Αναλαμβάνοντας το τμήμα πωλήσεων της εταιρίας μας, έφυγα πια από τις εργασίες που είχα στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης μας κι έφυγα με την προϋπόθεση ότι, για κανένα λόγο στο εξής, δεν θα ήθελα να επιστρέφω και πάλι σ’ αυτόν τον χώρο ως εργαζόμενος.
Τους το τόνισα δε αυτό ιδιαίτερα πριν αναλάβω το τμήμα πωλήσεων, όταν τους έλεγα ότι κουράστηκα πια να κάνω τα ίδια και τα ίδια για πέντε χρόνια και μάλιστα κάτω υπό συνθήκες, που κανείς από αυτούς δεν θα μπορούσε να εργάζεται εκεί, όχι για πέντε χρόνια, αλλά ούτε και για μια εβδομάδα.
Εκτός από αυτό, τους είπα και κάτι επιπλέον. Ότι αν ποτέ και για κάποιο λόγο με πιέσουν να επιστρέψω και πάλι εκεί, τότε μάλλον θα προτιμήσω να φύγω, παρά να συνεχίσω να βρίσκομαι εργαζόμενος για τα συμφέροντα αυτής της εταιρείας.
Δέχτηκε τους όρους μου η γενική μας διεύθυνση, γι’ αυτό και μου έδωσε το έναυσμα, ώστε να προσηλωθώ ολόψυχα πλέον στα νέα μου καθήκοντα, τα οποία και άρχισα να υπηρετώ με πολύ καλή διάθεση.
Μετά από λίγο καιρό όμως, μας προέκυψε δεύτερος διευθυντής, πλάι στον ήδη υπάρχοντα. Εξαιτίας αυτού λοιπόν, υποχρεώθηκα να ακολουθώ εγώ τις δικές του ανησυχίες, πράγμα που με υποχρέωσε να αντιμετωπίζω και πάλι προβλήματα.
Μας τον έστειλαν φυτευτά βέβαια αυτόν στην Θεσσαλονίκη, από κάποιο υποκατάστημα της εταιρείας μας που είχε την έδρα του στο Μόναχο της Γερμανίας.
Ήταν Ελληνικής καταγωγής αυτός και μας τον έστειλαν ως διευθυντή μεν, αλλά άνευ χαρτοφυλακίου. Υπήρχε δηλαδή ως διευθυντής δίπλα από τον ήδη υπάρχοντα Γερμανό διευθυντή μας, ο οποίος όμως, δεν ήξερε τίποτε για τίποτε από την δουλειά μας, αλλά ούτε και από κάποια άλλη δουλειά ήξερε να κάνει κάτι.
Το μόνο που είχε να δήξει δηλαδή αυτός ως εργαζόμενος στο δικό μας υποκατάστημα, ήταν το βέτο του διευθυντού που του επέτρεπαν να έχει για κάποιο λόγο, έστω και χωρίς να είναι εργασιακά τέτοιος, αφού από τίποτε δεν ήξερε, αλλά και διευθυντή είχαμε. Τον δεύτερο, για ποιόν λόγο έπρεπε να τον έχουμε, ποτέ δεν καταλάβαμε.
Μας τον επέβαλαν δηλαδή, δεν τον προσέλαβε η εταιρεία μας ως εργαζόμενο. Και δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, γιατί κανένας λογικά σκεπτόμενος εργοδότης δεν θα προσελάμβανε κάποιον στην δουλειά του, αν αυτός δεν ήξερε να κάνει τίποτε. Θα μπορούσε μήπως να τον κάνει και διευθυντή; Πολύ παράλογο ακούγεται.
Εμένα παραδείγματος χάριν, δεν με προσέλαβαν όταν πριν από πέντε χρόνια τους ζήτησα εργασία, αφού ήμουν ανειδίκευτος. Όταν απέκτησα γνώσεις και ειδικότητα όμως, μόνοι τους ήρθαν και με βρήκαν και διπλάσια μου προσέφεραν μάλιστα ως αμοιβή, προκειμένου να ενταχτώ στην δύναμη του προσωπικού τους.
Αν και ήξερα από την δουλειά μας πολλά περισσότερα από τον διευθυντή μας όμως, δεν με έστειλαν δίπλα του ως τέτοιον, αλλά στον σταθμό κι εκεί όπου είχαν λόγους να θέλουν έναν εργαζόμενο της δικής μου κατηγορίας.
Αυτόν λοιπόν, πώς ήταν δυνατόν να τον δεχθούν ως διευθυντή, αφού τίποτε από τίποτε δεν ήξερε, αλλά ούτε και κάτι από την δουλειά μας έστω ήξερε;
Μας απασχολούσαν όλους όπως καταλαβαίνετε αυτά τα ερωτήματα κι αφού αυτός ο πολύ περίεργα τοποθετημένος και παραπλεύρως διευθυντής μας κάθισε για αρκετό καιρό άπραγος, θέλησε μετά να κάνει κάτι έστω, προκειμένου να δικαιολογήσει την θέση του προφανώς κι αυτό που επέλεξε να κάνει, ήταν το να επιχειρήσει να αναστήσει τις δουλειές που μέχρι τότε είχε η εταιρεία μας στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, τις οποίες όπως είπα εγκατέλειψα εγώ, προκειμένου να ασχοληθώ στο εξής με τις πωλήσεις.
Αφού αυτός δήλωσε, ότι ήθελε να κάνει έργο του αυτό που φαντάστηκε ότι μπορεί να αναστήσει, με την συμμετοχή των συναδέλφων μου βέβαια, ήταν επόμενο ότι θα του έλεγα κάποια στιγμή και την δική μου γνώμη για όσα σκεφτόταν να επιχειρήσει και δεν δίστασα να το κάνω.
– Αφού ούτε εσύ, αλλά ούτε και κανείς άλλος από τους συναδέλφους μου είναι σε θέση να υποστηρίξει εργασιακά αυτό που ονειρεύεσαι να κάνεις, μάλλον δεν πρέπει να το επιχειρήσεις.
Τον απογοήτευα βέβαια εγώ εν ολίγοις, αλλά αυτός τίποτε δεν άκουγε. Έστειλε στον σταθμό δέκα υπαλλήλους προσδοκώντας να κάνει μαζί τους μια δουλειά μόνον από τις τόσες που έκανα εγώ εκεί, αν και κανείς από αυτούς δεν ήξερε πώς να την κάνει κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, κόλλησαν και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν.
Όταν ήμουν μόνος εκεί κάτω κι επισταμένως ζητούσα να μου στείλουν βοηθούς, ώστε κι εμένα να βοηθήσουν, αλλά και την δουλειά μου να μάθουν μήπως και τους χρειαστεί αργότερα, η γενική μας διεύθυνση μάλλον αδιαφορούσε και τίποτε δεν έκανε.
Όταν όμως τους προέκυψε από το πουθενά αυτός ο άνευ χαρτοφυλακίου και παντελώς ανίδεος, αλλά και δεύτερος χωρίς λόγο διευθυντής στο δικό μας υποκατάστημα και σκέφτηκε να προβεί στην αναζωπύρωση των εργασιών που ήδη εγκατέλειψα εγώ, βρήκαν κι έστειλαν εκεί δέκα υπαλλήλους, αν κι από μακριά φαινόταν ότι δεν ήταν δυνατόν να περιμένουν καλό αποτέλεσμα από αυτούς, αφού ούτε την γνώση είχαν, αλλά ούτε και τον τρόπο διέθεταν προκειμένου να κάνουν αυτό που τους ζητούσαν.
Ούτε και την πείρα των συνεργατών μας μπορούσαν να εκμεταλλευτούν, αφού κανέναν από αυτούς δεν ήξεραν και κανείς από αυτούς δεν τους ήξερε. Κι αφού ήταν τελείως άγνωστοι στον εν λόγο χώρο, κανείς δεν τους εμπιστευόταν.
Κόλλησαν λοιπόν οι συνάδελφοι μου αφού δεν ήξεραν τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν με όσα αντιμετώπιζαν και μαζί με αυτούς, κόλλησε κι εκείνος ο ανίδεος και άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντής, ο οποίος τους πίεζε να κάνουν όσα δεν ήξεραν κι από κανέναν δεν έμαθαν.
Κι επειδή δεν ήταν δυνατόν να του φέρουν κάποιο αποτέλεσμα, πίεζε μετά κι εμένα, ώστε να επιστρέψω στον σταθμό και να κάνω εκεί ξανά όσα πλέον εγκατέλειψα.
Θύμωσα μαζί του όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και του είπα ένα σορό για την επιμονή του να ταλαιπωρεί τους συναδέλφους μου, αλλά κι εμένα.
– Ή ξέρεις πως γίνεται κάτι και το επιχειρείς, ή δεν επιχειρείς να κάνεις τίποτε, αφού δεν ξέρει πως γίνεται. Επειδή δηλαδή πρέπει να δικαιολογηθεί ο δικός σου λόγος ύπαρξης στην εταιρεία που εμείς εργαζόμαστε κι εσύ παραθερίζεις, πρέπει να τρελαθούμε όλοι τρέχοντας πίσω από τα προσωπικά σου όνειρα;
Εγώ πάντως, ευθέως σου το λέω αυτό. Δεν είμαι διατεθειμένος να συμμετάσχω σε κανενός τα αδικαιολόγητα όνειρα και προπαντός τα δικά σου, αφού δεν βρίσκεσαι ανάμεσα μας ως φυσιολογικά εργαζόμενος άνθρωπος.
Αν ήσουν τέτοιος, θα ήξερες κάτι από κάποια δουλειά και προπαντός, θα ήξερες αρκετά και από την δική μας δουλειά, τα οποία θα έπρεπε να είναι τόσα, όσα θα ήταν σε θέση και να δικαιολογήσουν μάλιστα τον τίτλο του διευθυντού που σου επιτρέπουν να έχεις.
Αυτά του είπα εν βρασμό και άλλα τόσα θα ήθελα να πω στην γενική μας διεύθυνση εκείνη την στιγμή, που λόγο των πολλαπλών σχέσεων της με τα πίσω από όλους κι από όλα κρυφίως λειτουργούντα συμφέροντα, υποχρεώθηκε να δεχθεί έναν ανίδεο υπάλληλο από αυτούς στο δυναμικό της εταιρεία και μάλιστα ως δήθεν διευθυντή.
Δεν το έκανα όμως, γιατί με πρόλαβε αυτός. Κάλεσε αμέσως τον γενικό μας διευθυντή στην Αθήνα και του είπε χαρτί και καλαμάρι όσα του ξεστόμισα.
Δεν είπα τίποτε βέβαια στην γενική μας διεύθυνση, αλλά επειδή ήθελα να δείξω σε όλους ότι δεν αστειεύομαι, αλλά κι ότι είμαι αποφασισμένος να αποχωρίσω μάλλον από την εταιρεία αν επέμεναν να με στείλουν πάλι στον σταθμό, άρχισα να μαζεύω με πολύ θόρυβο τα πράγματα μου.
Όπως ήταν όμως αναμενόμενο κι αυτό, δεν άργησε να φτάσει και αυτή η ενέργεια μου στην Αθήνα, γιατί μετά από λίγο με κάλεσε ο γενικός μας διευθυντής.
– Δεν υπάρχει λόγος να στεναχωριέσαι με όσα κάνει ο νεοφερμένος σας διευθυντής. Αφού όμως αυτός θέλει να δοκιμάσει να κάνει κάτι εκεί κάτω στον σταθμό, θα σε παρακαλούσα να μη τον εμποδίζεις.
Για το χατίρι μου λοιπόν, πήγαινε για τρείς μέρες μόνον στο σταθμό κι αυτό πάλι μέχρι να βεβαιωθούν όλοι εκεί κάτω, ότι τόσο εσύ, όσο και όλοι όσοι σε αντικαθιστούν, είστε συνάδελφοι και μάλιστα στην ίδια εταιρεία εργαζόμενοι.
Μετά από αυτό που σου ζητώ, εσύ θα επιστρέψεις και πάλι στην θέση σου και θα συνεχίσεις να εργάζεσαι για τα νέα σου καθήκοντα κι ότι χρειαστείς για το δικό σου τμήμα, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις.
Αυτά μου είπε ο γενικός μας διευθυντής κι αφού σαν χάρη μου το ζήτησε αυτό, όντως κατέβηκα στον σταθμό για τρεις ημέρες. Αφού κατέβηκα εκεί όμως, πήρα μια καρέκλα κι ένα τραπεζάκι από τον καφετζή του σταθμού και το έβαλα στην μέση της εσωτερικής πλατείας του, όπου κι έπινα καφέδες όλη την ημέρα.
Αυτό που επιδίωκα, ήταν το να πληροφορηθούν όλοι όσοι εργαζόταν στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και για πέντε ολόκληρα χρόνια ήταν παντοιοτρόπως χρήσιμοι συνεργάτες μου, ότι εγώ πλέον θα βρίσκομαι στα γραφεία της εταιρείας μας και ότι από δω και στο εξής, θα έπρεπε για το χατίρι μου να συνεργάζονται με όσους θα έστελνε η εταιρεία μας ανάμεσα τους, προκειμένου να εργαστούν για τα συμφέροντα της.
Όποιος λοιπόν με έβλεπε να κάθομαι στην μέση της πλατείας και να πίνω ολημερίς καφέδες, με πλησίαζε για να πιεί μαζί μου ένα πολύ φιλικό καφέ κι έτσι, όλοι τους έμαθαν τον λόγο που βρέθηκα και πάλι ανάμεσα τους.
Μετά από αυτήν την τριών ημερών επιστροφή μου στον σταθμό, όλοι ηρέμησαν και προπαντός ηρέμησαν όσοι, μα λίγο, μα πολύ, επηρέαζαν το αποτέλεσμα της δουλειάς μας.
Κι αφού συνήθισαν στην συνέχεια να βλέπουν κάθε μέρα ανάμεσα τους, τους νεοφερμένους συναδέλφους μου και βεβαιώθηκαν πια, ότι όλα θα ήταν όπως και πριν, έφυγα κι εγώ για το γραφείο μου.
Πήγα βέβαια στο γραφείο μου και ανέλαβα πάλι τα καθήκοντα μου, αλλά για πολλά χρόνια είχα συνεχείς αψιμαχίες με τον εν λόγω άνευ χαρτοφυλακίου διευθυντή, ο οποίος ποτέ δεν έμαθε κάτι από την δουλειά μας κι όμως βρισκόταν πάντα δίπλα από τον ήδη υπάρχοντα διευθυντή μας.
Αυτός δε, τον ανεχόταν μεν, αλλά και αδυνατούσε να κατανοήσει, τόσο τον τίτλο που του έδωσαν, όσο και την θέση που είχε ως φαινομενικά έστω εργαζόμενος και χωρίς κανένα λόγο υπήρχε δίπλα του.
Ποτέ λοιπόν δεν μάθαμε γιατί ήταν διευθυντής αφού είχαμε. Γιατί ήταν εκεί αν και δεν μας χρησίμευσε πουθενά. Και γιατί έμενε σταθερός στην θέση του, έστω κι αν έκανε μόνον ζημιές.
Διέταζε δηλαδή να γίνονται συνεχώς δουλειές και πράγματα, για τα οποία αυτός προσωπικά ποτέ δεν ήξερε να πει το πως θα γίνουν. Και το πιο κουφό από όλα είναι, ότι ενώ έφευγαν χρήσιμοι συνάδελφοι μας από το δυναμικό της εταιρείας, αυτός έμενε εκεί ακλόνητος.
Στο τέλος, αυτός ο άνευ χαρτοφυλακίου και περίεργα συμπεριφερόμενος διευθυντής, πήρε και την θέση του κυρίως διευθυντού μας, όταν κι αυτός ακόμη μετά από πέντε χρόνια μας έφυγε.
Βλέπετε λοιπόν ποιοι είναι αυτοί που οικειοθελώς εγκλωβίζονται στις τάξεις, αυτών που βρίσκονται πίσω από όλους κι από όλα; Βλέπετε και πως τους στηρίζουν αυτοί, εκεί που για τους δικούς τους λόγους τους τοποθετούν; Βλέπετε μετά και πως καταστρέφονται τα πάντα, εξαιτίας της βεβαιωμένης, αλλά κι επιλεγμένης άλλωστε ανικανότητας τους;
Για τους δικούς τους λόγους όμως, αυτό επιδιώκουν οι πίσω από όλους ευρισκόμενοι. Το να καταστρέφουν δηλαδή, όσα δεν είναι μέσα στα δικά τους σχέδια. Αυτοί βέβαια ανέκαθεν ενεργούν με τον ίδιο τρόπο κι επειδή για μας τους απλούς ανθρώπους φαίνεται αδιανόητο το να γίνεται επί τούτου κάτι τέτοιο, δεν μπορούμε να πείσουμε τον εαυτό μας, ότι μάλλον πρέπει να αντιδράσουμε επιτέλους με κάποιον τρόπο.
Αυτοί βέβαια καθόλου δεν ανησυχούν μην τυχόν κι αντιδράσουμε εμείς, αφού επισταμένως φροντίζουν ακόμη και γι’ αυτό. Το να μην πιστέψουμε ποτέ δηλαδή, ότι γίνονται τέτοια πράγματα πίσω από την πλάτη μας.
Για να εξασφαλίσουν δε το αποτέλεσμα των δικών τους ενεργειών, ψάξτε και θα δείτε, ότι πράγματι τοποθετούν παντού τέτοιου είδους διευθυντές, ώστε με πολύ καλό τρόπο και με την δική τους συμμετοχή, όχι μόνον να μας παραπλανούν καταφέρνουν, αλλά και να μας αλλοιώνουν μέρα με την μέρα επιδιώκουν και μάλιστα, με την συμμετοχή της δικής μας πρόχειρης ανοχής.
Μιχάλης Αλταλίκης