Άργησα να φύγω από το σπίτι μας ένα πρωινό για το μαγαζί του πατέρα μου και όταν πια κατέβηκα κάτω προκειμένου να πάω μέχρι την στάση του λεωφορείου, είδα κάποιον άγνωστο να δέρνει στην γωνιά του δρόμου αλύπητα, τον λαχειοπώλη της γειτονιάς μας.
Έτρεξα να τον γλιτώσω όπως καταλαβαίνετε και απορούσα για τον λόγο που δεν έκαναν το ίδιο και οι γύρο καταστηματάρχες. Έβλεπαν αδιάφοροι θα έλεγα τον γερό ξυλοδαρμό του και κανείς απ’ αυτούς δεν ρωτούσε εκείνον τον ξένο να του πει, γιατί χτυπούσε τον γείτονα μας, αυτόν που με τόσο κόπο πουλούσε τα λιγοστά λαχεία του, μέσω των οποίων προσπαθούσε να συντηρήσει και αυτός την οικογένειά του.
Με είδε όμως κάποιος απ’ αυτούς να τρέχω να βοηθήσω τον άτυχο λαχειοπώλη μας και πριν προλάβω να εκπληρώσω τον σκοπό μου, με έπιασε από το μπράτσο και με συγκρατούσε λέγοντας.
– Μη κάνεις τίποτε. Είναι καιρός να φάει ξύλο αυτός, ώστε να σταματήσει πια να πουλάει τα λαχεία που έχουν λήξει.
Πολλές φορές του έχουμε πει, ότι δεν είναι σωστό αυτό που κάνει. Όπως βλέπεις όμως, αδιαφορώντας για τις συστάσεις που του κάνουμε, συνεχίζει να τα πουλάει.
Χρόνια τώρα κάνει το ίδιο. Μαζεύει τα λαχεία που έχουν λήξει και τα πουλάει ξανά στους περαστικούς και σ’ αυτούς που δεν βάζουν με τον νου τους, ότι θα μπορούσε δηλαδή κάποιος, να τους πουλάει ληγμένα λαχεία.
Νομίζοντας λοιπόν, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι χαζοί και ότι μόνον αυτός είναι έξυπνος, εκμεταλλεύεται την απροσεξία τους και τους εξαπατά.
Έπεσα από τα σύννεφα εγώ από όσα άκουσα εκείνο το πρωινό, αφού ούτε και από το δικό μου μυαλό πέρασε ποτέ η ιδέα, ότι θα μπορούσε δηλαδή κάποιος να πουλάει ληγμένα λαχεία, γι’ αυτό και έλεγα προβληματισμένος στον καταστηματάρχη που με συγκράτησε.
– Μα αυτόν, χρόνια τώρα τον βλέπω να πουλάει λαχεία και μάλιστα πολύ τον χαίρομαι, όταν τον βλέπω να τα έχει με τόσο καλλιτεχνικό τρόπο κρεμασμένα με τα μανταλάκια του πάνω σ’ αυτό το μεγάλο τελάρο που διαθέτει. Όλα αυτά λοιπόν έχουν λήξει;
– Δυστυχώς είπε ο καταστηματάρχης. Αυτό κάνει τόσα χρόνια.
– Και η αστυνομία του είπα εγώ, τι κάνει; Δεν το έχει αντιληφθεί;
– Και φυσικά το έχει αντιληφθεί. Αφού τον έχουν για πληροφοριοδότη τους όμως εδώ, τι να του κάνουν;
Άφησε τον λοιπόν να φάει ξύλο σήμερα συμπλήρωσε, μήπως και σταματήσει να εξαπατά τους συνανθρώπους του αύριο.
Δικαιολόγησα τον καταστηματάρχη για όσα σκεφτόταν, αλλά και δεν ήθελα να αδιαφορήσω για εκείνον τον μπαγαπόντη λαχειοπώλη και αυτό με υποχρέωσε να του πω.
– Δεν είναι όμως και τόσο σωστό να δέρνουν μπροστά μας τον γείτονα μας και εμείς να τον βλέπουμε αδιαφορώντας για την τύχη του.
– Συμφωνώ είπε αυτός. Αλλά και ο λαχειοπώλης ξέρει ότι δεν είναι σωστό να πουλάει τα λαχεία που έχουν λήξει, αλλά τα πουλάει. Και όχι μόνον αυτό κάνει, αλλά και κοιτάζει μετά αδιάφορος αυτούς που τα αγοράζουν και χωρίς να το καταλάβουν, πληρώνουν την απροσεξία τους.
Τώρα λοιπόν, ήρθε ο καιρός να εισπράξει και αυτός την δική του χρόνια αδιαφορία, γι’ αυτό κάνε το κορόιδο και εσύ όπως και εμείς και μη κάνεις τίποτε. Άφησε τον να φάει, όσο ξύλο θέλει να του δώσει ο παθών.
Έφυγα λοιπόν από την γειτονιά μας αφού δεν μου επιτρεπόταν να κάνω κάτι για τον λαχειοπώλη και έφυγα αποσβολωμένος από εκεί, βλέποντας τον να τρώει ξύλο αδιαμαρτύρητα, ενώ απορούσα συγχρόνως, για το πως μπόρεσε αυτός ο άνθρωπος να σκεφτεί κάτι τέτοιο και να εξαπατά τους ανθρώπους, διακινδυνεύοντας να φάει κάποια στιγμή τόσο πολύ ξύλο.
Όταν όμως μετά από κάμποση ώρα έφτασα στο μαγαζί του πατέρα μου και του εξιστόρησα το συμβάν, όπως και το τι ακριβώς έπαθε πριν λίγο ο λαχειοπώλης από κάποιον άγνωστο, τον είδα να τρέχει προς το ταμείο του.
Ήθελε να εξετάσει εκεί, αν και τα δικά του λαχεία, αυτά που πριν από δύο μέρες τα πήρε από τον ίδιον λαχειοπώλη, ήταν ληγμένα ή όχι.
Όπως ήλπιζε, η κλήρωση τους θα γινόταν την Δευτέρα που μας πλησίαζε, γι’ αυτό και τον άκουσα να λέει πίσω από τον πάγκο του.
– Δεν το πιστεύω. Αυτά είναι λαχεία που έχουν λήξει την προηγούμενη εβδομάδα. Έ, δεν θα τον πετύχω. Να δεις τι έχω να του κάνω.
Την πάτησε και ο πατέρας λοιπόν, γι’ αυτό και του έλεγα γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του.
– Τίποτε δεν θα του κάνεις, αφού άλλος σε πρόλαβε. Την άλλη φορά όμως πρόσεχε από ποιον και τι λαχεία αγοράζεις, γιατί και τα λαχεία λήγουν όπως άκουσες και απατεώνες σαν και αυτόν υπάρχουν που τα πουλούν και δεν ντρέπονται.
Άκουγε ο πατέρας μου αυτά που του έλεγα, αλλά και ξεφυσούσε από θυμό, για το πως πιάστηκε αυτός κορόιδο, αφού όχι μόνον από εμπειρία, αλλά και από την φύση του ήταν έξυπνος άνθρωπος.
Μετά από λίγο όμως. Τον άκουγα να μονολογεί .
– Καλά λένε ότι το έξυπνο πουλί, πιάνετε από την μύτη. Κοροϊδεύετε από εκεί που δεν μπορεί, ούτε και να το φανταστεί ότι θα τον κοροϊδέψουν.
Κάτι ακόμη πήγε να συμπληρώσει για το ίδιο θέμα, αλλά τον έκοψε η ξαφνική παρουσία του Σαρακατσάνου πελάτη μας, ο οποίος μπήκε στο μπακάλικο εκείνη την στιγμή, προκειμένου να ζητήσει μισό κιλό χαλβά.
Από καιρό πριν σκεφτόταν ο πατέρας μου να κάνει ένα ερώτημα σ’ αυτόν τον Σαρακατσάνο, έχοντας ως θέμα τον χαλβά που μονίμως έτρωγαν αυτοί στο σπίτι τους, αλλά δεν το έκανε.
Και δεν το έκανε, γιατί φοβόταν μη τυχόν και παρεξηγηθεί αυτός από το δικό του ερώτημα και εξαιτίας της περιέργειας του τον χάσει από πελάτη, έστω και αν ο Σαρακατσάνος ήταν ως πελάτης πολύ μικρής κατανάλωσης.
Έτσι όπως ήταν ταραγμένος όμως από τον λαχειοπώλη που του πούλησε τα ληγμένα λαχεία, του έκανε τελικά το ερώτημα του, χωρείς και να το πολυσκεφτεί .
– Δεν μου λες ρε συμπέθερε. Έτσι με το συμπάθιο δηλαδή. Όλο τον χρόνο νηστεύετε; Εμείς μόνο την Μεγάλη Παρασκευή νηστεύουμε κι εκείνη την μέρα πάλι, απλώς δεν τρώμε τίποτε.
Μπράβο σας όμως συμπλήρωσε. Από όσα βλέπω, πρέπει να είστε πολύ καλοί Χριστιανοί εσείς, αφού κρατάτε νηστεία όλο τον χρόνο.
Άκουσε ο άνθρωπος το ερώτημα και όπως ήταν λογικό, απόρησε με το θέμα που του άνοιξε ο πατέρας μου, γι’ αυτό και του είπε με στόμφο.
– Τι είναι αυτά που λες κυρ, Κώστα. Από που το έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;
– Με το συμπάθιο δηλαδή επανέλαβε και πάλι ο πατέρας μου. Σε συγχαίρω αφού εσύ κάνεις κάτι που εγώ δεν μπορώ, γι’ αυτό και λέω μπράβο, καλός χριστιανός είναι.
Αν δεν κάνετε όμως νηστεία όπως λες, τότε γιατί τρώτε συνέχεια μόνο χαλβά και πατάτες; Εκτός πάλι και αν ψωνίζεις απ’ αλλού τα υπόλοιπα χρειαζούμενα, οπότε και βεβαίως, δεν μπορώ εγώ και δεν μου επιτρέπεται να σου απαγορεύσω να κάνεις ότι θέλεις. Από περιέργεια όμως το ρώτησα αυτό.
– Αφού είσαι περίεργος είπε και ο Σαρακατσάνος με την σειρά του, θα σου το εξηγήσω. Εμείς πάντως, για να το ξέρεις αυτό σου το λέω, νηστεία δεν κάνουμε.
Μπορείς να μου πεις όμως, πόσο κοστίζουν ανά κιλό οι ελιές, το τυρί, το λάδι, το ψωμί και ο χαλβάς;
Αφού αντιστράφηκαν οι όροι της κουβέντας τους, έπρεπε να απαντήσει ο πατέρας μου ως μπακάλης πλέων.
– Το ψωμί τι κάνει; Μια δραχμή και δέκα λεπτά. Το λάδι κάνει τριάντα δραχμές το κιλό και το τυρί τριάντα δύο. Οι ελιές κάνουν από είκοσι, έως είκοσι πέντε δραχμές το κιλό και ο χαλβάς κάνει δώδεκα.
Αφού έδωσε στον Σαρακατσάνο την οικονομική αναφορά που του ζήτησε, περίμενε μετά να ακούσει και τι άλλο θα ήθελε να του προσθέσει αυτός γι’ αυτό το θέμα, ο οποίος και δεν άργησε να του απαντήσει με πολύ περισπούδαστο ύφος.
– Άκου τώρα να σου πω και εγώ τι σκέφτομαι. Αν αγοράσει κάποιος ένα κιλό ελιές, θα φάει από αυτές λιγότερο από το μισό κιλό, αφού θα πετάξει τα κουκούτσια. Οπότε; Οι ελιές θα του κοστίσουν εξήντα δραχμές το κιλό και όχι εικοσιπέντε όπως λες εσύ. Ελιές λοιπόν εγώ, ποτέ δεν πρόκειται να αγοράσω, γιατί δεν θέλω να είμαι κορόιδο.
Για το τυρί πάλι, έχω να σου πω το εξής. Όπως ξέρεις, για να γίνει ένα κιλό τυρί, χρειάζονται πέντε κιλά γάλα. Αυτό λοιπόν, το πουλώ εγώ στον τυροκόμο της περιοχής μου προς δύο δραχμές και πενήντα λεπτά το κιλό. Παίρνω δηλαδή στα χέρια μου, δωδεκάμισι δραχμές και αυτές πάλι, όποτε βολεύει στον τυροκόμο.
Γιατί όμως να φάμε για πρωινό ένα κιλό τυρί και να δώσουμε τριάντα δύο δραχμές σε σένα και να μη τρώμε ένα ολόκληρο μήνα με τα ίδια λεφτά ένα κιλό γάλα κάθε μέρα παπάρα με το ψωμί, πληρώνοντας μόνον αυτό, αφού το γάλα ούτως ή άλλως είναι δικό μου;
Όπως βλέπεις, ούτε τυρί υπάρχει περίπτωση να αγοράσω ποτέ, αφού το αναπληρώνω με το γάλα και μαζί με αυτό, έχω και τα χρήματα μου στην τσέπη μου όποτε τα θέλω εγώ.
Το μεσημέρι πάλι. Αντί για οποιοδήποτε άλλο μαγειρεμένο φαγητό, εμείς τρώμε μονίμως μισό κιλό χαλβά οι τέσσερις μας, με την συμμετοχή δύο ψωμιών, αφού ως γνωστόν ο χαλβάς είναι πολύ γλυκός, γι’ αυτό και σηκώνει αρκετό ψωμί.
Σε πληροφορώ λοιπόν κύριε Κώστα, ότι γι’ αυτά τα δύο ξοδεύουμε μόνον οκτώ δραχμές και σαράντα λεπτά. Θα πρέπει δε να σου πω ακόμη, ότι τρώγοντας εμείς χαλβά και ψωμί που εσύ υποτιμάς, έχουμε ένα πλήρες γεύμα.
Αν διάβαζες όμως, θα ήξερες ότι το σησαμέλαιο που εμπεριέχεται στον χαλβά, είναι από τα καλύτερα λιπαρά που βάζουμε στον οργανισμό μας.
Δεν σου κρύβω δε, ότι κρατούμε μακριά από το σπίτι μας και την ΔΕΗ, αφού τίποτε σχεδόν δεν μαγειρεύουμε και έτσι γλιτώνουμε και από το ακριβό ρεύμα που πληρώνουμε σ’ αυτούς τους χαραμοφάηδες υπαλλήλους της ΔΕΗ, με τους παχυλούς μισθούς.
Ως τόσο, ανάβουμε μέρα παρά μέρα την κουζίνα μας, για να προσθέσουμε όχι μόνον μια αλλαγή στο μενού μας, αλλά και μπόλικο άμυλο που χρειαζόμαστε, όταν αντί για χαλβά το μεσημέρι τρώμε πατάτες.
Για να φάμε μόνον το μεσημέρι πατάτες οι τέσσερις μας, χρειαζόμαστε δυόμιση κιλά από αυτές, τις οποίες τρώμε βραστές και σκέτες, χωρείς λάδια και τέτοια.
Τις τρώμε δε χωρείς ψωμί, πάνω στις οποίες ρίχνουμε λίγο λεμονάκι για γεύση. Γι’ αυτό το πλούσιο μεσημεριανό γεύμα, ξοδεύουμε όπως ξέρεις, όλο και όλο μιάμιση δραχμή.
Για βραδινό; Δεν τρώμε τίποτε το βράδυ. Και δεν τρώμε τίποτε, γιατί από το πολύ φαγητό, είμαστε όλοι χοντροί στο σπίτι και αυτός είναι ο λόγος που ο γιατρός μας συνέστησε να κάνουμε δίαιτα.
Κατάλαβες τώρα κύριε καταστηματάρχη, γιατί κάθε μέρα τρώμε εμείς μόνο χαλβά και πατάτες;
Κατάλαβες γιατί δεν κάνουμε όπως οι άλλοι πολλά ψώνια; Αλίμονο λοιπόν σ’ αυτούς που δεν ξέρουν τι κάνουν και δεν ξεκολλούν από το μπακάλικο σου.
Αυτά μας είπε ο Σαρακατσάνος για την δική του τεχνική αντιμετώπισης, της οικιακής διατροφικής τους οικονομίας και μας χαιρέτησε φεύγοντας.
Μας άφησε όμως να σκεφτόμαστε, το ενδεχόμενο να μην ξέρουμε ούτε κι εμείς τι κάνουμε, πράγμα που έκανε τον πατέρα μου να του πει μόνον ένα ξερό κατάλαβα καθώς τον είδε να φεύγει, ενώ πρόσθετε σε μένα το δικό του σκεπτικό.
– Αν αυτός που έχει και καλλιεργεί πέντε χιλιάδες στρέμματα χωράφια και αρμέγει κι εγώ δεν ξέρω πόσα πρόβατα, σκέφτεται τόσο πολύ τα έξοδα που κάνει στο σπίτι του, εμείς που δεν έχουμε ούτε ένα στρέμμα να καλλιεργήσουμε, αλλά ούτε και μια προβατίνα να αρμέξουμε, τι πρέπει άραγε να κάνουμε για να ελέγξουμε την οικονομία μας;
Τα σχόλια δικά σας θα έλεγα, αλλά επειδή γνώριζα την οικογένεια τους, όπως και τις συνήθειες τους, όντως απορούσα κι εγώ, αν την σωματική τους ευρωστία την όφειλαν ή όχι στις πατάτες, στην παπάρα με το γάλα, ή στον χαλβά που έτρωγαν.
Θα ήθελα να το μάθω βέβαια αυτό, αλλά επειδή δεν τολμούσα να τους το ρωτήσω τότε, υπέθετα ότι όλα μαζί συνέβαλαν, ώστε να αποκτήσουν τόσο το ύψος τους, όσο και το βάρος τους, αφού όλοι τους ήταν υπερμεγέθη άτομα και πάνω από τα εκατό κιλά ο καθένας.
Δυστυχώς όμως, δεν καταφέραμε να μάθουμε το μυστικό της ευρωστίας τους αφού δεν μας το φανέρωσαν, αλλά όπως μάθαμε μετά από μερικά χρόνια, απέκτησαν όλοι τους προβλήματα με την καρδιά τους και μη ξέροντας τον λόγο της καρδιοπάθειας τους, ρωτούσαν τους γιατρούς να τους πουν, πως θα γλιτώσουν από την παχυσαρκία τους.
Μιχάλης Αλταλίκης