Μπήκαμε στα Χριστούγεννα εν τω μεταξύ, όπως και υποδεχτήκαμε την νέα χρονιά του 1998 στην συνέχεια, αν κι εγώ προσωπικά πολύ λίγο χάρηκα την άφιξη της θα έλεγα, λόγω του άγχους που φορτώθηκα προ ημερών, εξαιτίας της κλοπής που μου προέκυψε.
Ωστόσο όμως, βεβαίως και κάναμε και μάλιστα με πολύ επιτυχία το προγραμματισμένο άλλωστε πατροπαράδοτο τραπέζι μας και μάλιστα δυό φορές φάγαμε στο σπίτι μας, μια τα Χριστούγεννα δηλαδή και μια την πρωτοχρονιά συντροφιά με τους συγγενείς μας κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό, σε όλους μας άρεσαν τα κρεατικά που έφερα από την Αρναία κι ετοίμασε παραδοσιακά η γυναίκα μου για όλους μας.
Ο Γενάρης πάντως, μας υποδέχτηκε με πολλά χιόνια και αρκετό κρύο κατά την συνήθειά του, καταστάσεις τις οποίες έπρεπε να αγνοήσω εγώ προκειμένου να καλύψω τις ανάγκες της μονής μας με τα απαραίτητα, ώστε και οι πατέρες να αντιμετωπίσουν με άνεση της Άγιες μέρες που ακολουθούσαν, έστω και με μια καθυστέρηση δεκατριών ημερών από τις δικές μας όπως σας είπα, λόγω της ημερολογιακής διαφοράς που μας προκύπτει από το παλιό ημερολόγιο.
Όταν γιορτάζουμε εμείς τα Φώτα για παράδειγμα, στο Άγιο Όρος γιορτάζουν τα Χριστούγεννα. Μια εβδομάδα μετά γιορτάζουν την πρωτοχρονιά και την επόμενη τα Φώτα. Κι επειδή όλες αυτές οι μέρες είναι γιορτινές, καταλύουν ψάρι οι πατέρες κατά την δική τους παράδοση κι όπως καταλαβαίνετε, κατεψυγμένα μόνον μπορούσα να τους προμηθεύσω.
Αυτά βέβαια, από πολλές μέρες πριν τα συγκέντρωνε στους καταψύκτες του ο συνεργάτης μας και λίγα, λίγα τους τα μετέφερα μαζί μετά υπόλοιπα κάθε εβδομάδα, ώστε από όλα να τους έχουμε αναπαυμένους. Λόγω των υποχρεώσεών μου όμως, εγώ ιδικά, ποτέ δεν γιόρτασα μαζί τους τέτοιες μέρες.
Προκειμένου δε, να τους καλύψω και με τις ανάλογες πατάτες εκείνες τις ημέρες, δυό τόνους κοντά έβαλα στο φορτηγάκι μου ένα βράδυ και συνοδευόμενος από κάποιο ιερομόναχο της μονής μας, τρεις μέρες τις πήγαινα και τις έφερνα στην Ουρανούπολη, γιατί λόγω καιρού, δεν μπορούσε να κάνει το τακτικό του δρομολόγιο το καραβάκι της γραμμής, εξαιτίας του απαγορευτικού που μας προέκυψε.
Όταν ρωτούσα τον καπετάνιο του να μου πει, τί θα έκανε την επομένη, το ίδιο μου έλεγε κι αυτός στερεότυπα. Έλα πάλι αύριο και βλέπουμε. Μπορεί και να κάνουμε το δρομολόγιο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν και την τρίτη φορά που πήγα, πάλι δεν μπόρεσα να του παραδώσω τις πατάτες που μετέφερα.
Βλέποντας όμως την τριήμερη ταλαιπωρία μου ένας καταστηματάρχης της Ουρανούπολης, προθυμοποιήθηκε να με απαλλάξει από τον κόπο του πήγαινε, έλα, γι’ αυτό και δέχτηκε να τις ξεφορτώσω στον δικό του χώρο κι όταν έληγε το απαγορευτικό, τότε θα φρόντιζε αυτός την προώθησή τους στο μοναστήρι μας.
Την επομένη το πρωί κι αφού είχε αρθεί τελικά το απαγορευτικό, βεβαίως κι έβαλε τις πατάτες μας στο καραβάκι όπως μου το υποσχέθηκε και μαζί με αυτές, συνόδευσε και τον ιερομόναχο μέχρι εκεί, τον οποίο φιλοξένησε συν τοις άλλοις στο σπίτι του κι έτσι, έφτασαν εγκαίρως οι πατάτες στον μάγειρα που τις περίμενε με αγονία.
Λόγω καιρού, είναι αλήθεια ότι αρκετές φορές ταλαιπωρήθηκα εκεί και αρκετές φορές περίμενα μέχρι και το απόγευμα στην Ουρανούπολη μήπως και αρθεί το εκάστοτε απαγορευτικό. Αυτό όμως είχε και την καλή του πλευρά, δεδομένου ότι μου επέτρεπε ο χρόνος της παραμονής μου να γνωριστώ με πολλούς από τους κατοίκους της Ουρανούπολης.
Και με τα όργανα της λιμενικής υπηρεσίας βέβαια γνωρίστηκα καλύτερα, όπως και με τον καταστηματάρχη που ανάφερα παραπάνω, ο οποίος πολλές φορές στην συνέχεια με απάλλαξε από παρόμοιους κόπους για το ίδιο λόγο, όπως και με τον ίδιο τρόπο.
Κι επειδή ο ίδιος λόγος είναι μόνιμος βραχνάς για την περιοχή, για τα καράβια και για τους επισκέπτες του Αγίου Όρους δηλαδή, μετά από το περιστατικό με τις πατάτες και πάλι λόγω καιρού και με απαγορευτικό στον ίδιο μήνα, ένα μεγαλύτερο καράβι προθυμοποιήθηκε να κάνει μια μέρα το τακτικό δρομολόγιο, αν και με ευθύνη του καπετάνιου του βέβαια, όταν αδυνατούσε και πάλι το μικρό καραβάκι να το επιχειρήσει.
Δικαιολογημένα θα λέγαμε έγινε αυτή η προσθήκη, η οποία μετά από τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των επισκεπτών του Αγίου Όρους στο λιμεναρχείο της περιοχής προέκυψε κι από την προσπάθεια των αρχών να εκτονώσουν κάπως την κατάσταση, δεδομένου ότι, για μέρες έμεναν αυτοί στα ξενοδοχεία της περιοχής μέχρι να αρθεί το ανεπιθύμητο απαγορευτικό.
Δεν γινόταν βέβαια συχνά αυτό, αλλά σε παρόμοιες περιπτώσεις, όσοι από τους επισκέπτες κατέφθαναν στην Ουρανούπολη από τις κοντινές πόλεις, εύκολα επέστρεφαν στα σπίτια τους και πάλι πολύ εύκολα ερχόταν εκεί, προκειμένου να υλοποιήσουν την προγραμματισμένη τους επίσκεψη στο Άγιο Όρος.
Εκείνοι όμως που ερχόταν από την Αθήνα, ή την Πελοπόννησο; Από την Κρήτη, ή την Κύπρο, ή κι από την Αμερική όπως αρκετές φορές το είδα να συμβαίνει; Πόσο εύκολο ήταν γι’ αυτούς να επιστρέψουν στα σπίτια τους; Αυτός λοιπόν ήταν κι ο λόγος που έμεναν στα ξενοδοχεία οι επισκέπτες, μέχρι να τους επιτραπεί η είσοδος στο Άγιο Όρος.
Με το δίκαιό τους δηλαδή διαμαρτυρόταν οι άνθρωποι, γιατί ούτε τα έξοδα της παραμονής τους στην Ουρανούπολη ήταν λίγα, αλλά ούτε και προβλεπόμενα ήταν. Αν και σήμερα έχουν αλλάξει κατά πολύ προς το καλύτερο τα πράγματα, όπως και πολύ ποιο εύκολα ενημερώνονται σχετικά με τον καιρό οι εκάστοτε επισκέπτες, ωστόσο, πάλι προκύπτουν ξαφνικά κι απρόβλεπτα απαγορευτικά και πάλι καλούνται αυτοί να τα αντιμετωπίσουν όπως κι όσοι σαν κι εμένα κάνουν διακίνηση αγαθών προς το Άγιο Όρος.
Για να επανέλθω όμως στην αφήγησή μου, όπως και στην δική μου υποχρέωση να αντιμετωπίζω τις απρόβλεπτες συμπεριφορές του καιρού, σας αναφέρω ότι το καράβι που δέχτηκε να κάνει το δρομολόγιο εκείνης της ημέρας, δεν ήταν παντόφλα όπως αποκαλούνται τα φέρι μπόουτ.
Διέθετε καρίνα δηλαδή, οπότε, μπορούσε να κάνει την διαδρομή, έστω και με τον νοτιά να το παιδεύει με πάνω από πέντε μποφόρ κύματα, όριο που επιβάλει βέβαια την ισχύ του απαγορευτικού.
Αν και διέθετε λοιπόν καρίνα εκείνο το καράβι, εν τούτοις, με πολύ δυσκολία θα έπιανε κι αυτό την σκάλα της Δάφνης, το επίσημο λιμάνι του Αγίου Όρους δηλαδή, λόγω του ότι επηρεάζεται αρκετά κι αυτό, όταν ο αέρας κινείται νοτιοδυτικά, με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολη και η αποβίβαση των επιβατών στην προκυμαία.
Όσο για την περίπτωση να δεχθεί ο καπετάνιος, όπως και να κατεβάσει στην μονή μας αυτά που εγώ είχα στο φορτηγάκι μου και ήθελα να του τα δώσω, ούτε λόγο ήθελε να κάνει, αφού ως γνωστόν, δεν είναι καθόλου εύκολο και να μπει στο λιμανάκι μας ένα καράβι, όταν ο νοτιάς είναι αρκετά ισχυρός.
Αρνούμενος δε να δεχθεί το αίτημά μου, μου πρότεινε να επιστρέψω στην Θεσσαλονίκη και να επαναλάβω την προσπάθειά μου την επομένη κι εφόσον ο καιρός μου το επέτρεπε, τότε να έστελνα τις προμήθειες μου στο μοναστήρι μας.
Μπροστά στο κίνδυνο να προκαλέσω ζημιά στα ψάρια μου, πήγαινε, έλα, στην Ουρανούπολη, δέχτηκα τελικά την δεύτερη πρόταση που μου έκανε ο καπετάνιος. Να βάλω δηλαδή το φορτίο μου στο καράβι του, αλλά και να το κατεβάσω στο λιμάνι της Δάφνης κι από εκεί και μετά, να κανόνιζα εγώ πώς θα το μετέφερα μέχρι το μοναστήρι μας.
Αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά λοιπόν, προτίμησα να δεχθώ την δεύτερη πρόταση, οπότε, έφερα το αυτοκίνητό μου στο καράβι του κι όπως έπρεπε, τοποθέτησα το φορτίο του σε μια γωνιά που αυτός μου υπέδειξε.
Τελειώνοντας την εκφόρτωσή του, πήγα το φορτηγάκι μου στο πάρκιν και τρέχοντας επέστρεψα στο καράβι, προκειμένου να συνοδεύσω τις προμήθειές μου, αλλά και να ξεκινήσει πια ο καπετάνιος το ταξίδι του, αφού εμένα περίμενε.
Με το που ξεκινήσαμε βέβαια, αμέσως ενημέρωσα από τηλεφώνου τον επίτροπο για όσα μου προέκυψαν, όπως κι αυτά που αποφάσισα να κάνω στην συνέχεια. Ότι θα συνόδευα δηλαδή τα μεταφερόμενα μέχρι την Δάφνη κι ότι ήλπιζα να βρω εκεί κάποιον φιλότιμο οδηγό που να ήθελε ενδεχομένως να μου τα μεταφέρει μέχρι την μονή της Σιμονόπετρας, αφού αυτό ήταν και το πλησιέστερο σημείο από την δική μας μονή.
Από εκεί και μετά όμως, έπρεπε αυτός να στείλει τα μουλάρια της μονής μας όπως του έλεγα, ώστε μέσω αυτών να ολοκληρωθεί και η μετέπιπτα μεταφορά και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν, γιατί τα κατεψυγμένα ψάρια άρχισαν να ξεπαγώνουν κάπως κι αν δεν τα βάζαμε γρήγορα στους καταψύκτες, θα έπρεπε να τα καταναλώσουμε ευθείς αμέσως, για να μην αναγκαστούμε να τα πετάξουμε στην θάλασσα ως κατάλληλα προς βρώσιν.
Αυτά λοιπόν είπα στον επίτροπο, ο οποίος βέβαια αμέσως δρομολόγησε το αίτημά μου, ελπίζοντας κι αυτός ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Κάπως έτσι δηλαδή αντιμετωπίσαμε το πρόβλημά μας κι όταν τελικά έφτασα στην Δάφνη, αμέσως άρχισα να ψάχνω για φορτηγό που θα μπορούσε να κάνει όσα ήλπιζα κι ευτυχώς για μένα, τους πατέρες και τα ψάρια που μετέφερα, βρέθηκε κάποιος που πολύ ευχαρίστως δέχτηκε το αίτημά μου, λόγω του σεβασμού που έτρεφε προς τον προστάτη της μονής μας, τον Άγιο Νικόλαο δηλαδή.
Χάριν αυτού λοιπόν, όχι μόνον την μεταφορά τους έκανε ο άνθρωπος, αλλά και με βοήθησε να τοποθετήσω τα ψάρια όπως και τα υπόλοιπα κάτω από ένα κιόσκι, γιατί άρχισε να βρέχει την στιγμή που φτάσαμε στην μονή της Σιμονόπετρας.
Έφυγε βέβαια αυτός μετά από την τακτοποίησή τους, αφού είχε την δουλειά του να τον περιμένει, αλλά εγώ άρχισα να ανησυχώ, γιατί δεν έβλεπα να έρχονται τα μουλάρια. Όταν τα είδα όμως ανακουφίστηκα κι αμέσως σχεδόν άρχισα να βοηθώ τον ιερομόναχο που τα συνόδευε.
Εκείνος όμως, εξειδικευμένος καθώς ήταν στο φόρτωμα των μουλαριών του, με έδιωχνε. Φύγε έλεγε κι άφησέ με να κάνω την δουλειά μου όπως ξέρω εγώ. Το φόρτωμα στα μουλάρια γίνεται με ιδικό τρόπο κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε από αυτόν. Μα, αν σε βοηθήσω του έλεγα, θα τελειώσεις γρηγορότερα. Αυτός όμως επέμενε να με διώχνει.
Καλά έκανε βέβαια, αλλά εγώ ανησυχούσα, μη τυχόν και μείνουν για πολύ ώρα εκτεθειμένα τα ψάρια στην βροχή. Όπως έβλεπα όμως, δεν ήρθε εκεί εντελώς απροετοίμαστος ο ιερομόναχος πατήρ Νέστωρ. Μόλις φόρτωσε το ένα από τα δέκα μουλάρια που έφερε μαζί του, αμέσως σκέπασε τα μεταφερόμενα με ένα από τα πολλά κομμάτια νάιλον που είχε φέρει μαζί του και μου τα έδειχνε.
Σκεπτόμενος παρ’ όλα αυτά, ότι θα καθυστερούσε ενδεχομένως να φορτώσει τα μουλάρια του κι ότι μάλλον θα κινδύνευαν τα κατεψυγμένα μέχρι να φτάσουν στο μοναστήρι μας, δεν έλεγα να φύγω από κοντά του, λες κι ότι αν έμενα, θα έκανε αυτός γρηγορότερα, ή θα προλάβαινα κάτι.
Αυτό μάλλον υπολογίζοντας κι αυτός, μου έλεγε κάποια στιγμή με πολύ σιγουριά. Φύγε και πήγαινε στο μοναστήρι, γιατί σε περιμένει δύσκολη κατάβαση. Καθόλου μην ανησυχείς για μένα, γιατί εγώ θα τελειώσω το φόρτωμα, θα σε προσπεράσω κατεβαίνοντας κι όταν θα φτάσω στο μοναστήρι, εσύ θα βρίσκεσαι ακόμη στα μισά της διαδρομής.
Ήξερα τις δυνατότητές του είναι αλήθεια, οπότε, πράγματι έφυγα κι όντως πολύ δύσκολα κατέβαινα το βουνό, αν και σταμάτησε να βρέχει. Μιάμιση ώρα έκανα μια φορά την ίδια διαδρομή καλοκαιριάτικα κι αυτό υπολογίζοντας, πολύ ανησυχούσα για την κατάσταση που θα βρισκόταν στο τέλος της διαδρομής τα κατεψυγμένα ψάρια.
Κι ενώ αυτά σκεπτόμουν κατεβαίνοντας δύσκολα, πράγματι με έφτασαν τα μουλάρια του και πίσω από το τελευταίο ευρισκόμενος ο Παπά Νέστορας, τα πιέζει να τρέχουν περισσότερο. Χαριτολογώντας δε, έλεγε και σ’ εμένα όταν με είδε. Όπως σου είπα, εγώ θα ξεφορτώσω τα μουλάρια κι εσύ ακόμη θα έρχεσαι.
Με προσπέρασαν γρήγορα αυτά είναι αλήθεια κι όπως το είπε, έτσι κι έγινε. Από τα μέσα της διαδρομής που είχα να καλύψω, από εκεί τα έβλεπα να μπαίνουν στο μοναστήρι κι όταν πια έφτασα κι εγώ εκεί, όλα ήταν ξεφορτωμένα και τακτοποιημένα στους καταψύκτες για την ασφάλειά τους.
Στην προσπάθειά μου όμως να ακολουθήσω τον δικό τους ρυθμό, βεβαίως και κουράστηκα κατεβαίνοντας τον βουνό, αλλά κι έκανα την ίδια διαδρομή σε μια ώρα πλέον, γι’ αυτό και παρουσιάστηκα στους μοναχούς μας αρκετά λαχανιασμένος.
Όταν με είδαν αυτοί να παίρνω γρήγορες ανάσες μπαίνοντας στα ενδότερα της μονής, γελούσαν μεν με την δυσκολία που έκανα την διαδρομή, αλλά κι απορούσαν μαζί μου, για το πώς σήκωνα μόνος μου εκείνα τα μεγάλα και πολύ βαριά ψάρια που τους πήγα, τα οποία δυό, δυό κουβάλησαν αυτοί μέχρι τους καταψύκτες.
Είναι θέμα συνήθειας τους έλεγα, αλλά και κάνω αυτό που κάνει κι ο Παπά Νέστορας. Όταν κάνεις δηλαδή την δουλειά σου μόνος, την κάνεις αναγκαστικά καλά, γιατί βάζεις τον εαυτό σου να αποδώσει τα μέγιστα. Όταν όμως, κάνεις μαζί με κάποιον άλλον την ίδια δουλειά, τότε περιμένεις να κάνει κι αυτός το ίδιο μ’ εσένα κι έτσι αδυνατίζεις τον εαυτό σου.
Και δεν είναι μόνον αυτό το κακό, αφού πολύ μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να πάθεις κάποιο ατύχημα συνεργαζόμενος με άλλον, γιατί δεν μπορείς να υπολογίσεις σωστά, το βάρος που εσύ σκοπεύεις να σηκώσεις.
Από φιλότιμο βέβαια θέλει να βοηθήσει κάποιος, αλλά μόνον με το φιλότιμο, δεν είναι δυνατόν να προσφέρει ελεγχόμενα την βοήθεια που υπολογίζει να δώσει. Πρέπει δηλαδή να ξέρει και τι ακριβώς να κάνει. Αν δε και δεν ξέρει, τότε η όποια βοήθεια του, μπορεί να μετατραπεί σε ζημία.
Αυτός λοιπόν είναι κι ο λόγος που κι ο παπά Νέστορας κάνει την δουλειά του μόνος του. Για να αποφύγει το ατύχημα το κάνει κι όχι από εγωισμό. Τον βλέπουμε να σηκώνει τόσα βάρη όλη την ημέρα μόνος του κι απορούμε μαζί του είναι αλήθεια, την στιγμή που ο ορθοπεδικός του υπέδειξε να μένει συνεχώς ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, λόγω των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η μέση του.
Μιχάλης Αλταλίκης