Πέρασε οι μέρες όμως και πάλι βρέθηκα στους δρόμους λόγω των αναγκών της μονής μας κι επειδή ήταν έξη του μήνα Δεκέμβριου εκείνη την ημέρα κι εμείς γιορτάζαμε τον Άγιο Νικόλαο, έκανα υπομονή μετά από την εκφόρτωση των μεταφερόμενων αναγκών στο καραβάκι και δεν έμεινα στην Ιερισσό προκειμένου να κοιμηθώ έστω και για λίγο στην αυλή της Εκκλησίας τους.
Προτίμησα να μείνω στα Στάγιρα δηλαδή για τον ίδιο λόγο, γι’ αυτό κι όταν τελικά βρέθηκα στο χωριό τους, έμεινα έξω από την εκκλησία τους, έχοντας κατά νου να παρακολουθήσω εκεί την λειτουργία της ημέρας όπως το είχα προγραμματίσει.
Πάρκαρα δηλαδή το φορτηγάκι μου σε ένα μικρό άνοιγμα του δρόμου αφού βρήκα χώρο και ξάπλωσα σ’ αυτό προκειμένου να κοιμηθώ για λίγο αν μπορούσα, ή μέχρι να αρχίσει η θεία λειτουργία.
Όταν άκουσα λοιπόν την καμπάνα τους να κτυπά για δεύτερη φορά, τότε σηκώθηκα και πήγα στον ναό τους όπου και την παρακολουθούσα τελικά.
Παραξενεύτηκαν βέβαια οι άνθρωποι, βλέποντας έναν εντελώς άγνωστο άνθρωπο γι’ αυτούς να μπαίνει στην εκκλησία τους, αλλά κι εγώ, σημασία δεν έδωσα στα περίεργα βλέμματά τους. Μόλις τελείωσε όμως η λειτουργία, πήρα το αυτοκίνητό μου κι όπως έπρεπε, επέστρεφα στην έδρα μου.
Περνώντας όμως από την Αρναία, στάθηκα από συνήθεια μπροστά στο χασάπικο κι αφού κουβεντιάσαμε για λίγο με τον χασάπη, τον ρώτησα να μου πει αν θα μπορούσε να με εξασφαλίσει λίγο αγριογούρουνο όταν θα περνούσα και πάλι από την κωμόπολη τους τις παραμονές των Χριστουγέννων κι αφού μου το υποσχέθηκε, έφυγα για τον προορισμό μου.
Ήμασταν βέβαια μακριά ακόμη από τις ημέρες που θα χρειαζόμασταν τα κρέατα, αλλά και δεν μου έτυχε να ξαναπεράσω άλλη φορά από την Αρναία επιστρέφοντας από την Ουρανούπολη κι έτσι δεν μπόρεσα να υπενθυμίσω στον χασάπη την παραγγελία που του έδωσα.
Πλησίασαν όμως οι μέρες και λόγω της ημερολογιακής διαφοράς που μας προκύπτει με το παλιό ημερολόγιο, βάσει του οποίου ακολουθούν το εορτολόγιο τους όλοι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, πήγα να παραστώ κι εγώ στην γιορτή του Αγίου Νικολάου, αφού τιμούν κι αυτόν ως προστάτη τους οι πατέρες της μονής μας κι έτσι, έμεινα μαζί τους στην αγρυπνία που ακολουθεί ως πανήγυρη και την επομένη, στις είκοσι του μήνα δηλαδή, επέστρεφα με το καραβάκι όπως πάντα.
Όταν φτάσαμε στην Ουρανούπολη, πήρα το φορτηγάκι μου, το οποίο είχα αφήσει προς φύλαξη στο πάρκιν κι όπως έπρεπε, επέστρεφα στο σπίτι μου ολοταχώς, ακολουθώντας τον δρόμο που οδηγεί προς την Αρναία, με στόχο να πάρω από τον χασάπη και την παραγγελία που του έδωσα.
Φτάνοντας εκεί όμως, βρήκα το χασάπικο του κλειστό και τον χασάπη να λείπει. Κάπου πήγε μου είπε ένας περαστικός κι αν περίμενα για λίγο όπως έλεγε, μπορεί και να επέστρεφε γρήγορα. Δεν μου άρεσε αυτό βέβαια, γιατί είχα λόγους που με ανάγκαζαν να επιστρέψω σύντομα στο σπίτι μου, αλλά και δεν ήθελα να φύγω και άπρακτος από την Αρναία.
Πήγα να πιω έναν καφέ απέναντί του προκειμένου να τον περιμένω και πριν καλά, καλώ καθίσω, τον είδα να κρεμά στο τσιγκέλι που διέθετε έξω από το χασάπικό του, ένα μικρό σχετικά σε όγκο αγριογούρουνο.
Το κρέμασε μεν, αλλά και πήγε να φύγει. Πού πας, του έλεγα με καλή διάθεση. Ξέχασες ότι σου παρήγγειλα κρέατα; Πω? Πω? Έλεγε αυτός όταν με είδε. Τίποτε δεν σου κράτησα, γιατί το ξέχασα. Να σε βολέψω αύριο από τα ήμερα αν θέλεις. Τώρα όμως δεν μπορώ, γιατί είμαι πολύ κουρασμένος. Από την Δράμα ήρθα τώρα κι όπως βλέπεις, αυτό μόνον βρήκα εκεί και για κάποιον άλλον το έφερα.
Δεν ξέρω για ποιόν το έφερες του έλεγα κι εγώ απογοητευμένος από το την απάντησή του και δεν με νοιάζει όποιος κι αν είναι αυτός που του το έταξες. Εγώ περαστικός είμαι από εδώ όπως ξέρεις και δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναπεράσω από το χασάπικό σου τις επόμενες μέρες. Κόψε λοιπόν αυτό που έφερες σε κομμάτια και τύλιξέ το να το πάρω μαζί μου, γιατί κι εγώ είμαι κουρασμένος. Μάτι δεν έκλεισα δηλαδή εδώ και τρεις μέρες προκειμένου να ανταπεξέλθω των δικών μου υποχρεώσεων.
Ήξερε βέβαια αυτός τί δουλειά έκανα, όπως ήξερε κι ότι δεν του έλεγα ψέματα, οπότε, άρχισε να το σκέπτεται. Το σκεπτόταν μεν, αλλά και μου έφερε κάποιες αντιρρήσεις όταν έλεγε. Τί θα το κάνεις όλο αυτό το κρέας; Σαράντα κιλά περίπου θα βγει καθαρό. Θα μπορέσετε να το φάτε σε ένα χρόνο;
Ποιό χρόνο μου λες ρε Γιώργο; Τριάντα δύο άτομα θα είμαστε στο τραπέζι των Χριστουγέννων και μάλιστα εμείς κι εμείς. Τρεις οικογένειες δηλαδή. Η δική μου και του κουνιάδου μου, ο οποίος μένει στην ίδια πολυκατοικία μ’ εμάς και οι δυό αδελφές μου που περιμένω να έρθουν με τις δικές τους οικογένειες. Τί λες τώρα; Θα μας φτάσουν τα σαράντα κιλά που μου ανάφερες;
Όχι, έλεγε αυτός μονολεκτικά και πριν του πω οτιδήποτε άλλο, έκανε στροφή και μπήκε στο χασάπικό του. Έπιασε στην συνέχεια την ποδιά του κι αφού την φόρεσε, αμίλητος βγήκε έξω κι έφερε το αγριογούρουνο μέσα. Το κρέμασε καθώς έπρεπε κι αμέσως άρχισε να το περιποιείται κατά την χασάπικη δεοντολογία.
Όταν πια ήταν καθ’ όλα έτοιμος, το πακετάρισε όπως του το ζήτησα και τότε μόνον άνοιξε το στόμα του να μου πει, ότι για χάρη μου έκανε εκείνη την ώρα όσα του ζήτησα, για τους κόπους που κι εγώ έκανα όπως ήξερε, αλλά και για τους καλεσμένους που είχα βέβαια.
Αφού ευχαρίστησα τον φύλο μου, για όσα έκανε εκείνη την ώρα για μένα, τον πλήρωσα κι έφευγα κάπως γρήγορα από την Αρναία προς την Θεσσαλονίκη, γιατί αρκετά καθυστέρησα την επιστροφή μου.
Την επομένη το πρωί όμως, από τις πέντε τα χαράματα παρκάρισα το φορτηγάκι μου στο γνωστό σημείο της αγοράς μας κι όπως έκανα καθημερινά, μόλις τελείωσα τον πρωινό μου κανόνα, ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα που μου έκανε η κυρία Ελένη και πήγα να της κάνω παρέα, για να πιούμε μαζί τον πρωινό μας καφέ στο κατάστημά της.
Είπαμε αρκετά εκείνη την ώρα για τα προβλήματα της γειτονιάς μας όπως είπαμε και για τις δουλειές μας πολλά βέβαια κι αφού σχολιάσαμε και τα παρατράγουδα που μας προκαλούσαν τα νεαρά άτομα εκείνες τις ώρες, αρχίσαμε να ετοιμάζουμε το προσωπικό μας πρόγραμμα για τις επόμενες ώρες.
Δεν είχα να κάνω πολλές αγορές από το κέντρο εκείνη την ημέρα κι αφού τα περισσότερα που είχα να προμηθευτώ θα τα έπαιρνα από τα καταστήματα που βρισκόταν περιφερειακά, ετοίμασα και δεύτερο πλάνο προορισμών.
Έγινε επτά και μισή σχεδόν, όταν πια έλεγα στην κυρία Ελένη να μου ετοιμάσει αυτά που είχα να πάρω από το δικό της κατάστημα, αφού έπρεπε να ξεκινήσω πια τις αγορές μου.
Ήταν αρκετά βέβαια αυτά και οι δύο υπάλληλοι τα είχαν ήδη ετοιμάσει, αλλά δεν μπορούσαν να ανοίξουν την πίσω πόρτα τους όπως μου έλεγαν, προκειμένου να μου τα φορτώσουν στο αυτοκίνητό μου.
Ο λόγος ήταν λίγο χαζός θα έλεγα, γιατί ένα ζευγαράκι που ξάπλωνε για τους γνωστούς λόγους μέσα στο αυτοκίνητό τους, δεν τους επέτρεπε να ανοίξουν την πόρτα τους, δεδομένου ότι το είχαν παρκάρει πάνω στο πεζοδρόμιο.
Τους ενόχλησαν επανειλημμένα οι υπάλληλοι είναι αλήθεια όσο πίναμε εμείς τον καφέ μας, αλλά το ζευγαράκι επέμενε να μη καταλαβαίνει από τέτοιες ενοχλήσεις. Περίμενε ακόμη λίγο έλεγε και σ’ εμένα η κυρία Ελένη αστειευόμενη. Αν πάλι θέλεις, κάνε καμιά άλλη δουλειά και μετά έρχεσαι να πάρεις τα δικά μας πράγματα. Μέχρι τότε όμως, μπορεί και να φύγουν οι επισκέπτες μας.
Τί να έκανα λοιπόν; Πήγα σε άλλα δυό καταστήματα να κάνω τα ψώνια μου κι όταν επέστρεψα, βρήκα επιτέλους την πόρτα τους ανοιχτή, οπότε, παρέλαβα τελικά τις αγορές μου. Τελειώνοντας από αυτούς, έκανα μια μικρή βόλτα ακόμη στην αγορά, προκειμένου να δώσω μερικές ακόμη παραγγελίες για την επομένη στα καταστήματα κι όπως έλεγε το δεύτερο πρόγραμμά μου, ξεκίνησα να φύγω από το κέντρο.
Είχα να εκτελέσω αρκετές υποχρεώσεις αγορών βέβαια στο δεύτερο πρόγραμμα, αλλά μαζί με αυτές, είχα να εξοφλήσω και πέντε τιμολόγια αγορών που έκανα τις προηγούμενες μέρες κι επειδή τα ποσά ήταν γύρω στα διακόσια χιλιάρικα σε δραχμές το καθένα, από το σπίτι μου ακόμη έκανα πέντε ματσάκια των διακοσίων, ώστε εύκολα να τα έδινα στους δικαιούχους, αλλά και χωρίς να δείχνω σε κανέναν μάλιστα, πόσα χρήματα είχα επάνω μου.
Στον πρώτο που επισκέφτηκα, με απόλυτη επιτυχία ενήργησα είναι αλήθεια και σε κανέναν δεν έδωσα το δικαίωμα να με παρακολουθεί. Πηγαίνοντας στον επόμενο προορισμό μου όμως, θυμήθηκα καθ’ οδόν, ότι μου έδωσαν μια χύτρα οι πατέρες, προκειμένου να τις κολλήσω τα χερούλια της, τα οποία ξεκόλλησαν για κάποιο λόγο. Κι επειδή περνούσα από το εργαστήριο του φίλου μου Δημήτρη και πολύ καλό στο είδος του, στάθηκα να του δείξω το πρόβλημά μου, όπως και να του ζητήσω την επίλυσή του.
Μόλις έφτασα κοντά του λοιπόν, ανέβασα το αυτοκίνητό μου στο μικρό πεζοδρόμιο που διέθετε μπροστά στο εργαστήριό του και για να μην ενοχλήσω τους τρείς ανθρώπους που είδα να είναι όρθιοι εκεί και να συζητούν, με πολύ προσοχή πάρκαρα το φορτηγάκι μου δίπλα τους και το έβαλα έτσι μάλιστα, που να απέχει από τον τοίχο του τριάντα πόντους μόνον για την ασφάλειά του, όπως και δύο μέτρα περίπου σε απόσταση από τους τρείς ανθρώπους.
Κατέβηκα στην συνέχεια από την πλευρά του δρόμου κι όπως έκανα πάντα, κλείδωσα την πόρτα του οδηγού. Έριξα μετά μια γρήγορη ματιά στο κενό που άφησα ανάμεσα στο αυτοκίνητό μου και τον τοίχο και ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, χαιρέτησα τους τρείς ανθρώπους και χωρίς να μπω στο εργαστήριο, καλούσα από την πόρτα τον Δημήτρη να έρθει έξω.
Ακούγοντας αυτός την φωνή μου, αμέσως ανταποκρίθηκε είναι αλήθεια κι όπως έπρεπε, τον κάλεσα στο αυτοκίνητο να δει την χύτρα, όπως και να μου πει αν μπορούσε να την κολλήσει ή όχι. Μετά βίας θα έλεγα άνοιξα την πλαϊνή πόρτα του αυτοκινήτου μου, αφού ο χώρος που άφησα μεταξύ αυτού και του τοίχου ήταν όντως πολύ μικρός κι όπως έπρεπε, πήρα την χύτρα και την έδωσα στα χέρια του Δημήτρη.
Ασφαλώς και μπορώ να το κάνω είπε αυτός βλέποντάς την κι αν περιμένεις λίγο μάλιστα, σε πέντε λεπτά θα την πάρεις μαζί σου, ώστε να μην έρθεις ξανά εδώ μόνον γι’ αυτόν τον λόγο. Αυτά μου είπε ο Δημήτρης κι αφού μπήκε στο εργαστήριό του, άρχισε να κάνει αυτό που του ζήτησα και πράγματι, μόνον πέντε λεπτά έκανε όπως είπε.
Σ΄ αυτά τα πέντε λεπτά όμως, από ανησυχία και μόνον, έξω στεκόμουν. Και μέχρι να μου πει αυτός ότι ήταν έτοιμος, ρούπι δεν το κούνησα από εκεί. Μπήκα ένα μέτρο μόνον στο εργαστήριο προκειμένου να πληρώσω τον κόπο του, αν κι ο Δημήτρης δεν δέχτηκε να πληρωθεί. Με είδε όμως ανήσυχο αφού ούτε μέσα στο εργαστήριό δεν ήθελα να μπω, γι’ αυτό και θέλησε να μάθει τον λόγο.
Όχι μόνον δεν του έδωσα κάποια απάντηση, αλλά και μέχρι να μου κολλήσει αυτός την χύτρα, εγώ πέντε φορές πήγα να ελέγξω την κατάσταση του αυτοκίνητο μου, γιατί είχα αφήσει μια πάνινη τσάντα στο πάτωμα της καμπίνας μου, μέσα στην οποία είχα πρόχειρα ριγμένες τις αλλαξιές που κρατούσα μαζί μου για παν ενδεχόμενο, ανάμεσα στις οποίες έβαλα εκείνα τα τέσσερα ματσάκια των διακοσίων χιλιάδων δραχμών που μου απέμειναν, αφού το ένα τιμολόγιο πρόλαβα να το εξοφλήσω.
Μαζί με αυτά όμως, είχα κι ένα δεύτερο μάτσο του ενός εκατομμυρίου δραχμών στην ίδια τσάντα, προκειμένου να το διαθέσω για τις ανάγκες των αγορών που θα έκανα μετέπειτα, όπως κι αυτές που σκόπευα να κάνω συμπληρωματικά από την κυρία Ελένη το πρωινό της επομένης.
Είχα τον νου μου σ’ αυτά δηλαδή, γι’ αυτό και ήμουν ανήσυχος, αν και δεν κινδύνευα από κάτι όπως εκτιμούσα, αφού τρεις άνθρωποι υπήρχαν στο πεζοδρόμιο και μόλις δύο μέτρα πίσω και πλάγια από το αυτοκίνητό μου στεκόταν συνομιλώντας και κανείς δεν μπορούσε να χωρέσει ανάμεσα στον τοίχο και την κλειδωμένη πόρτα του συνοδηγού, λόγο της μικρής απόστασης που τα χώριζε όπως σας είπα.
Ανήσυχος καθώς ήμουν λοιπόν, μόλις μου έδωσε την χύτρα ο Δημήτρης, πολύ βιαστικά έφευγα από κοντά του ευχαριστώντας τον κι όπως έπρεπε, πήγα να την βάλω στο αυτοκίνητο, ανοίγοντας την πλαϊνή του πόρτα.
Τότε όμως ήταν που είδα πολλά κρυστάλλινα θρύψαλα κάτω, γεγονός που με έκανε να απορώ βέβαια, γιατί ούτε πριν ήταν εκεί, αλλά κι αν ήταν, ποτέ δεν θα έβαζα τα λάστιχα του αυτοκινήτου μου να τα πατούν.
Βλέποντας όμως το παράθυρο του συνοδηγού σπασμένο και την τσάντα μου να λείπει από το πάτωμα που την είχα τοποθετημένη, πάγωσα. Ούτε λεπτό δεν άφησα αφύλακτο το αυτοκίνητό μου και κανέναν άλλον άνθρωπο δεν είδα εκεί που θα μπορούσα ενδεχομένως να μου κινήσει υποψίες κι όμως η τσάντα έλειπε και κανένας θόρυβος δεν ακούστηκε.
Όσο κι αν ρωτούσα εκείνους τους τρείς, αν άκουσαν κάτι, ή αν είδαν κάτι, ούτε κι αυτοί μπορούσαν να μου δώσουν απαντήσεις, γιατί τίποτε δεν είδαν, όπως και τίποτε δεν άκουσαν.
Μάταια δηλαδή έψαχνα να βρω, ποιός μου έκανε κάτι τέτοιο, αφού κανείς δεν ήταν εκεί κι αν κάποιος το έκανε, θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον δύο μέτρα ψηλός και αρκετά αδύνατος μάλιστα, για να μπορούσε να βγάλει την τσάντα έξω από το τζάμι που έσπασε.
Ότι κι αν έκανα λοιπόν. Όσο κι αν παιδεύτηκα εκεί, τίποτε δεν κατάφερα να κάνω, παρά να μαζέψω κάμποσους περίεργους γύρο μου, οι οποίοι παθόντες ήταν κι αυτοί στο ίδιο σημείο, ή μάρτυρες παρόμοιων περιστατικών όπως έλεγαν.
Οι υποψίες μου βέβαια έπεφταν πάνω σε κάποιον όντως πολύ ψηλό άνθρωπο, ο οποίος καταστηματάρχης ήταν και στην απέναντι πλευρά του δρόμου είχε το κατάστημά του και από σύμπτωση όπως έλεγε επισκέφτηκε τον Δημήτρη, την στιγμή που έβγαινα βιαστικά εγώ από το εργαστήριο του όπως σας είπα.
Μου έκλεινε κάπως περίεργα την έξοδο με το σώμα του εκείνη την στιγμή κι αυτό ήταν που μου έκανε να τον θεωρήσω υπαίτιο της κλεψιά που μου έγινε, αλλά ο Δημήτρης επέμενε να ορκίζεται ότι αυτός ειδικά, ήταν υπεράνω κάθε υποψίας.
Ταλαιπωρήθηκα όπως καταλαβαίνετε χωρίς αποτέλεσμα κι όταν ήρθε η αστυνομία που κάλεσα, ταλαιπωρήθηκα ακόμη περισσότερο. Όλη την ημέρα με κρατούσαν στο τοπικό κατάστημα προκειμένου να δώσω την απαιτούμενη κατάθεση και την ευθύνη της κλοπής σ’ εμένα την χρέωναν, γιατί έφυσα χρήματα μέσα στον πάνινο σάκο μου, όπως έλεγαν.
Είναι μάστιγα η συγκεκριμένη θέση τους έλεγα κι εγώ και τίποτε δεν είστε σε θέση να κάνετε για τις επανειλημμένες κλοπές που γίνονται από κάποιον εκ των καταστηματαρχών, ο οποίος αν μέτρησα καλά από τα ποσά που άκουσα να αρπάζονται εκεί με τον ίδιο τρόπο, ξεπερνά και τα είκοσι εκατομμύρια δραχμές, μόνον για την χρονιά που διανύσαμε.
Όλα αυτά τα ποσά σας αναφέρθηκαν βεβαίως, όπως κι όλες οι κλοπές που έγιναν εκεί ασφαλώς και το μόνο που κάνετε εσείς ως αστυνομία, είναι να επιρρίπτεται ευθύνες σ’ αυτούς που έτυχε να έχουν χρήματα μαζί τους, για τις ανάγκες των εργασιών τους.
Δεν έπρεπε όμως να στηθεί κάποιο περιστατικό εκεί, μέσω του οποίου θα μπορούσατε να προστατέψετε τους ανυποψίαστους από τους κατά συρροή κλέφτες της περιοχής; Αυτά βεβαίως και γινόταν παλιά. Από τότε όμως που μας είπαν ότι δεν πρέπει να είμαστε αστυνομικό κράτος, δεν βλέπετε κι εσείς ότι γεμίσαμε από εντελώς ατιμώρητους κλέφτες;
Αυτά και άλλα πολλά τους έλεγα εγώ, αλλά αυτοί έγραφαν μόνον το ιστορικό που τους προέκυψε και τίποτε δεν απαντούσαν. Γεγονός πάντως είναι, ότι από τότε και μετά, ποτέ ξανά δεν στάθηκα στο σημείο του δρόμου που με έκλεψαν. Ούτε και τον φύλο μου επισκέφτηκα ξανά και μονίμως ανατριχιάζω όταν περνώ από την περιοχή, αν και πέρασαν από τότε κοντά είκοσι χρόνια.
Πολύ με στενοχώρησε το γεγονός είναι αλήθεια κι ευτυχώς για μένα, αναγνώρισαν οι πατέρες της μονής μας την κλοπή που μου προέκυψε και δεν μου ζήτησαν να πληρώσω εγώ την ζημιά. Τους πήγα βέβαια το αντίγραφο της κατάθεσης που έδωσα στην αστυνομία, αλλά κα πάλι, θα μπορούσαν να την αγνοήσουν εντελώς αν ήθελαν.
Μιχάλης Αλταλίκης