνοντας τον νεαρό, αλλά και τα εβδομήντα τόσο κοντά ογδόντα χρόνια του, ήταν όντως πολλά γι’ αυτόν.

  Ανταποκρίθηκε ο γιός του στο κάλεσμα μου, γι’ αυτό και υποσχέθηκε ότι την επομένη κιόλας θα έρθει προκειμένου να παραλάβει τον ασθενή πατέρα του και μέχρι να έρθει αυτός, παρακάλεσα την γυναίκα του θυρωρού να τον περιποιηθεί, ώστε να μπορέσει να ταξιδέψει ο γηραιός φίλος μου για την Αθήνα.

 Τον χαιρέτησα ωστόσο εκείνο το απόγευμα και όπως ήταν επόμενο αυτό, του ζήτησα να έχουμε επαφή έστω και από τηλεφώνου, ώστε να μαθαίνω νέα του. Μου το υποσχέθηκε βέβαια αυτός και έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα λίγο αργότερα, πράγματι και διατηρήσαμε και μάλιστα συχνή επαφή από τηλεφώνου, οπότε έμαθα ότι ήταν ευχαριστημένος μένοντας κοντά στον γιό του και ότι επανήλθε η υγεία του στα φυσιολογικά όρια για την ηλικία του.

 Έγινε ότι έγινε τότε με τον γηραιό φίλο μου και επανήρθε αυτός στην έδρα του όπως είπα και πράγματι χαιρόταν την ζωή του μέσα στο πολύ καλό οικογενειακό του περιβάλλον, αυτό που για τους δικούς του λόγους το είχε αρνηθεί κάποια στιγμή, γι’ αυτό και προτιμούσε να μένει εδώ κι όχι στην Αθήνα.

  Έτσι όπως είδα όμως να εξελίσσεται αυτό το περιστατικό, πράγματι και προβληματίστηκα και τόσο πολύ μάλιστα, που εκ του αποτελέσματος και μόνο, αναγκάστηκα τελικά να αλλάξω άρδην και τα δικά μου δεδομένα περί γάμου, αφού όπως και το διαπίστωνα αυτό τότε, ούτε και το να είναι κανείς και να ζει ως μαγκούφης ήταν τόσο καλό.

 Το να ζει κανείς μόνος του, μπορεί να πει κανείς ότι έχει τα καλά του κι όντως τα έχει, αλλά όσο είναι νέος. Όταν όμως μείνει μόνος κι έρημος σ’ αυτήν την ζωή και γεράσει σαν τον φίλο μου; Πόσο καλό μπορεί να είναι;

 Το ρισκάρεις βέβαια όταν αποφασίσεις να αντιμετωπίσεις την ζωή σου συντροφιά με μια σύζυγο, δεδομένου ότι ξέρεις ελάχιστα γι’ αυτήν πριν την παντρευτείς και στο τέλος μόνον θα μάθεις, το πως θα σου εξελιχθεί, αλλά και χωρίς αυτήν, δεν θα είναι η ζωή σου ελλιπής;

  Βεβαίως και δεν είναι όλες οι γυναίκες τέτοιες που θα έπρεπε να σκεφτεί κανείς πολύ πριν πάρει την απόφαση να τις παντρευτεί, αφού όπως και το είδα αυτό να γίνεται, διαμάντια και μάλιστα ανεκτίμητα είναι αυτές όταν τις πετύχεις. Περιόριζα όπως βλέπετε το θέμα στις γυναίκες τότε, γιατί ως άντρας έπρεπε να βρω κι εγώ ή όχι, θετικούς λόγους προκειμένου να αναζητήσω σύντροφο στην ζωή μου.

 Τέτοια άρχισα να σκέφτομαι λοιπόν από τότε και μετά, γι’ αυτό και κράτησα στην άκρη του μυαλού μου το ενδεχόμενο, να έχω κι εγώ δίπλα μου μια γυναίκα να φροντίζω, αφού όχι μόνον το μπορούσα, αλλά κι από αυτούς που θέλουν ήμουν, να ζητούν ευθύνες από τον εαυτό τους πρώτα για το κάθε τι.

 Θα μπορούσα λοιπόν εγώ ποτέ, να ζούσα συντροφιά με μια γυναίκα και να μην έφερα τις περισσότερες ευθύνες κι από αυτές που αυτήν λογικά θα έπρεπε να αναλογούν;

 Μετά από πολλές τέτοιες σκέψεις κι αφού τοποθετήθηκα θετικά πια επί του γάμου, έβαλα ως στόχο μου στο εξής, το να εξετάσω από την αρχή αυτό το θέμα, όταν βέβαια κι εφόσον μου παρουσιαζόταν αυτό το ενδεχόμενο, για τον λόγο ότι έβλεπα να διαθέτω ακόμη κάποιους ενδοιασμούς.

 Όχι για τον γάμο, αφού αυτόν πια τον έβλεπα ως φυσικό ενδεχόμενο, αλλά για την ανάγκη να υπάρχει και από την μέλλουσα γυναίκα μου η διάθεση για σωστή διαχείριση στην πολύμορφη μεταξύ μας σχέση, όταν πια θα πάψουμε να ήμαστε άτομα και από κοινού αποφασίσουν να γίνουμε ένα και εις σάρκα μία, ικανό να αποδώσει τα μέγιστα για το καλό αποτέλεσμα του λειτουργήματος που θα αναλάβουμε.

 Έτσι πια έβλεπα το θέμα του γάμου, σαν λειτούργημα με πολλές ευθύνες δηλαδή, γι’ αυτό και λογικά σκεπτόμενος εγώ έψαχνα να βρω μια γυναίκα που να στέκεται πρωτίστως δίπλα μου ως συλλειτουργός κι όχι σαν μια απλή κι ανεύθυνη συνύπαρξη στην ίδια θέση.

 Οι άνθρωποι που ζούσαν στον περίγυρό μου όμως κι έβλεπαν με τα δικά τους μάτια αυτό το θέμα, όπως και το ότι μάλλον ήμουν έτοιμος πια για γάμο, άρχισαν να μου πασάρουν νύφες. Πότε από την πλευρά των φίλων και γνωστών μας και πότε από την πλευρά των πελατών του πατέρα μου.

 Τις περισσότερες προτάσεις βέβαια, αλλά και τις καλύτερες από οικονομικής πλευράς όπως μου το τόνιζαν, τις είχα από την πλευρά των πελατών μας, γιατί αυτοί όχι μόνον με γνώριζαν από νεαρό, αλλά και ήδη έβλεπαν τις δραστηριότητες μου ως αποδοτικά εργαζόμενος.

 Εγώ όμως; Εντελώς αδιαφορούσα για τις δικές τους προτάσεις. Κι όντως αδιαφορούσα, γιατί όπως κι άλλες φορές το ανέφερα αυτό, από μικρός είχα συμφωνήσει με τον εαυτό μου, ότι θα μου άρεσε να ζήσω αυτήν την ζωή μέχρι το μεδούλι της.

 Και για να το πετύχω αυτό, θα πρέπει να ζω κάτω από αρκετά μεγάλο βαθμό δυσκολίας για μένα, είτε αυτό γινόταν με την θέληση μου, είτε όχι.

 Συμφώνησα μάλιστα, ότι όσα πιο πολλά ήθελα εγώ να ζήσω, τόσο πιο μεγάλος θα ήταν κι ο βαθμός δυσκολίας που θα πρέπει να δεχθώ στην ζωή μου.

 Εγώ βέβαια έτσι δέχτηκα να ζήσω την ζωή μου, με πολλά κι όσο αυτό είναι δυνατόν ακόμη περισσότερα κι από αυτά ακόμη που ευκόλως εγώ μπορούσα να υπολογίζω.

 Βεβαίως και υπολόγισα, ότι είναι λογικό και το να πάθω πολλά εξαιτίας του στόχου που έβαλα να οδηγεί την προσωπική μου ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος άλλωστε, που όσες δυσκολίες μου παρουσιάζονται από τότε που ήμουν μικρός και μέχρι τώρα, τις δέχομαι ως μέρος της ζωής που επέλεξα να ζήσω.

 Είτε με πονάνε όμως αυτές αντιμετωπίζοντας τες, είτε με χαροποιούν, είτε τις αντιμετωπίζω εύκολα, είτε δύσκολα, είτε τις προκαλώ εγώ στον εαυτό μου, λόγω των πολλών αδυναμιών μου. Είτε μου τις προκαλούν οι άνθρωποι που ζουν στον περίγυρό μου, λόγω των δικών τους αδυναμιών, τις δέχομαι όλες ως αποτέλεσμα και μέρος της ζωής που ζήτησα να ζήσω.

  Ναι, αλλά μονίμως αδυνατούσα να απαντήσω σε ένα ερώτημα, που πάντα έβαζα μπροστά μου, όταν σκεπτόμουν τον γάμο ως φυσική προϋπόθεση ζωής.

 – Ποια; Και που θα έβρισκα εγώ μια γυναίκα, που με την δική της θέληση αλλά κι από προσωπική επιλογή θα ήθελε ενδεχομένως να ζήσει κι αυτή την ζωή της, έτσι όπως από μικρός εγώ το συμφώνησα με τον εαυτό μου;

  Στην πορεία της μέχρι τότε ζωής μου πάντως, καμιά τέτοια δεν βρήκα, είτε συνομήλικη μου, είτε μικρότερη από μένα που να σκέφτεται, ή να θέλει να ζει έτσι, ή έστω κάπως παρόμοια με την δική μου επιλογή.

 Γι’ αυτό λοιπόν, το μόνο που είχα να κάνω γι’ αυτό το θέμα, ήταν το να ελπίζω, ότι αν ποτέ παντρευτώ, η γυναίκα που θα έχω, να μπορεί τουλάχιστον να αντέξει μαζί μου αυτήν την γεμάτη ζωή που περίμενα εγώ να ζήσω, με όσες πιθανές δυσκολίες θα μας έφερνε, έτσι ώστε αν τελικά μας έρθουν αυτές, να μην λιγοψυχήσει και εγκαταλείψει την προσπάθεια της στην μέση, με αποτέλεσμα να χαλάσει την δική της, αλλά και την δική μου ζωή.

  Αυτό λοιπόν ήταν το βασικό κριτήριο που έθετα εγώ στον εαυτό μου, προκειμένου να βρω σύζυγο, αλλά όπου κι όσο αν έψαχνα γύρο μου, πουθενά δεν συναντούσα μια τέτοιου είδους διαθέσιμη.

 Έβλεπα γύρο μου μόνον τους ανθρώπους που ήθελαν να κάνουν την ζωή τους όσο γινόταν πιο εύκολη γι’ αυτούς κι αυτό πάλι, το έκαναν με όποιον τρόπο έβρισκαν μπροστά τους.

  Καθόλου δεν τους ενδιέφερε αυτούς να ζήσουν την ζωή τους, σύμφωνα με το σκεπτικό που εγώ σας αναφέρω, ήταν δυνατόν ποτέ να θέλουν μαζί με αυτό να ζουν και προσφερόμενοι για τον συνάνθρωπο τους; Όποιος και αν είναι;

 Δεν μπορούσα βέβαια να υποχρεώσω τους ανθρώπους, το να θέλουν να ζουν όπως εγώ σκεφτόμουν να το κάνω, αλλά μη νομίζετε, όσο κι αν ήθελα να ζήσω έτσι όπως το υπολόγιζα, ούτε και για μένα ήταν εύκολο αυτό.

 Ήταν πολλές οι φορές άλλωστε, που κι εγώ αντιδρούσα με το σκεπτικό μου, γι’ αυτό κι έψαχνα όπως και όλοι οι άλλοι άνθρωποι την ευκολία στην ζωή μου.

 Με επέστρεφε όμως αμέσως πίσω και στην πρότερη μου σκέψη, το γεγονός ότι έβλεπα τους ανθρώπους που ζούσαν με ευκολία την ζωή τους να γίνονται όλο και πιο αδιάφοροι, όλο και πιο κακοί για την ζωή των άλλων ανθρώπων, αυτών που ζούσαν και υπήρχαν δίπλα τους, μπροστά στο να κάνουν αυτοί την δική τους ζωή όσο γινόταν ευκολότερη.

  Για να μη πέσω λοιπόν και εγώ στην ίδια παγίδα με τους άλλους και χωρίς να το καταλάβω βρεθώ κι εγώ απάνθρωπος, επέμενα να μένω σταθερός σε όσα από μικρός συμφώνησα με τον εαυτό μου κι ότι ήθελε, ας μου προέκυπτε.

 Και δεν το έκανα αυτό από απλή αδιαφορία για τα θέματα που με απασχολούσαν, αλλά από την σιγουριά που είχα, ότι και αυτό το θέμα της ανεύρεσης τέτοιας συζύγου δηλαδή, που να μπορεί να ζήσει κάπως έτσι και όπως το ανέφερα παραπάνω, η άνωθεν βοήθεια που συνεχώς είχα και την ζούσα, Αυτή θα μου την παραχωρούσε.

 Άφησα λοιπόν και αυτό το θέμα στην απόλυτη διάθεση Της και όπως πάντα, ήμουν αποφασισμένος να ακολουθήσω όποια λύση κι αν ήθελε Αυτή να μου παρουσιάσει, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό μας, Αυτόν τον Θεό μάλιστα, που όντως αγαπάει και συμπαραστέκεται τους αγωνιστές αυτής της ζωής.

  Μαζί με αυτό όμως, άφησα και τον καιρό όπως και τα πράγματα να κυλήσουν ομαλά κι όπως αυτά ήθελαν να κυλίσουν κι εγώ στάθηκα εκεί υπομονετικά να περιμένω να δω, το τι και το πως να κάνω αυτό που πρέπει όταν μου το ζητηθεί.

  Ούτως ή άλλως, εγώ είμαι πάντα εδώ, για όλους και για όλα και ποτέ, μα ποτέ δεν είμαι μόνος.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *