Μετά από όλα αυτά όμως κι αφού γνωριστήκαμε κάπως καλύτερα με τον ηλεκτρολόγο, μου εκμυστηρεύτηκε μια μέρα ότι έχασε τα χρήματα του αδελφού του, αυτά δηλαδή που του εμπιστεύτηκε εκείνος προκειμένου να του τα κρατά προς φύλαξη στο σπίτι του. Έχασα τα χρήματα του αδελφού μου έλεγε με παράπονο και ήταν πολύ στεναχωρημένος. Τι θα κάνω τώρα έλεγε συνεχώς και αρκετά αγχωμένος και οι υποψίες του έπεφταν σε κάποιον γνωστό του, για τον οποίο έλεγε ότι συχνά πυκνά μπαινόβγαινε στο σπίτι τους.
Προκειμένου να βγει όμως από την απορία, αν πράγματι πήρε αυτός ή όχι τα χρήματα του αδελφού του, σκεφτόταν να επισκεφτεί ένα μάγο. Τον ίδιο μάγο όμως επισκέφτηκε κι ο πεθερός μου προ καιρού μαζί με τον συνεταίρο του για κάποιον λόγο κι επειδή αντί να τους διευκολύνει αυτός, τους μπέρδεψε ακόμη περισσότερο, του συνέστησα να μην του κάνει την επίσκεψη που σκεπτόταν.
Από όσα μας εκμυστηρεύτηκε όμως, ήθελε κι ο ζωγράφος να επισκεφτεί κάποιον από αυτούς που λένε ότι τα ξέρουν όλα, προκειμένου να μάθει, αν ήταν στην μύρα του να γίνει γκουρού στην Ινδία, ή να μάθει τέλος πάντων, ποια ακριβώς ήταν η θέση που έπρεπε να έχει προς τον Θεό, αφού αυτό ούτως ή άλλως ήταν το κρυφό του ζητούμενο, προθυμοποιήθηκα να τους πάω σε κείνη την γιαγιά της Κοζάνης, την οποία γνώρισα προ πολλού βέβαια και σας ανάφερα την γνωριμία μας, ώστε να εκθέσουν σ’ αυτήν τουλάχιστον τα ερωτήματα τους.
Κατά την πρώτη μου επίσκεψη όπως σας εξήγησα, είχα δει πολλούς ανθρώπους να περιμένουν στην ουρά προκειμένου να της κάνουν τις ερωτήσεις τους κι επειδή εγώ προσωπικά δεν είχα ακόμη καμιά απαγόρευση, προκειμένου να διατηρώ επαφές με τέτοιου είδους και αμφιβόλου μάλιστα προελεύσεως πληροφοριοδότες, σκέφτηκα να τους πάω εκεί, μήπως και βρουν λύση στα προβλήματά τους.
Αφού λοιπόν συμφώνησαν και οι ενδιαφερόμενοι με την πρότασή μου, πήγα να τους πάρω ένα πρωινό από τον φωτογράφο όπως το ορίσαμε και πράγματι τους πήγα στην Κοζάνη. Πήγαμε οι τρεις μας όμως εκεί. Εγώ, ο ζωγράφος και ο ηλεκτρολόγος δηλαδή, αφού ο φωτογράφος φοβήθηκε την τελευταία στιγμή να κάνει εκείνη την επίσκεψη και αρνήθηκε να έρθει μαζί μας.
– Δεν ξέρω γιατί. Αλλά εγώ φοβάμαι να έρθω μαζί σας. Μας είπε. Πάτε εσείς όμως κι όταν επιστρέψετε, θα μου πείτε τι έγινε.
Πήγαμε τελικά εμείς τρείς μόνον στο χωριό της γιαγιάς κι όταν φτάσαμε στο σπίτι της, πήγαμε μαζί με τα ανάλογα περιστέρια βέβαια όπως ήξερα πλέον το τυπικό της. Μπήκαμε στη σειρά στην συνέχεια και στηθήκαμε πίσω από εκείνους που ήδη ήταν εκεί και περίμεναν να τους καλέσει στο δωμάτιό της, για τον λόγο που κι εμείς βρισκόμασταν εκεί. Ο παππούς κατά την συνήθεια του, καθόταν πάλι στην ψάθινη καρέκλα του έξω από το σπίτι τους κι αμέσως με αναγνώρισε όταν με είδε να περιφέρομαι στην αυλή τους, γι’ αυτό και με κάλεσε να πάω κοντά του, αλλά και μου έλεγε με απορία όταν τον πλησίασα.
– Πάλι ήρθες εδώ; Τι περιμένεις να ακούσεις απ’ αυτήν χαζή γριά; Καλά οι άλλοι, αλλά να έρχεσαι κι εσύ εδώ; Δεν κατάλαβες ακόμη ότι δεν είναι στα καλά της η γυναίκα;
Ντράπηκα για την παρατήρηση που μου έκανε ο παππούς είναι αλήθεια, αλλά και του δικαιολόγησα την παρουσία μου, λέγοντάς του ότι της έφερα δυό φίλους μου, προκειμένου να της ρωτήσουν αυτοί κάτι πολύ προσωπικό. Όπως σας το ανάφερα την προηγούμενη φορά, ο εν λόγο παππούς ήταν ο άντρας της γιαγιάς, αλλά πράγματι απόρησα για το πως αυτός με θυμήθηκε, αφού πέρασαν πάνω από οκτώ μήνες από τότε που τους έκανα την πρώτη μου επίσκεψη. Κι ενώ σκεπτόμουν αυτά εγώ, μου πρόσθεσε αυτός κι άλλη παρατήρηση.
– Αν συνεχίσεις να έρχεσαι εδώ, να ξέρεις ότι δεν σε βλέπω καλά.
Την στιγμή όμως που έκανε αυτός τις παρατηρήσεις του, βγήκε έξω από τον χώρο της η γιαγιά, προκειμένου να πάρει αέρα όπως έλεγε στον πρώτο από την σειρά των επισκεπτών της και μόλις με είδε να στέκομε παράμερα, μου έλεγε κι αυτή.
– Πάλι ήρθες εδώ;
– Έφερα δύο φίλους μου. Της είπα. Θέλουν να σε ρωτήσουν κάτι πολύ προσωπικό τους.
Κι ενώ εμείς πιάσαμε συζήτηση με την γιαγιά, μας πλησίασαν οι φίλοι μου, οι οποίοι αυθορμήτως πια εκεί, άρχισαν να της εκθέτουν τους λόγους που τους ανάγκασαν να την επισκεφτούν. Τους έκοψε όμως αυτή και τους κάλεσε να την ακολουθήσουν στο εσωτερικό του χώρου της και πίσω από αυτούς ακολούθησα κι εγώ την είσοδό τους. Μπήκαμε μέσα στο γνωστό δωμάτιο με τις πολλές κρεμασμένες εικόνες στους τοίχους του, όπου κι έβαλε η γιαγιά τον ηλεκτρολόγο να καθίσει στο ντιβάνι του μικρού χολ, με την εντολή να σκέφτεται εκεί, τι ακριβώς ήθελε να της ρωτήσει.
Με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο, έβαλε και τον ζωγράφο να καθίσει, αλλά στο ντιβάνι που είχε στον παραμέσα χώρο. Αυτοί όμως ήταν παγωμένοι από τον φόβο τους και κλείνοντας τα μάτια, περιορίστηκαν στα ενδότερα του εαυτού τους. Απομονωμένοι εκεί μέσα όμως, έλεγε κρυφά ο καθένας τα δικά του.
Ο ηλεκτρολόγος έλεγε συνεχώς το πάτερ υμών, όπως μάθαμε αργότερα, ενώ ο ζωγράφος έκανε γιόγκα, αφού έτσι ήταν ποιο κοντά στα δικά του δεδομένα. Αφού τους έβαλε σε πρόγραμμα όμως η γιαγιά, τους άφησε μόνους και στον κόσμο τους, ενώ έκανε νόημα σε εμένα να την ακολουθήσω βγαίνοντας και πάλι έξω στην αυλή.
Περίμενε λίγο έξω και θα έρθω μου είπε, ενώ αυτή μπήκε στο δεύτερο δωμάτιο, αυτό που είχε στον ίδιο χώρο, όπου πάνω σε μια καρέκλα είχε ένα πανεράκι και τσέπωσε από κει μέσα τα χρήματα που έβαζαν όσοι σαν κι μας την επισκέφτηκαν νωρίτερα, για το πρόβλημα που αυτούς πιθανών απασχολούσε.
Από το σημείο που στάθηκα όμως στην αυλή της να την περιμένω, έβλεπα πολύ καθαρά τι έκανε αυτή στο δωμάτιο της και μέχρι να έρθει κοντά μου, σκεφτόμουν ότι σίγουρα και δεν θα μπορούσε να είναι εκείνη η γιαγιά, η ασφαλής πηγή πληροφοριών που αναζητούσα εγώ κι από όσα έκανε εκείνη την στιγμή, σίγουρα δεν είχα να μάθω τίποτε καλό για εμένα όπως και για τους φίλους μου.
Παρακολουθούσα ωστόσο τις κινήσεις της αφού μου είπε να την περιμένω κι επειδή με καλούσε ο παππούς να πάω κοντά του, έριξα μια τελευταία ματιά προς την γιαγιά, πριν απομακρυνθώ από την θέση μου. Εκείνη τη φορά όμως τα χρειάστηκα και μάλιστα για τα καλά μπορώ να πω, γιατί γύρισε και με κοίταξε αυτή κι εξαιτίας αυτού, είδα τα μάτια της. Αυτά λοιπόν, δεν ήταν πια όπως πριν από λίγο. Ήταν κόκκινα πλέον και ήταν έτσι κόκκινα, όπως αυτά που βλέπουμε να έχει ο διάβολος, όταν μας τον παρουσιάζουν στις κινηματογραφικές ταινίες.
Ανατρίχιασα βέβαια, αλλά και φοβήθηκα στην θέα τους. Ψύχραιμη όμως αυτή, έριξε μια γρήγορη ματιά προς τους δύο κοιμισμένους, ή υπνωτισμένους φίλους μου και βγαίνοντας από το δωμάτιο της, μου έκανε να την ακολουθήσω και πίσω από αυτήν πλησιάσαμε τον παππού, όπου και μου έλεγε φανερά πια κουρασμένη.
– Δεν μπορώ άλλο. Είμαι γριά και δεν αντέχω ποια αυτήν την κούραση.
– Να σταματήσεις τότε. Την μάλωνε ο άντρας της. Να αφήσεις επιτέλους ήσυχους τους ανθρώπους.
Άκουγε βέβαια η γιαγιά, αλλά τίποτε δεν του απαντούσε. Κι αφού βρήκα πρόσφορη την ευκαιρία, της έλεγα κι εγώ με την σειρά μου.
– Αφού είναι εις βάρος της υγείας σου αυτά που κάνεις, τότε μάλλον θα ήταν καλλίτερα για εσένα να τα σταματήσεις.
– Πολύ το θέλω. Απάντησε. Κι αλήθεια είναι, ότι θέλω να τα σταματήσω, αλλά. Να. Δεν με αφήνουν αυτοί.
Αυτά είπε και σταμάτησε φοβισμένη θαρρείς την αφήγηση της, ενώ εγώ της έδινα συμβουλές, έτσι για να προκαλέσω το σκεπτικό της.
– Δεν πρέπει να κάνεις τίποτε αν δεν το θέλεις και προπαντός, δεν πρέπει να το κάνεις, όταν αυτό σε κουράζει.
– Ναι. Έλεγε αυτή και πάλι φοβισμένη. Αλλά το ξύλο το τρώω εγώ και τώρα δεν το αντέχω. Πολλές φορές επιχείρησα να τα σταματήσω αυτά, αλλά και πάλι τα άρχισα, αφού έρχονται οι άγγελοι και με δέρνουν. Παλιά το άντεχα το ξύλο γιατί ήμουν νέα. Τώρα που γέρασα δεν το αντέχω, αφού μου πονάει πολύ το σώμα μου. Πως λοιπόν μου λες εσύ να σταματήσω;
– Για να σε δέρνουν αυτοί. Της έλεγα κι εγώ βέβαιος πια ότι έπεσα διάνα στον στόχο μου. Σίγουρα και δεν να είναι άγγελοι. Μάλλον δαιμόνια είναι κι εσύ λες ότι είναι άγγελοι.
– Άγγελοι είναι. Επέμενε να λέει αυτή με νεύρο και συνέχισε την εξομολόγηση της. Εμένα που με βλέπεις, μου παρουσιάστηκε ο Χριστός όταν ακόμη ήμουν εννιά χρονών και μου είπε. Εσύ, είσαι δική μου. Θα σου φανερώνω εγώ, αυτά που θα γίνονται κι εσύ θα τα φανερώνεις στους ανθρώπους, για να τους βοηθάς.
Από τότε και μετά λοιπόν, μου φανερώνει αυτός αυτά που έγιναν, όπως κι αυτά που πρόκειται να γίνουν. Από τα εννιά μου χρόνια δηλαδή άρχισα να λέω στους χωριανούς μου αυτά που θα γίνουν, αλλά αυτοί με κορόιδευαν κι έλεγαν ότι είμαι τρελή. Όταν όμως δεν γύρισαν αυτοί που τους είπα ότι δεν θα γυρίσουν από τον πόλεμο του σαράντα, γιατί θα σκοτωθούν, τότε με πίστεψαν.
Από τότε και μετά όμως, με εμπιστεύονται οι άνθρωποι, γι’ αυτό κι έρχονται σ’ εμένα να ρωτήσουν αυτά που θέλουν. Κι αφού εγώ τα ξέρω όλα, απαντώ στα ερωτήματα τους. Αν όμως κάνω πως σταματώ να βοηθώ τους ανθρώπους, δίνοντας λύσεις στα προβλήματά τους, τότε έρχονται οι άγγελοι και με δέρνουν, γιατί δεν κάνω αυτό πού τόσο πολύ αυτοί θέλουν.
Αυτά λοιπόν μου εξομολογήθηκε η γιαγιά και σταμάτησε την αφήγησή της. Εγώ όμως, όντως έμαθα πάρα πολλά από την εξομολόγηση της, αλλά και δεν θέλησα να δώσω συνέχεια στην κουβέντα μας. Αλώστε πέρασε αρκετή ώρα από τότε που οι φίλοι μου έμειναν μόνοι τους μέσα σε κείνα τα δωμάτια κι όπως ήταν λογικό πια, άρχισα να ανησυχώ.
Μεσολάβησε μια λιγόλεπτη ησυχία στην συνέχεια, την οποία βέβαια πάλι η ίδια έσπασε, όταν μου έλεγε καλμαρισμένη πλέον.
– Πάμε τώρα μέσα να δούμε τι κάνουν οι φίλους σου, αλλά και να τους πούμε αυτά που ήρθαν να ακούσουν.
Ανακουφίστηκα είναι αλήθεια όταν την άκουσα να μου το ζητά κι όπως ήμουν ανήσυχος για το αποτέλεσμα την ακολούθησα. Όταν μπήκαμε στον χώρο της, βρήκαμε τους φίλους μου στην ίδια θέση κι έτσι όπως τους είχαμε αφήσει πριν από λίγο.
– Τους βλέπεις; Ακόμη κοιμούνται. Έλεγε η γιαγιά. Ο ένας λέει συνεχώς το πάτερ υμών κι ο άλλος κάνει γιόγκα.
Αυτά πρόσθεσε, ενώ κουνούσε τον ηλεκτρολόγο να ξυπνήσει, αλλά και απαντούσα στο ερώτημά του.
– Σήκω. Τα λεφτά που έχασες, θα τα βρεις σε τρεις μέρες.
Μετά από αυτόν, πήγε προς τον ζωγράφο, τον οποίον επίσης κούνησε, ενώ του έλεγε.
– Καλά είσαι εδώ που είσαι και δεν χρειάζεται να πας πουθενά.
Αφού ξύπνησε κι αυτός, έλεγε και σ’ εμένα συμβουλευτικά.
– Πάρε τους φίλους σου και φύγε από εδώ και άλλη φορά να μην έρθεις. Άκουσες;
Άκουσα λοιπόν κι αφού άκουσα, πείρα τους φίλους μου κι έφυγα από το χωριό της κι όπως καταλαβαίνετε δεν ξαναπήγα. Δεν είχα και λόγο βέβαια να επαναλάβω την επίσκεψη μου στον χώρο της, αλλά κι από όσα μεσολάβησαν εκεί πείστηκα πια ότι τίποτε δεν είχε να μου πει. Κι όχι μόνον τίποτε καλό δεν είχε να μου πει, αλλά και δαιμονικός χώρος ήταν.
Φύγαμε όπως καταλαβαίνετε από το χωριό της κι όταν επιστρέψαμε στην έδρα μας, μπήκαμε ξανά στους ρυθμούς της ζωής μας, έστω κι αρκετά φορτωμένοι από ερωτήματα, αλλά κι αφού πέρασαν τρεις μέρες και μετά, θυμήθηκε τελικά ο ηλεκτρολόγος, που ακριβώς έβαλε τα χρήματα του αδελφού του προκειμένου να τα φυλάξει κι έτσι έπαψε να υποπτεύεται τον γνωστό του, νομίζοντας ότι του τα έκλεψε. Μετά από λίγο καιρό βέβαια, τα επέστρεψε στον αδελφό του, αφού δεν μπορούσε να ησυχάσει έχοντας τα χρήματά του στο σπίτι του.
Ο ζωγράφος πάλι, συνέχισε να ζωγραφίζει Αγίους στα σύννεφα κατά την συνήθειά του και μάταια προσπαθούσα εγώ να τον προσγειώσω. Ο φίλος μου ο φωτογράφος όμως, μακάριζε τον εαυτό του που αρνήθηκε να έρθει μαζί μας τότε, φοβούμενος όπως έλεγε την συνάντηση του με μάγους.
Βεβαιώθηκα κι εγώ μπορώ να πω πλέον, ότι πράγματι και δεν ήταν, αλλά ούτε και θα μπορούσε να είναι ασφαλείς πηγές πληροφόρησης, αυτού του είδους οι πληροφοριοδότες και κακώς οι άνθρωποι τρέχουν σ’ αυτούς να ρωτήσουν τι έγινε τώρα και τι θα γίνει μετά, αφού τα δαιμόνια είναι αυτά που τους τα πληροφορούν όπως αποδείχτηκε.
Καλό λοιπόν είναι να αποφεύγουμε τις δαιμονικές σχέσεις, αφού σε καμιά περίπτωση δεν βοηθούν. Μάλλον εγκλωβίζουν με πολλούς λογισμούς τους ανθρώπους και μάλλον εσκεμμένα τους αποπροσανατολίζουν και κίνδυνος μεγάλος υπάρχει να τους αποτρελάνουν αφού τους βρίσκουν πρόχειρους.
Μιχάλης Αλταλίκης