Είχε επιστρέψει πια από στρατιώτης ο Κωνσταντίνος μας και μέχρι να βρει μια εργασία στα μέτρα του όπως το σκεπτόταν, ερχόταν μαζί μου και κάθε μέρα στην αγορά να βοηθήσει εμένα κατά κάποιο τρόπο, αλλά και να αποκτήσει πείρα συγχρόνως ήθελε, από μια επαγγελματική εργασία με πολλές υποχρεώσεις.
Κι αφού αυτού του είδους η εργασιακή σχέση διήρκησε τρία χρόνια σχεδόν, βρέθηκε όντως εργαζόμενος τελικά σε μια εταιρεία, η οποία τον χρησιμοποιούσε ως αποθηκάριο, αλλά και ως οδηγό συγχρόνως.
Τον εμπιστευόταν τα αφεντικά του και μάλιστα τόσο πολύ, που από τρεις αποθήκες του έδωσαν κλειδιά να μπαινοβγαίνει, προκειμένου να παίρνει από αυτές τα είδη που εμπορευόταν, τα οποία και μετέφερε στην συνέχεια προς τους πελάτες τους, όπως και προς στις μεταφορικές εταιρείες, καθώς καθημερινά του το προγραμμάτιζαν.
Μια από αυτές τις αποθήκες όμως, βρισκόταν μέσα σε κάποια κατοικημένη περιοχή της πόλης μας, την οποία, συχνά επισκεπτόταν ο Κωνσταντίνος για τους παραπάνω λόγους. Κι επειδή απέναντι από αυτήν ζούσε μια οικογένεια που είχε τρία κορίτσια, συνέπεσε να γνωριστεί με την μεγαλύτερη από αυτές κι έτσι, τους προέκυψε μια οικειότητα με προεκτάσεις, αφού και καφέδες του πήγαινε αυτή, όσο ο Κωνσταντίνος έκανε την δουλειά του στο εσωτερικό της γειτονικής τους αποθήκης.
Μου ανάφερε βέβαια την σχέση του κι όπως όφειλα ως σόφρων πατέρας, τον συμβούλεψα να είναι προσεκτικός μαζί της, γιατί γειτονιά ήταν και δεν έπρεπε να τους προκαλέσει προβλήματα. Ναι, ναι, έλεγε ο Κωνσταντίνος, αλλά την έκανε κάποια στιγμή την ζημιά.
Την ερωτεύτηκα μου έλεγε μετά από λίγο καιρό κι εξαιτίας αυτού, δεν μπορώ πλέον να κρατώ αποστάσεις, όπως εσύ μου είπες να κάνω, αφού και στο σπίτι τους με καλούν πια οι γονείς της. Οπότε, θα συνεχίσω να σχετίζομαι μαζί της.
Εγώ βέβαια πάλι του είπα να προσέχει, γιατί με το να τους επισκέπτεται συχνά, αναλάμβανε πολλές υποχρεώσεις, οι οποίες θέλοντας και μη θα του προκαλούσαν και τις ανάλογες επιπτώσεις στην συνέχεια. Ξέρω, ξέρω έλεγε και πάλι, αλλά από το σπίτι τους δεν μπορούσε να ξεφύγει, λόγο των συχνών επισκέψεων που έκανε στην αποθήκη της εργασίας του.
Κι αφού αυτή ήταν η αιτία που του προκαλούσε εθισμό στον έρωτα του, από τις αρχές του καλοκαιριού του 2001 μας την έφερε να την γνωρίσουμε ένα απόγευμα χωρίς να μας ενημερώσει και την έφερε, εκεί που πίναμε τον απογευματινό μας καφέ μαζί με την γυναίκα μου, σε μια καφετέρια δηλαδή της γειτονιάς μας.
Τους καλωσορίσαμε βέβαια αφού δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά, αλλά και λόγους δεν είχαμε, ώστε να αποτρέψουμε τον Κωνσταντίνο μας από το να ερωτευτεί. Να προσέχει μόνον του είπα καθώς όφειλα και τίποτε περισσότερο.
Έμειναν αρκετά μαζί μας τα παιδιά είναι αλήθεια, αλλά και μιλιά δεν έβγαλε από το στόμα της η κοπέλα όση ώρα ήταν εκεί. Κι όταν εσκεμμένα πια τις έριχνα απλές ερωτήσεις προκειμένου να ελευθερωθεί και να μιλήσει έστω και για κάτι, τίποτε δεν κατάφερα.
Όταν την επόμενη μέρα βρεθήκαμε με τον Κωνσταντίνο και ζήτησε να του πω την γνώμη μου για τον έρωτά του, ευθαρσώς του έλεγα κι εγώ, ότι όμορφη μεν ήταν η κοπέλα που μας έδειξε κι ότι με το δίκαιό του την ερωτεύτηκε, αλλά και του πρόσθεσα με νόημα κάτι στην συνέχεια, ώστε να το επεξεργαστεί. Πρόσεχε όμως, γιατί αυτό που βλέπεις μόνον υπάρχει πάνω σ’ αυτήν κοπέλα και τίποτε άλλο.
Αν σκοπεύεις να συνεχίσεις μαζί της λοιπόν και να σοβαρέψεις την σχέση σου όπως αντιλαμβάνομαι, νομίζω ότι θα μετανιώσεις την ώρα και την στιγμή που πέρασε από το μυαλό σου να κάνεις κάτι τέτοιο, για τον λόγο ότι αυτή η κοπέλα είναι εντελώς κενή και πουθενά και σε τίποτε δεν στηρίζει αυτό που τόσο πολύ σε γυάλισε επάνω της.
Η ομορφιά έρχεται και παρέρχεται δηλαδή κι αν δεν υπάρχει πίσω από αυτήν κάποιο υπόβαθρο να την στηρίζει, αυτός που πάει να κάνει μια σοβαρή σχέση με ένα τέτοιο άτομο, σε μεγάλο πρόβλημα κιντυνεύει να μπλέξει όπως λέει η δική μου εμπειρία κι αυτό προβλέπω να κάνεις κι εσύ, αν δεν μελετήσεις σοβαρά αυτά που σου λέω τώρα.
Άκουγε βέβαια ο Κωνσταντίνος, αλλά και με πόνο καρδιάς έλεγε. Τί είναι αυτά που μου λες; Ακόμη δεν την είδες δηλαδή κι έβγαλες τα συμπεράσματά σου; Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, καθόλου δεν του άρεσαν αυτά που του είπα. Εγώ όμως θα τα επαναλάβω του έλεγα, για να μη μου πεις αργότερα, ότι δεν επέμενα τόσο κι όσο έπρεπε, προκειμένου να σε προφυλάξω από μπελάδες.
Όπως κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι όμως, το ίδιο έκανε κι ο δικός μας Κωνσταντίνος. Ζούσε δηλαδή τον έρωτά του και καμιά σημασία δεν έδωσε στα λόγια μου. Ωστόσο βέβαια, συχνά μου την έφερνε εκ των υστέρων, πότε έξω και πότε μέσα στο σπίτι μας, με την ελπίδα πάντα στο μυαλό του, ότι θα άλλαζα κάποια στιγμή γνώμη για την κοπέλα του.
Μετά από λίγο καιρό όμως και κατά τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, πάλι έλεγε κάτι μην αντέχοντας την σιωπή μου. Κουβέντα δεν λες. Πάμε, ερχόμαστε εμείς, έλεγε κι εσύ τίποτε δεν μου λες. Με αφήνεις να βράζω μόνος στο ζουμί μου. Αυτά μου είπε και περίμενε την απάντησή μου κατά την συνήθειά του.
Κι αφού αυτό ήθελε, του απάντησα κι εγώ. Άκουσε καλά τι θα σου πω. Μια φορά τα λέμε κι αυτά που λέμε, ισχύουν για πολλές φορές, επειδή, ούτε ψέματα θέλουμε να λέμε, ούτε και φαντασίες σ’ αυτούς που αγαπάμε. Αυτά που σου είπα προ καιρού, δεν αλλάζουν. Τα ίδια δηλαδή θα σου πω και τώρα. Αν σου πω περισσότερα όμως, θα είναι σαν να σου βάζω το μαχαίρι εκεί που εσύ δεν το θέλεις. Κι επειδή δεν έχει σημασία τι λέω εγώ, αλλά τι εσύ πρέπει να κάνεις, θα σου πω κι αυτό ακόμη προκειμένου να σοβαρευτείς.
Δικό σου είναι το πρόβλημα και μόνος σου πρέπει να το ξεδιαλύνεις, αν θέλεις να λυθεί σωστά. Αν το λύσω εγώ, θέλοντας και μη θα γίνω εχθρός σου από πατέρας σου και πάλι δεν θα δέχεσαι την βοήθειά μου.
Μόνος σου δηλαδή πρέπει καταλάβεις, ότι βεβαίως και χρειάζεσαι την βοήθειά μου στην κατάσταση που βρίσκεσαι. Καλύτερα για σένα λοιπόν, είναι να παραμείνω πατέρας σου όπως καταλαβαίνεις, έστω κι αν δεν συμφωνώ μαζί σου. Εσύ όμως, κάνε ότι θέλεις κι ότι σε φωτίσει ο Θεός για το θέμα που προσωπικά σε αφορά.
Εγώ βέβαια, θα βρίσκομαι εδώ και πρόθυμος όπως πάντα να σε στηρίζω, σε όποια απόφαση κι αν καταλήξεις. Από εκεί και μετά, όποιο κακό, ή καλό σου προκύψει, ακολουθώντας την προσωπική σου επιλογή, τον εαυτό σου θα κατηγορείς, ή θα μακαρίζεις και κανέναν άλλον.
Το ίδιο έκανα κι εγώ άλλωστε όταν ήμουν στην ηλικία σου, γι’ αυτό και σε κανέναν δεν μπορώ να φορτώσω την αποτυχία, ή την επιτυχία των επιλογών μου. Μάθε λοιπόν να κάνεις κι εσύ το ίδιο, αν βέβαια θέλεις να μείνουμε διά παντός αγαπημένοι και δεμένοι ως οικογένεια.
Άκουγε ο Κωνσταντίνος μας είναι αλήθεια και δεν μπορώ να πω ότι αδιαφορούσε, αλλά και τυφλωμένος καθώς ήταν από τον έρωτά του όπως είπαμε, όχι μόνον συνέχισε, αλλά και μετά από ένα χρόνο σχέσης μαζί της, ζητούσε να την αρραβωνιαστεί.
Κι αφού να την αρραβωνιαστεί ήθελε, συχνά πυκνά την δεχόμασταν στο σπίτι μας, για να μην έρθουμε σε αντιπαράθεση μαζί του. Στην συνέχεια βέβαια, μου ζήτησε να πάμε όλοι μαζί στο σπίτι του πατέρα της, ώστε να του δώσουμε τον απαιτούμενο λόγο.
Του το υποσχέθηκα μεν, αλλά και πάλι του έλεγα προκειμένου να του θυμίσω την υποχρέωσή του να είναι σοβαρός κι ότι αυτός θα έδινε λόγο κι όχι εγώ, γι’ αυτό κι έπρεπε να προετοιμαστεί κατάλληλα, για το τι θα έλεγε στον μέλλοντα πεθερό του. Όταν βρέθηκα κι εγώ στην ίδια θέση με σένα, του πρόσθεσα, εγώ έδωσα λόγο στον πεθερό μου κι όχι ο πατέρας μου.
Έχοντας λοιπόν αυτήν την απόφαση στο μυαλό του ο Κωνσταντίνος μας, βεβαίως και πήγαμε μια μέρα στο σπίτι της κοπέλας, οι γονείς της οποίας μας δέχτηκαν μεν, αλλά και πολύ σιωπηλώς είναι αλήθεια, οπότε του έκανα νόημα κάποια στιγμή να λάβει αυτός τον λόγο και να πει στους ανθρώπους αυτά που επέβαλε η στιγμή κι ο σκοπός της επίσκεψής μας.
Δεν χρειάστηκε να πει και πολλά όμως, γιατί με το που άρχισε να μιλάει τον έκοψε ο συμπέθερος, λέγοντας του ότι ήξερε τον λόγο της επίσκεψής του, αφού ένα χρόνο σχεδόν τους επισκεπτόταν καθημερινά, οπότε, ήταν φανερό και το που θα οδηγούσε η σχέση που είχε με την κόρη του.
Αυτά μόνον ειπώθηκαν για το θέμα κι αφού έπρεπε να το γιορτάσουμε κατά κάποιο τρόπο, μας έβγαλαν ότι είχαν οι άνθρωποι και μετά από τις προπόσεις που ακολούθησαν, τους αφήσαμε τον Κωνσταντίνο μας εκεί κι εμείς φύγαμε οικογενειακώς για το σπίτι μας. Εγώ δηλαδή και η γυναίκα μου. Η ογδοντάχρονη μητέρα μου και τα δυό ελεύθερα ακόμη αγόρια μας.
Φεύγοντας βέβαια, τίποτε δεν σχολιάσαμε μεταξύ μας, αποφασισμένοι να δεχθούμε, αλλά και να σταθούμε με σύνεση στην επιλογή του παιδιού μας κι ότι ήθελε ας μας προέκυπτε, αρκεί αυτός να ήταν ευχαριστημένος.
Πέρασε ο καιρός όμως και καθώς πλησιάζαμε προς τα Χριστούγεννα, είπα στον Κωνσταντίνο να καλέσει τα συμπεθέρια μας αν ήθελε, ώστε να τους κάνουμε το τραπέζι των Χριστουγέννων και μαζί τους να περάσουμε εκείνες τις Άγιες μέρες.
Κι αφού τους κάλεσε, ήρθαν οι άνθρωποι κατά τις μία όπως τους είπαμε και καθώς είχαμε στον νου μας να τους περιποιηθούμε, η γυναίκα μου και η μητέρα μου, έκαναν τα πάντα, ώστε να αισθανθούν όχι μόνον άνετα οι καλεσμένοι μας, αλλά και να ευχαριστηθούν την συγγένειά μας.
Και για να αισθανθούν καλύτερα μάλιστα, την χαρά που εμείς είχαμε για το σόι που αποκτήσαμε, μαζί με αυτούς τους έξι τον αριθμό, άλλους είκοσι έξι από τους δικούς μας συγγενείς είχαμε καλεσμένους να μας κάνουν παρέα στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας.
Για να εξυπηρετηθούν όμως όλοι αυτοί, όσες γυναίκες υπήρχαν ανάμεσά μας, στο πόδι βρισκόταν όπως λέμε, ακόμη και η μητέρα μου. Και μέχρι να καθίσουν όλοι στις θέσεις τους και μετά από αυτό να σερβιριστούν καθώς έπρεπε, όλες έτρεχαν όπως ήταν λογικό.
Η νύφη μας όμως, στο μπαλκόνι καθόταν μόνη της και κάπνιζε. Έμεινε δε εκεί, μέχρι που τελειώσει πια και το σερβίρισμα. Μας έκανε όμως την χάρη να καθίσει μαζί μας, τότε μόνον κι αφού της τελείωσαν πια τα τηλεφωνήματα που έκανε συνεχώς.
Λόγω του ότι ήμασταν πολλοί όμως και το τραπέζι ήδη ήταν στρωμένο όπως σας είπα, κατά τις μιάμιση αρχίσαμε να τρώμε. Τελειώνοντας δε κατά τις πέντε το απόγευμα, έπρεπε να συμμαζέψουν οι γυναίκες και τις συνέπιες από το πολυάριθμο τραπέζωμα, γι’ αυτό και σαν σβούρες έτρεχαν πάλι η μια πίσω από την άλλη προκειμένου να τα προλάβουν.
Η νύφη μας όμως, έκανε αυτό που ήξερε. Πήγε ξανά στο μπαλκόνι, όπου και κάπνιζε αρειμανίως, αδιαφορώντας τελείως για τις εύλογες συστάσεις που της έκανε ο αρραβωνιαστικός της. Έπλενε τα πιάτα όρθια η μάνα μου δηλαδή στα ογδόντα της χρόνια, αλλά αυτή, ούτε μια ματιά δεν έριξε προς το εσωτερικό του σπιτιού, όπως έλεγαν αργότερα οι καλεσμένοι μας, τους οποίους σύστησα να μην την σχολιάζουν, αφού ο Κωνσταντίνος μας δεν ήθελε να ακούει άσχημα σχόλια για την αρραβωνιαστικιά του.
Ωστόσο, ήπιαν και τον καφέ τους οι άνθρωποι μετά από το φαγητό κι όταν πια ήρθε ο χρόνος που τους το επέβαλε, έφυγαν για το σπίτι τους με το καλό, αφού μας χαιρέτησαν πρώτα. Η νύφη μας όμως, έτσι όπως ήρθε αμίλητη, έτσι κι αποχώρισε χωρίς να μας χαιρετίσει και πίσω από αυτήν, είδαμε και τον Κωνσταντίνο μας να τους ακολουθεί.
Οι συγγενείς μας βέβαια, πάλι σχολίαζαν την συμπεριφορά της, αλλά για ευνόητους λόγους, δεν τους επιτρέψαμε να το συνεχίσουν. Μετά από λίγες μέρες όμως και σύμφωνα με το ημερολόγιο, θα μπαίναμε στο 2002 κι αφού όπως μας είπαν τα συμπεθέρια μας, ευχαριστήθηκαν από την φιλοξενία που τους προσφέραμε, θεώρησαν καλό να κάνουν κι αυτοί το ίδιο.
Θέλησαν να μας καλέσουν κι αυτοί δηλαδή στο σπίτι τους για τους ίδιους λόγους και μέσω του γαμπρού τους μας είπαν, ότι πολύ θα ήθελαν μας έχουν μαζί τους την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
Ο συμπέθερος όμως έπρεπε να μας κάνει την συγκεκριμένη πρόσκληση, γι’ αυτό κι εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκε να μας το επιβεβαιώσει τελικά και μάλιστα, μαζί με την συμπεθέρα μας έλεγαν από τηλεφώνου στα μέσα της εβδομάδας, ότι πολύ θα χαιρόταν να μας ανταποδώσουν την συγγενική μας φιλοξενία.
Κι αφού δεχτήκαμε εμείς και οικογενειακά μάλιστα την πρόσκλησή τους, τους ζητήσαμε να μας πουν όπως έπρεπε και πια ώρα της Πρωτοχρονιάς θα ήθελαν να τους επισκεφτούμε, υπολογίζοντας τον κόπο και τον χρόνο που θα χρειαζόταν οι άνθρωποι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν με την ησυχία τους την διαδικασία της προετοιμασίας μιας τέτοιας επίσκεψης, αφού θα είχαν να ετοιμάσουν τραπέζι για έξη επιπλέων ανθρώπους όπως θα ήμασταν εμείς μαζί με τον Κωνσταντίνο.
Απαντώντας αυτοί, με ένα στόμα έλεγαν και με σιγουριά μάλιστα, ότι μπορούσαμε να τους επισκεφτούμε, ότι ώρα θέλαμε. Μη θέλοντας όμως να τους ζορίσουμε με κάποια πολύ πρόωρη επίσκεψη και τους φέρναμε σε δύσκολη θέση χωρίς να το θέλουμε, πάλι τους έλεγα με κατανόηση, ότι αυτό θα μπορούσαμε να τους το πούμε εμείς σε κάθε περίπτωση, αφού λόγω συνήθειας, από τις έξη κάθε μέρα είμαστε ξυπνητοί.
Εσείς όμως, δεν έχετε τέτοιες συνήθειες όπως μας είπε η νύφη μας, γι’ αυτό λοιπόν, θα πρέπει να μας πείτε από τώρα, πια ώρα να έρθουμε, ώστε να μη σας προβληματίσουμε. Και για να σας βοηθήσουμε σχετικά, πρέπει να σας πούμε, ότι λόγω της ημέρας, της Πρωτοχρονιάς δηλαδή, εμείς θα πάμε στην εκκλησία πρώτα, οπότε, από τις έντεκα και μετά θα ήμαστε ελεύθεροι και στην διάθεσή σας. Από αυτήν την ώρα δηλαδή θέλετε να έρθουμε στο σπίτι σας;
Ξαφνιασμένος ο συμπέθερος από αυτό που άκουσε, έλεγε στον εαυτό του μάλλον παρά σ’ εμάς. Όχι τόσο νωρίς βρε συμπέθερε. Ελάτε αργότερα. Ακούγοντας την αντίδρασή του λοιπόν, με το δίκαιό μου του έλεγα κι εγώ στην συνέχεια, ότι δεν θέλαμε να τους πιέσουμε, γι’ αυτό και τους ζητούσαμε να μας προσδιορίσουν μια συγκεκριμένη ώρα επίσκεψης και τέτοια μάλιστα που αυτούς να βόλευε κι όχι εμάς.
Βεβαίως και θα έρθουμε αργότερα από τις έντεκα βρε συμπέθερε, του πρόσθεσα, αλλά θα πρέπει να μας πείτε πια ώρα ακριβώς. Στις μία; Στις δύο; Ή, Στις τρείς; Αδυνατώντας να απαντήσει με σιγουριά αυτός, έλεγε πολύ πρόχειρα στο τέλος, ελάτε στις μία. Και για να επιβεβαιώσω την ώρα, δυό φορές την επανέλαβα. Στις μία; Στις μία είπες; Ναι απάντησε ο συμπέθερος, οπότε, κλείσαμε το ραντεβού.
Μιχάλης Αλταλίκης