Σκεπτόμενος λοιπόν τον θεσμό του γάμου, δεν τον έβλεπα και με πολύ καλό μάτι όπως και το ανέφερα αυτό, λόγο της δυστροπίας που έβλεπα να βγάζουν οι παντρεμένες γυναίκες μετά τον γάμο τους.
Θαύμαζα όμως της γυναίκες που έβλεπα να έχουν την ίδια υποδομή με εκείνη της ηρωίδας μάνας, αυτής δηλαδή που ανέφερα στο προηγούμενο κεφάλαιο, όχι γιατί είχα σκοπό να μιμηθώ την συμπεριφορά του παθιασμένου άντρα της, όχι γιατί θα ανεχόμουν ποτέ κάποιον να κάνει κάτι παρόμοιο σε μια γυναίκα, αλλά γιατί ήθελα κι εγώ να έχω μια τέτοια σύζυγο δίπλα μου ως έγγαμος, ώστε να κάνω με την συμμετοχή της μια καλή και χρήσιμη για μας και για όλους οικογένεια.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που με έκανε να ψάχνω ανάμεσα στα κορίτσια του περιβάλλοντος μου, ποια ενδεχομένως διέθετε έστω και κάτι από τα δεδομένα της, ώστε αν ποτέ θελήσω να παντρευτώ, να ξέρω τουλάχιστον σε ποιαν θα μπορούσα να απευθυνθώ γι’ αυτόν τον σκοπό.
Αν και δεν είχα κατά νου μου να κάνω κάτι τέτοιο, αφού ούτε η ηλικία μου το επέβαλε, αλλά ούτε και έτοιμος ήμουν να γίνω οικογενειάρχης, παρόλα αυτά όμως έψαχνα τις κοπέλες που συναναστρεφόμουν για άλλους λόγους, μήπως και ανάμεσα τους βρω κάποια που να πληρεί τις προϋποθέσεις που έθετα στον εαυτό μου, προκειμένου να κάνω μαζί της μια σχέση με μέλλων.
Αυτές όμως, το μόνο που ήθελαν από την ζωή τους, ήταν απλώς και μόνο να την περάσουν ανώδυνα, τεμπέλικα και όσο γινόταν πιο διασκεδαστικά, πράγμα βέβαια που τότε αλλά και τώρα βλέπω να συμβαίνει αυτό, κανείς από τους ανθρώπους δεν το καταφέρνει εύκολα, αφού όλοι τους δύσκολα αντιμετωπίζουν την ζωή τους, όσο και αν με πολύ επιμονή προσπαθούν να την καλυτερεύσουν.
Με απογοήτευαν λοιπόν εκείνα τα κορίτσια με την στάση τους, γιατί με όσα είδα να γίνονται στην μέχρι τότε ζωή μου, ήμουν σίγουρος πλέον ότι κανείς δεν μπορούσε να βοηθήσει τον εαυτό του, αλλά και την οικογένεια που θα επιχειρούσε να κάνει αργότερα, αν δεν αντιμετώπιζε με πολύ σοβαρότητα και υπευθυνότητα την ζωή του.
Δεν είχα άδικο σ’ αυτό, γιατί όσοι παντρευόταν χωρείς να διαθέτουν τις απαραίτητες βάσεις αντιμετώπισης αυτής της ζωής, τους έβλεπα να χωρίζουν αμέσως μετά από την πρώτη δυσκολία που συναντούσαν στην προσπάθεια τους, να απολαύσουν όσα αυτοί θεωρούσαν ότι είναι η ζωή.
Με την δικαιολογία λοιπόν, ότι εγώ δεν ήμουν τότε σε θέση να παντρευτώ, καθόλου δεν με απασχολούσε το θέμα του γάμου και τίποτε δεν με εμπόδιζε ώστε να ζω από κάθε άποψη την νεανική και την μετά στρατό ζωή μου, πλαισιωμένος από την παρουσία πολλών κοριτσιών.
Ωστόσο όμως, όποια έβλεπα μπροστά μου, ή όποια είχα δίπλα μου και μαζί διασκεδάζαμε τον χρόνο μας, έβαζα πάντα και πριν από όλα το ενδεχόμενο να την παντρευτώ και αμέσως την έψαχνα να διαπιστώσω το σε ποια κατηγορία να την κατατάξω.
Ποτέ δεν πετύχαιναν τον στόχο μου βέβαια, γιατί πάντα με επηρέαζε πότε θετικά και πότε αρνητικά η εμφάνιση της κοπέλας που παρατηρούσα ή είχα δίπλα μου και αυτά τα δύο λες και γινόταν επίτηδες, ποτέ δεν ερχόταν μαζί.
Ή που θα μ’ άρεσε χωρίς να μου κάνει, ή που θα μου έκανε χωρίς να μ’ αρέσει. Είχα συναντήσει πολλές εντυπωσιακά αταίριαστες περιπτώσεις και αυτό με εκνεύριζε τόσο, που αν και ήμουν γενικά ψύχραιμος, σε τρεις περιπτώσεις τουλάχιστον φέρθηκα πολύ άτσαλα.
Πλήγωσα δηλαδή με την συμπεριφορά μου τις κοπέλες τόσο πολύ, που ούτε εγώ το ξέχασα ποτέ, αλλά ούτε και αυτές, οι οποίες βέβαια ποτέ δεν μου το συγχώρησαν, έστω και αν δεν τις έβλεπα συχνά μπροστά μου.
Στην πρώτη περίπτωση ήμουν μαθητής ακόμη και διάβαζα στο σπίτι μας ένα καλοκαιρινό απόγευμα, προκειμένου να πάρω το απολυτήριο μου από το γυμνάσιο.
Ενώ διάβαζα λοιπόν, η νεανική μου διάθεση με έσπρωχνε να παίξω με τις αντιδράσεις μιας κοπέλας, αυτής που έβλεπα από το παράθυρο του σπιτιού μας να μπαινοβγαίνει συνεχώς στο μπαλκόνι τους, κάνοντας κάποιες δουλειές.
Δεν έβλεπα τι ακριβώς έκανε εκεί, γιατί το σπίτι τους ήταν μεν στο ίδιο όροφο με το δικό μας αλλά δύο τετράγωνα πιο πέρα και το δέντρο που υπήρχε ανάμεσα μας δεν μου επέτρεπε να δω καθαρά τις κινήσεις της.
Από την θέση που βρισκόμουν δε, έβλεπα μόνον το κεφάλι της και λίγο από τον ώμο της και αυτά πάλι δεν μπορούσα να τα διακρίνω καθαρά, λόγο της παρουσίας του δέντρου.
Μ’ εντυπωσίαζε όμως η συνεχής απασχόληση της με τις δουλειές του σπιτιού τους και αυτό δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από μένα γι’ αυτό και την πρόσεχα.
Με εντόπισε και αυτή όμως, γι’ αυτό και συχνά πυκνά κοιτούσε προς το μέρος μου, πράγμα που με έβαλε σε πειρασμό να δω πως είναι εμφανισιακά, αφού το μέρος της υπευθυνότητας όπως έβλεπα το κάλυπτε επάξια.
Έκανα λοιπόν το πρώτο βήμα και μετά από αρκετά νοήματα, της ζήτησα να κατέβει κάτω και να συναντηθούμε στον δρόμο που βρισκόταν η δική μας πολυκατοικία και αυτό πάλι για να μη την εκθέσω στην γειτονιά της.
Δέχτηκε αυτή την πρόταση μου και σε δέκα λεπτά όπως συμφωνήσαμε την είδα να έρχεται κουτσαίνοντας προς στην δική μας γειτονιά.
Σκόπιμα της ζήτησα να έρθει εκεί, γιατί στον δικό μας δρόμο έπαιζαν πολλά παιδιά και εκεί ανάμεσα τους δεν θα ήταν δύσκολο σε μένα να κάνω τον αδιάφορο, στην περίπτωση που δεν θα μου άρεσε οπτικά η κοπέλα και όπως αποδείχτηκε αυτό μου συνέβαινε.
Τις ίδιες σκέψεις έκανα και για την κοπέλα βέβαια, αφού κανείς άλλος εκτός από μας ήταν δυνατόν να ξέρει τι συμφωνήσαμε, οπότε ούτε η κοπέλα θα διακινδύνευε κάτι από την αξιοπρέπεια της, αν εγώ έκανα όντως τον ανήξερο όταν ερχόταν αυτή να με συναντήσει.
Όπως το σκεπτόμουν λοιπόν εκείνη την στιγμή, ανάμεσα σε τόσα παιδιά που μεγάλωναν στον δρόμο σαν και μένα, ήταν και σ’ αυτήν εύκολο το να περάσει αδιάφορη, στην περίπτωση που εγώ δεν θα της άρεσα.
Ήταν και προστατευτικός ο λόγος δηλαδή που της ζήτησα συνάντηση σ’ αυτό το μέρος, χωρίς βέβαια να υπολογίζω, ότι θα αντιμετώπιζα μια τέτοια ειδική όσο και δύσκολη περίπτωση.
Όσο και αν ήμουν έμπειρος όμως για τα χρόνια την ηλικία μου, δεν μπόρεσα να αντιμετωπίσω ψύχραιμα και δυναμικά εκείνη την κατάσταση, γι’ αυτό και πράγματι έκανα τον αδιάφορο όπως είπα, όταν την είδα να έρχεται κουτσαίνοντας στο σημείο της συνάντησης μας.
Σαν είδε αυτή την εσκεμμένη αδιαφορία μου, πληγώθηκε διπλά όπως το κατάλαβα από τις γκριμάτσες του προσώπου της και προς τιμήν της, έκανε στροφή επί τόπου και γύρισε πίσω, αντί να έρθει και να με χαστουκίσει όπως πολύ φοβήθηκα ότι θα κάνει και με το δίκαιο της βέβαια.
Έκλαιγε η κοπέλα συνειδητοποιώντας την αδιαφορία μου και πιο πολύ έκλαιγε, γιατί το σωματικό της πρόβλημα που ήταν βασανιστικό γι’ αυτήν, της στερούσε εκείνη την στιγμή και το δικαίωμα να ζήσει ακόμη και αυτό το παιδικό φλερτ που εγώ της το αρνήθηκα, όντως αδύναμος να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων.
Όσο έβλεπα στα μάτια της την πληγή που της έκανα από την απόρριψη που την ανάγκασα να ζήσει κι εγώ πληγωνόμουν, πλην όμως δεν ήταν πλέον δυνατόν να επανορθώσω, γιατί κόκκινη από θυμό αυτή έφυγε όπως πριν από λίγο ήρθε κουτσαίνοντας από την γειτονιά της .’
Μετά απ’ αυτό το πάθημα, απέφευγα πλέον να κάνω συμφωνίες από μακριά, αλλά την πάτησα και πάλι ένα πρωί, στην στάση που κάθε μέρα περίμενα να πάρω το λεωφορείο για το μαγαζί του πατέρα μου.
Στην ίδια στάση συναντούσα κάθε μέρα δύο κοπέλες, που και αυτές έκαναν την ίδια διαδρομή με μένα, γιατί εργαζόταν προς την περιοχή που κι εγώ πήγαινα.
Την μία που ήταν μεγαλύτερη μου την ήξερα, γιατί ήταν αδελφή ενός φίλου μου. Είχα μεγάλη οικειότητα μαζί της και αυτό όπως ήταν φυσικό μου επέτρεπε να τις πλησιάσω εύκολα και να τις πειράζω όσο ήθελα αφού ήξερα τον χαρακτήρα της γνωστής μου.
Τις πείραζα αρκετά όπως και τις έλεγα διάφορα αστεία και έτσι δεν καταλάβαιναν πότε ερχόταν η ώρα να κατέβουν από το λεωφορείο, αφού εγώ πήγαινα μερικές στάσεις μακρύτερα απ’ αυτές.
Δεν ήταν και λίγες οι φορές που από το να γελούν αυτές, έκαναν λάθος και κατέβαιναν δύο στάσεις πιο κάτω από ότι έπρεπε.
Αφού λοιπόν πέρασε λίγος καιρός, άρχισε να μου αρέσει οπτικά η άλλη κοπέλα που παρεμπιπτόντως ήταν και πολύ εντυπωσιακή, αλλά πιο πολύ μου άρεσε επειδή χαιρόταν την συναναστροφή μας, έστω και αν αυτή περιορίζονταν μόνον στην στάση και στην διάρκεια της διαδρομής μας έως τον προορισμό τους, αφού εγώ συνέχιζα παρακάτω.
Με εντυπωσίαζε όμως το γεγονός ότι η κοπέλα ήταν πολύ επιφυλακτική και καθόλου ομιλητική. Έκανα τα πάντα να την ελευθερώσω, για να δω και το πώς σκέφτεται, γιατί όπως είπα μου άρεσε και την έψαχνα.
Είχα απολυθεί πια από τον στρατό και η ηλικία μου επέτρεπε να σκέφτομαι τον θεσμό του γάμου αν και δεν τον επιδίωκα, αφού ακόμη ήμουν ατακτοποίητος εργασιακά και αυτό ήταν που είχε προτεραιότητα για μένα εκείνο το διάστημα.
Μια μέρα όμως που δεν ήρθε η αδελφή του φίλου μου στην στάση, βρήκα την ευκαιρία που έψαχνα και σκέφτηκα να εξετάσω την άλλη κοπέλα, όσο βέβαια θα ήταν δυνατόν αυτό, αφού ούτως ή άλως μόνοι μας θα κάναμε την διαδρομή, αλλά και σκεφτόμουν το πως θα το έκανα χωρείς να την πληγώσω, αν δεν ήταν αυτό που έβλεπα και ήθελα να είναι.
Προσφέρθηκα να της κάνω το εισιτήριο εκείνη την ημέρα και αυτή ευχαρίστως το δέχτηκε, αποδεικνύοντας μετά με την συμπεριφορά της ότι εκτός από πολύ ωραία ήταν και πολύ έξυπνη, όχι γιατί γλίτωσε το εισιτήριο, αλλά γιατί κατάλαβε αμέσως το ότι έβαλα με το μυαλό μου να τις κάνω πρόταση σχέσης.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που ετοιμάστηκε να ανταποκριθεί θετικά στην πρόταση μου, πριν ακόμη εγώ την επιχειρήσω. Χάρηκα όπως καταλαβαίνετε, για όσα έβλεπα να υπάρχου αφειδώς επάνω της.
Εκείνο λοιπόν που περίμενα να εξετάσω στην συνέχεια, ήταν τις απόψεις της, γι’ αυτό και της άπλωσα πολλές θέσεις μιλώντας, έτσι ώστε να πάρει κι αυτή μέρος και να εκθέσει τον εαυτό της όπως και όποτε ήθελε.
Όσο έβλεπα δε στα μάτια της, το ότι συμμεριζόταν αυτά που εγώ της έλεγα, τόσο άπλωνα άλλα και διάφορα θέματα, ώστε να δω τουλάχιστον που και γιατί θα διαφωνήσει.
Της είπα πολλά λοιπόν μέσα στο λεωφορείο και τις εξέθεσα ακόμη περισσότερα και όπως καταλαβαίνετε, δεν είχε άλλα περιθώρια. Έπρεπε να πάρει θέση για όσα άκουγε, αλλά δεν το έκανε.
Δεν κατάλαβα τον λόγο που την υποχρέωνε να σκέφτεται τόσο πολύ, πριν μου δώσει μια απάντηση έστω, γι’ αυτό και την προκάλεσα να το κάνει εδώ και τώρα.
– Πες μου σε παρακαλώ τις έλεγα. Συμφωνείς ή διαφωνείς μ’ αυτό που άκουσες;
Επέμενα όπως καταλαβαίνετε, αλλά απάντηση δεν έπαιρνα και όταν επιτέλους αναγκάστηκε αυτή να το κάνει, τότε μετάνιωσα την ώρα και για την στιγμή που σκέφτηκα να της μιλήσω για σχέση, γιατί η κοπέλα μου έδωσε την απάντηση της με νοήματα,
Ήταν ότι καλύτερο είχα συναντήσει στην μέχρι τότε ζωή μου εκείνη η κοπέλα, ακόμη και για την περίπτωση που εγώ θα ήθελα να την έχω για γυναίκα μου, πράγμα που έβαζα στο μυαλό μου, έστω και αν δεν ήμουν τότε σε θέση να παντρευτώ.
Σοκαρίστηκα λοιπόν με όσα μου συνέβησαν εκείνη την στιγμή, γιατί όπως διαπίστωσα από τα νοήματα που μου έκανε, η κοπέλα δεν μπορούσε να μιλήσει.
Χωρίς να καταλάβω πως και γιατί το έκανα αυτό, μόλις είδα την πόρτα του λεωφορείου να ανοίγει στην στάση που πλησιάζαμε, κατέβηκα απ’ αυτό και για κάμποση ώρα περπατούσα στην παραλία από τον πύργο προς το λιμάνι, χωρίς να ξέρω που πάω, αφού ακολουθούσα την αντίθετη διαδρομή απ’ αυτήν που πήγαινα με το λεωφορείο.
Όταν συνήλθα πια από το σοκ που έπαθα και θυμήθηκα που ήμουν και τι έκανα πριν, πήγα σε μια στάση και πήρα πάλι το λεωφορείο για το μαγαζί του πατέρα μου.
Ενώ ταξίδευα όμως, σκεπτόμουν ότι μου άρεσε πολύ εκείνη η κοπέλα, ότι τίποτε δεν της υποσχέθηκα και ότι δεν θα με πείραζε το πρόβλημα της αν έδινα συνέχεια, αλλά δεν ήμουν τότε σε θέση να κάνω μια σοβαρή σχέση και μάλιστα με ένα τέτοιο άτομο, που για κανένα λόγο ύστερα δεν θα μπορούσα να την διακόψω.
Αφού δεν είχα βρει ακόμη τον επαγγελματικό μου χώρο, ήταν ο χρόνος κατάλληλος για μένα, ώστε να ψάχνω για σύζυγο; Επειδή όμως για τέτοια την έβλεπα όταν έβαλα στο μυαλό μου να της πω αυτό που σκεφτόμουν, μπλόκαρα και χωρίς να το καταλάβω κατέβηκα αμίλητος από το λεωφορείο.
Τα έβαλα με τον εαυτό μου μετά, γιατί και πάλι το έσκασα μπροστά στην δυσκολία που αντιμετώπιζα, γι’ αυτό και την επομένη το πρωί πήγα να την βρω, έχοντας κατά νου να της εξηγήσω τι μου συνέβη, θεωρώντας ότι πληγώθηκε από το ότι την άφησα μέσα στο λεωφορείο σύξυλη.
Στην στάση όμως εκείνο το πρωινό, ήταν μόνο η αδελφή του φίλου μου. Αυτή μου συνέστησε να φύγω πριν εμφανιστεί η κοπέλα, γιατί όπως μου είπε θύμωσε πάρα πολύ μαζί μου η φίλη της, γι’ αυτό και δεν ήθελε να με ξαναδεί.
Σεβάστηκα την θέση της και από τότε έπαιρνα μια ώρα νωρίτερα απ’ αυτές το λεωφορείο, ώστε να μην τοις συναντήσω ξανά. Όπως σας είπα, το μόνο που μ’ απασχολούσε εκείνο το διάστημα ήταν το τι θα έκανα στην ζωή μου και δεν είχα διάθεση για σοβαρές σχέσεις και παντρολογήματα.
Το νεαρό όμως της ηλικίας μου με παρέσυρε, γι’ αυτό και χωρείς να το επιδιώκω και πολύ, πάντα είχα μπερδέματα, αν και όχι της ίδιας κατηγορίας με την κωφάλαλη κοπέλα.
Μιχάλης Αλταλίκης