Πολλά αντιμετώπισα εκείνο το χρονικό διάστημα κι αφού καμιά δουλειά δεν μπόρεσα να κάνω με κείνο το γραφείο εισαγωγών, εξαγωγών που διατηρούσα, αποφάσισα τελικά να το κλείσω κι όντως το έκανα. Μετά από αυτό όμως, πάλι βγήκα στους δρόμους αναζητώντας εργασία, όπου κι αν την έβρισκα.
Παρ’ όλες τις προσπάθειες μου βέβαια, πουθενά δεν την έβρισκα, όπου κι αν αγωνιωδώς την έψαχνα. Πέρασα δηλαδή και τρίτο χειμώνα χωρίς δουλειά κι ως εκ τούτου, τόσο τα οικονομικά μου, όσο και τα ψυχικά μου αποθέματα, είχαν εντελώς εξαντληθεί και χωρείς αυτά, μετά βίας πλέον περιφερόμουν στους δρόμους αναζητώντας εργασία.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που από άμεση ανάγκη πια, έμπαινα στα καταστήματα των πρώην πελατών μου, προκειμένου να τους θυμίσω ξανά βέβαια το πρόβλημα μου, αλλά και να ξεκουραστώ κάπως στα καθίσματά τους ήθελα, από τις άκαρπες προσπάθειές μου.
Ένας από αυτούς μάλιστα, έδειχνε να ενδιαφέρεται περισσότερο από τους άλλους για τις ανάγκες μου, γι’ αυτό και συνεχώς με ρωτούσε να του πω, αν βρήκα δουλειά ή όχι κι αυτό πάλι, το έκανε από την αρχή που του ανακοίνωσα ότι έμεινα άνεργος.
Κάθε φορά δηλαδή που με έβλεπε να μπαίνω στο κατάστημα του για τους παραπάνω λόγους, αμέσως μου προσέφερε καφέ, αλλά κι αμέσως ρωτούσε να του πω αν βρήκα δουλειά ή όχι, όπως κι αν είχα ακόμη χρήματα στην διάθεσή μου, ή αν είχαν εξαντληθεί τα αποθέματά μου.
Έτρεμε δε στην ιδέα, του να βρισκόταν κι αυτός στην ίδια θέση με μένα, γι’ αυτό κι ευγνωμονούσε τον πεθαμένο πατέρα του κάθε φορά που με έβλεπε κι όλο το ίδιο μου έλεγε γι’ αυτόν. Ας είναι καλά ο πατέρας μου, που μου άφησε αυτήν την ατράνταχτη περιουσία και σε καμιά περίπτωση δεν κινδυνεύω να βρεθώ κι εγώ στην θέση σου και να ζω μάλιστα, αυτά που εσύ αντιμετωπίζεις.
Αυτά λοιπόν μου έλεγε αυτός κατά διαστήματα, αλλά και κουρασμένος όπως κι εξαντλημένος οικονομικά καθώς ήμουν από την άκαρπη και πάλι προσπάθειά μου, στάθηκα ξανά έξω από την πόρτα του μια μέρα λίγο μετά το Πάσχα του 1996, σκοπεύοντας να ξεκουραστώ για λίγο στο κατάστημά του, αν βέβαια μου το επέτρεπε.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα καμιά διάθεση να ακούσω τις στερεότυπες, όσο και άσκοπες ερωτήσεις του, αλλά αφού ήθελα να ξεκουραστώ, έπρεπε και να της υποστώ. Μετά βίας δηλαδή μπήκα στο κατάστημα του, αλλά κι αυτός, τρέχοντας σχεδόν βγήκε μέχρι έξω προκειμένου να με υποδεχθεί μόλις με είδε.
Το κατάστημα του βέβαια, το κληρονόμησε από τον πατέρα του και το διατηρούσε σαν καφενείο περισσότερο για τον εαυτό του και τους φίλους του, παρά για εργασία. Από αρκετά χρόνια πριν δηλαδή το είχε σαν καφενείο κι όπως ήξερα, καμιά δραστηριότητα δεν προσπαθούσε σ’ αυτό.
Βεβαίως και δεν τον απασχολούσαν οι μηδενικές δραστηριότητες του, δεδομένου ότι ήταν από τον πατέρα του κληρονόμος πολλών εισοδημάτων κι ως εκ τούτου, δεν υπήρχε λόγος να αποκτήσει περισσότερα, αφού και τα ακίνητα που του άφησε, ήταν υπερβαλλόντως πολλά.
Με το που με έβαλε να καθίσω στο γραφείο του λοιπόν εκείνη τη μέρα, άρχισε και πάλι να μου κάνει τις ίδιες ερωτήσεις. Τι έγινε; Βρήκες δουλειά; Πως είναι τα οικονομικά σου; Τι αποθεματικό έχεις αυτή τη στιγμή;
Κι αφού ρωτούσε αυτός, υποχρεωνόμουν κι εγώ να του απαντώ. Δεν μου έχουν μείνει τίποτε πια του έλεγα απογοητευμένος. Αυτή την στιγμή μάλιστα, έχω μόνον ένα πεντοχίλιαρο στην τσέπη μου κι όπως καταλαβαίνεις, δεν ξέρω πως να το διαχειριστώ καλύτερα, ώστε να περάσουμε οικογενειακώς, ή δυνατόν περισσότερες μέρες αν μπορέσουμε.
Υπολογίζοντας αυτός την δυσκολία μου, έλεγε πολύ σοβαρά. Άκου φίλε μου. Όπως ξέρεις, σε εκτιμώ κι εγώ τόσο, όσο σε εκτιμούσε κι ο καλός μου πατέρας. Κι όπως πολύ καλά γνωρίζεις, αυτός μου άφησε ατράνταχτη περιουσία. Με αυτήν στα χέρια λοιπόν, καθόλου δεν κινδυνεύω να πάθω κι εγώ τα ίδια μ’ εσένα.
Το εισόδημά μου δε είναι τόσο μεγάλο, που μπορώ σταθώ δίπλα, όχι μόνον σ’ εσένα, αλλά και σε ένα ολόκληρο χωριό και μάλιστα, για όσο χρονικό διάστημα το χρειαστεί, χωρείς τον κίνδυνο να πάθω ενδεχομένως κάποιον οικονομικό κλονισμό.
Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν. Όταν δεις τα οικονομικά σου να εξαντλούνται, να μην πας πουθενά και σε κανέναν. Ούτε στα αδέρφια σου να πας, ούτε στους γονείς σου. Σ’ εμένα να έρθεις κι εγώ θα σε στηρίξω οικονομικά, έως ότου βρεις δουλειά, ή για όσο χρόνο θα το χρειάζεσαι. Θα είμαι εδώ δηλαδή και θα σε περιμένω να έρθεις. Να έρθεις όμως τότε, που θα εξαντληθείς οικονομικά κι όταν πια θα έχεις φτάσει στο αμήν.
Άκουγα βέβαια το σκεπτικό του, αλλά κι όσο μου ανακοίνωνε αυτός τις σκέψεις του, έψαχνα εγώ να βρω μέσα στο μυαλό μου, ποιά άραγε να ήταν η οικονομική εξάντληση που έπρεπε να υποστώ και ποιό να ήταν το αμήν που ζητούσε αυτός να φτάσω, την στιγμή που μόλις πριν του είπα, ότι μόνον πέντε χιλιάρικα σε δραχμές είχα πλέον στην τσέπη μου ως απόθεμα. Και τι να σας πω τώρα για τα πέντε χιλιάρικα, αφού το εισιτήριο στο λεωφορείο, κόστιζε εκατό δραχμές τότε.
Προκειμένου να του δώσω μια απάντηση όμως, πάλι του έλεγα. Δεν μου είναι καθόλου εύκολο να έρθω εδώ και να σου ζητώ ελεημοσύνη. Μπορώ όμως για πολλοστή φορά να σου θυμίσω, ότι δουλειά και μόνον δουλειά θα ήθελα, αν βέβαια μπορούσες να μου την προσφέρεις.
Αυτήν σκεπτόμενος τώρα, θα έλεγα ότι μάλλον εύκολα μπορείς να κάνεις κάτι για εμένα, αν πράγματι θέλεις να με βοηθήσεις. Επέτρεψέ μου να δουλεύω εγώ το μαγαζί στο πόδι σου κι εσύ να σουλατσάρεις ως εισοδηματίας όπου κι αν θέλεις, αφού δεν έχεις καμιά όρεξη για δουλειά κι όπως πολύ καλά το ξέρεις, εγώ θα σου αποδίδω στο ακέραιο τα οικονομικά του καταστήματός σου. Ξέχασε δηλαδή την επαιτεία που μου προτείνεις κι επέτρεψέ μου να βάλω εγώ σε λειτουργία την επιχείρησή σου αντί για εσένα και θα σε ευγνωμονώ δια παντός μετά ως εργαζόμενος στην θέση σου.
– Όχι, όχι. Επέμενε να λέει αυτός. Δεν μπορώ να κάνω εγώ χωρείς το μαγαζί μου. Εσύ όμως όπως σου είπα, όταν θα φτάσεις στο αμήν, να έρθεις εδώ σ’ εμένα κι εγώ θα σε συμπαρασταθώ οικονομικά, για όσο χρονικό διάστημα το χρειαστείς. Κατάλαβες;
Αυτά λοιπόν είπαμε εκείνη την ημέρα με τον έχοντα κι αφού δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, τον άφησα ήσυχο κι έφυγα με το σκεπτικό, να μην του κάνω άλλη επίσκεψη, γιατί αφενός μεν δεν ήθελα να γίνω επαίτης, αφετέρου δε, γιατί δεν μπορούσε αυτός να μου προσφέρει καμιά δυνατότητα εργασίας.
Για την ακρίβεια βέβαια, τον πατέρα του είχα πελάτη μου, ο οποίος, για δέκα πέντε χρόνια κοντά με καλούσε στο κατάστημά του, προκειμένου να εξετάσουμε από κοινού τα κριμένα συμφέροντα στις εισαγωγές που επιχειρούσε κι όλο μου έλεγε πλάι, πλάι, ότι θα ήθελε να με έχει συνεχώς δίπλα του, αλλά εγώ είχα την δουλειά μου τότε και για κανένα λόγο δεν ήθελα να την αλλάξω με κάτι άλλο.
Πεθαίνοντας όμως αυτός, άφησε την επιχείρησή γιό του, ο οποίος βέβαια δε ήξερε να κάνει τίποτε σ’ αυτήν, αλλά και δεν ήθελε να συνεχίσει τις δραστηριότητες του πατέρα του, οπότε, δεν χρειαζόταν την εμπειρία μου ώστε να με κάνει συνεργάτη του. Κι όταν πάλι βρέθηκα άνεργος, αυτός όπως σας ανάφερα παραπάνω, κρατούσε το κατάστημά του σαν καφενείο για τον εαυτό του, οπότε πάλι δεν του ήμουν χρήσιμος.
Έφυγα λοιπόν εκείνη την ημέρα από το κατάστημά του και κουρασμένος ψυχολογικά και σωματικά καθώς ήμουν, έτσι πήγα στο σπίτι μου. Όταν με είδε η γυναίκα μου να επιστρέφω και πάλι άπραγος κι απογοητευμένος, δάκρυσε χωρίς να πει ή ρωτήσει κάτι.
Για την δική της διανοητική κατάστασης βέβαια, ήταν πολύ δύσκολος προβληματισμός αυτό που ζούσαμε, γι’ αυτό και δεν ήξερε πως να τον αντιμετωπίσει. Μάζεψε όμως τις σκέψεις της κάποια στιγμή και μου έδινε κουράγιο. Μη στεναχωριέσαι έλεγε. Θα ξοδεύουμε όσο μπορούμε λιγότερα κι έτσι, μπορεί να κερδίσουμε λίγο χρόνο ακόμη, μέχρι να βρεις κάποια δουλειά. Μη στεναχωριέσαι έλεγε, αλλά και δάκρυζε όπως έβλεπα.
Είναι αλήθεια βέβαια, ότι δεν ήθελα να της φανερώσω την πραγματική μας οικονομική κατάσταση, όπως και την εξάντληση των αποθεμάτων μας, γιατί πολύ φοβόμουν, μη τυχόν της προκαλούσα εγώ κάποια ζημιά, υποχρεώνοντας την να συνειδητοποιήσει ξαφνικά, τις επιπτώσεις που θα είχαμε από το οικονομικό μας αδιέξοδο.
Δεν ξέρω όμως που έβρισκε την απαιτούμενη ψυχραιμία, γιατί στο εξής, ξόδευε ελεγχόμενα κι όντως λιγότερα από όσα επίσης ελεγχόμενα ξόδευε πριν. Εγώ βεβαίως κι ανησυχούσα πολύ, γιατί με τα πέντε χιλιάρικα και με κάτι λίγους τόκους που μας απέμειναν στην τράπεζα, δεν θα μπορούσαμε να πάμε και πολύ μακριά.
Με την σωστή διαχείριση της γυναίκας μου όμως, όπως και με τα λίγα χρήματα που μας απέμειναν, δεν ξέρω να σας πω πως έγινε αυτό, αλλά φτάσαμε να ζούμε αξιοπρεπώς δύο μήνες ακόμη. Μέχρι και τα μέσα του Ιουλίου δηλαδή.
Την δεκάτη Πέμπτη το πρωί όμως, σηκώθηκε πολύ προβληματισμένη από το κρεβάτι της και σαν είδε κι εμένα σκεπτικό στην καρέκλα που καθόμουν, ρωτούσε με αγωνία να της πω. Τι έγινε; Δεν έχουμε άλλα χρήματα; Όχι της είπα ανόρεκτα. Αλλά και πολύ φοβήθηκα είναι αλήθεια, για το είδος της αντίδρασης που θα εκδήλωνε.
Ευτυχώς για όλους μας βέβαια, το δέχτηκε ψύχραιμα θα έλεγα, οπότε, επεχείρησα κι εγώ να της φανερώσω και την αλήθεια στην συνέχεια, λέγοντάς την όμως όσο ποιο ίπια μπορούσα. Μόνον δυό εκατοστάρικα έχω επάνω μου σήμερα Ιάνθη. Κι όπως πολύ καλά καταλαβαίνεις, βρισκόμαστε στο αμήν.
Άκουσε την αλήθεια η γυναίκα μου κι όπως το φοβόμουν, πράγματι κοκάλωσε. Αφού επεξεργάστηκε όμως για λίγο μέσα της αυτό που άκουσε, έλεγε ύστερα με απορία. Ναι. Αλλά τί θα δώσουμε να φάνε τα παιδιά μας σήμερα;
Σκέφτηκα το ερώτημα της, αλλά και τί να της έλεγα; Τι θα μπορείς να τους κάνεις όμως με ένα εκατοστάρικο που θα σου δώσω; Με το άλλο που έχω, θέλω να πάρω ένα εισιτήριο, προκειμένου να κατέβω ακόμη μια φορά με το λεωφορείο σήμερα στην αγορά. Αν δε και δεν βρω κάποια δουλειά πάλι, τότε θα επιστρέψω με τα πόδια στην Καλαμαριά από το κέντρο, αφού δεν θα έχω άλλο κατοστάρικο να πάρω το εισιτήριο της επιστροφής μου κι από άλλον άνθρωπο, ντρέπομαι να το ζητήσω.
Κόβοντας την κουβέντα μου αυτή, έλεγε με κατανόηση. Μη ντρέπεσαι. Ο καθένας θα μπορούσε να βρεθεί στην θέση σου. Ζήτησέ το από κάποιον γνωστό σου όμως κι έλα με το λεωφορείο. Είναι πολύ μακριά το κέντρο, ώστε να έρθεις με τα πόδια στην Καλαμαριά.
Με το ένα κατοστάρικο που θέλεις να μου δώσεις όμως, μπορώ να πάρω μόνον ένα μπουκάλι γάλα σήμερα κι ένα ψωμί. Για το μεσημέρι πάλι, μη στεναχωριέσαι, γιατί έχω να δώσω στα παιδιά κάτι απομεινάρια. Για μας τους δύο βέβαια, τίποτε δεν έχω. Αύριο όμως; Τι θα κάνουμε;
Αυτά είπε με αρκετό φόβο στην φωνή της κι όπως έπρεπε, περίμενε την απάντησή μου. Δεν ξέρω της είπα μονολεκτικά και έλιωνα από το άγχος, γιατί όντως ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση που βρισκόμουν.
Της έδωσα ωστόσο το εκατοστάρικο που της υποσχέθηκα και με αυτό που κράτησα, πράγματι πήρα το λεωφορείο να κατέβω στο κέντρο, αν και πριν φτάσω εκεί, ήμουν ήδη σμπαράλια ψυχολογικά. Ήμουν κουρασμένος δηλαδή, πριν ακόμη κουραστώ από κάτι και δεν είχα καμιά διάθεση να πάω πουθενά και σε κανέναν.
Και πού είχα να πάω άλλωστε, αφού όπου κι αν πήγα, όποιον κι αν πλησίασα στα δυόμιση χρόνια που έμεινα άνεργος, σε κανέναν δεν μπόρεσα να βρω την δουλειά που χρειαζόμουν. Βλέποντας και οι συγγενείς μας τις προσπάθειές μου, έλεγαν πολύ σκληρά πίσω από την πλάτη μου.
Όποιος θέλει δουλειά, βρίσκει. Όποιος όμως δεν θέλει, συνεχώς ψάχνει. Όπως καταλαβαίνετε, άκουγα πολλά τέτοια από τον περίγυρό μου και θαύμαζα για την δυνατότητα που έχουν οι άνθρωποι να γίνονται σκληροί με τους άλλους, όταν αυτοί ζουν μέσα στην ασφάλεια.
Τι μπορούσα όμως να κάνω; Εγώ ήμουν ο έκθετος κι εγώ έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες της απραξίας μου, έστω κι αν ομολογουμένως δεν την επιδίωκα. Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν μέσα στο λεωφορείο και χαμπάρι δεν πήρα, πότε φτάσαμε στο κέντρο της πόλης μας.
Με το που πάτησα το πόδι μου στο πεζοδρόμιο όμως, κατεβαίνοντας από το αστικό, ένα ειλικρινές ερώτημα άρχισε να περιφέρεται βασανιστικά μέσα μου κι αυτό ήταν αμείλικτο. Πού και σε ποιόν δεν πήγες μέχρι τώρα, ώστε σήμερα να πας και να σου δώσει την δουλειά που χρειάζεσαι;
Όσο κι αν γύριζε αυτό το ερώτημα μέσα μου όμως, εγώ δεν μπορούσα να του δώσω καμιά απάντηση, γιατί παντού πήγα και σε όλους είχα ανακοινώσει το πρόβλημα μου κι από κανένα δεν πήρα έστω και την παραμικρή υπόσχεση, όσο κι αν τους έλεγα ότι είχα ανάγκη από μια οποιαδήποτε δουλειά.
Μια θύμηση όμως, ήρθε και στάθηκε ξαφνικά μπροστά μου κι αυτή δεν έφευγε με τίποτα από την θέση της, όσο κι αν την έδιωχνα. Ο λόγος που με έκανε να την διώχνω, ήταν ότι μου παρουσίαζε μια λύση πολύ ταπεινωτική για εμένα, την οποία ποτέ μου δεν σκέφτηκα, ποτέ μου δεν υπολόγισα ω λύση και με κανένα τρόπο δεν ήθελα να την υποστώ.
Ποτέ μου δηλαδή δεν σκέφτηκα, ότι θα έφτανα κάποτε στο σημείο, του να δεχθώ ελεημοσύνη από κάποιον, ως άχρηστος να βοηθήσω τον εαυτό μου, εγώ που για όλους ήμουν πολλαπλά χρήσιμος.
Κι αυτό που με πίεζε να κάνω η απρόσκλητη θύμηση, ήταν να επισκεφτώ εκείνον τον έχοντα καταστηματάρχη, ο οποίος προ καιρού μου είχε υποσχεθεί όπως σας ανάφερα, ότι όταν θα έφτανα ποτέ στο αμήν, τότε να μην πήγαινα πουθενά και σε κανέναν άλλον, παρά μόνον σ’ αυτόν.
Στο αμήν βρισκόμουν λοιπόν κι αφού ήμουν στο αμήν, μπορούσα όπως μου το ζήτησε να πάω και να τον βρω, αφού αλήθεια ήταν ότι δεν έβρισκα πουθενά χώρο εργασίας, όπως ήταν αλήθεια κι ότι δεν είχα πλέον την δυνατότητα να συντηρήσω με τις δικές μου δυνάμεις την οικογένεια μου.
Ήθελα δεν ήθελα λοιπόν, εκ των πραγμάτων υποχρεωνόμουν να πάω σ’ αυτόν που όντως μπορούσε αφού είχε, αλλά και μου υποσχέθηκε άλλωστε να κάνει αυτός για την οικογένεια μου, ότι εγώ δεν μπορούσα να κάνω γι’ αυτήν.
Είχα βέβαια σοβαρούς λόγους που με ανάγκαζαν να κάνω αυτήν την κίνηση, αλλά να, μου ήταν πολύ δύσκολο να χωνέψω, ότι βρέθηκα σε τέτοια κατάσταση, που έπρεπε να υπολογίζω ως λύση πλέον, την διάθεση κάποιου από τους συνανθρώπους μας, να μου προσφέρει ελεημοσύνη αντί για κάποια μορφή εργασίας.
Ποιο πολύ όμως μου κακοφαινόταν η ιδέα, ότι με εγκατέλειψε μάλλον κι ότι με άφησε αβοήθητο η Παναγία μας, τότε που όντως είχα ανάγκη κι εξαιτίας αυτής της εγκατάλειψης, υποχρεωνόμουν πλέον να ζητήσω βοήθεια από κάποιον γνωστό μου βέβαια, έστω κι αν από μόνος του αυτός μου την υποσχέθηκε.
Βεβαίως και δεν ήθελα να βρεθώ ποτέ σε θέση ανέργου, γι’ αυτό κι από χρόνια πριν αναζητούσα άλλη εργασιακή λύση από αυτήν που ήδη είχα και χαροπάλευε, όπως σας το ανάφερα στα προηγούμενα, αλλά δυστυχώς για εμένα δεν μπόρεσα να βρω, όσο κι αν φοβόμουν αυτήν την κατάληξη.
Να όμως που μου συνέβη τελικά και βρέθηκα άνεργος στα σαράντα οκτώ μου χρόνια. Κι αφού αυτό μου συνέβη, δεν είχα παρά να υπομένω καρτερικά, όχι μόνον την πιθανή εργασιακή μου αποκατάσταση, αλλά και την ταλαιπωρία που έπρεπε να υποστώ ως οικογενειάρχης άνεργος.
Ήλπιζα όμως παρ’ όλα αυτά, ότι θα σταματούσε η Παναγία μας κάποια στιγμή την ταλαιπωρία μου κι ότι θα έβρισκε τρόπο, ώστε να με εντάξει όπου Αυτή θα ήθελε ως εργαζόμενο, πριν απογοητευτώ και προπαντός πριν ακόμη φτάσω στο αμήν.
Επειδή όμως έφτασα ήδη στο αμήν και η αποκατάσταση μου δεν έλεγε να γίνει, διατηρούσα αρκετούς φόβους πλέον μέσα μου, ότι μπορεί και να με ξέχασε, όπως και να αδιαφορούσε πλέον για την κατάστασή μου.
Εφόσον όμως επέτρεψε Αυτή, ώστε να σέρνομαι ως άνεργος για δυόμιση ολόκληρα χρόνια και να γυρίζω από πόρτα σε πόρτα, ψάχνοντας παντού για δουλειά και να μην την βρίσκω κι αφού επέτρεψε ώστε να εξαντληθώ, τόσο ψυχικά όσο και οικονομικά, ήταν επόμενο πλέον ότι θα κατέληγα στο τέλος να υπομένω και τις συνέπειες που ακολουθούν αυτούς που όντως είναι εγκαταλειμμένοι.
Κι αυτές οι συνέπιες, ήταν τόσο αμείλικτες μάλιστα απέναντί μου, που με ήθελαν να δέχομαι πολύ ταπεινωμένος την ελεημοσύνη του γνωστού μου βέβαια καταστηματάρχη, έστω κι αν αυτήν, εκ των πραγμάτων πλέον την είχα απόλυτα ανάγκη.
Δεν ήξερα τον λόγο που μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν έγινε τίποτε ώστε να αποκατασταθώ ως εργαζόμενος, όπως δεν ήξερα και τον λόγο που συρόμουν χωρείς να το θέλω προς την επαιτεία, γι’ αυτό και ήταν μεγάλη η ντροπή που αισθανόμουν, για όσα εκ των πραγμάτων έπρεπε να υποστώ.
Με αυτήν την ταπεινωτική λύση βέβαια, θα είχα την δυνατότητα να ζήσω την οικογένειά μου, ευγνωμονώντας πλέον τον άνθρωπο που υποσχέθηκε να μας βοηθήσει, αν κι αυτός δεν ήταν λόγος που θα απάλλασσε εμένα από την ντροπή που αισθανόμουν.
Θα πάω είπα μέσα μου κάποια στιγμή με θάρρος κι ας ταπεινωθώ αφού έτσι θέλει να κάνω η Παναγία μας κι ας ζήσω αυτή την ντροπή αφού είναι δική μου, ζητώντας από αυτόν τον καλό άνθρωπο να φροντίσει την δική μου οικογένεια, αφού με τόση θέρμη ζήτησε από μόνος να το κάνει.
Ούτως ή άλλος, δεν θα μπορούσα να δώσω εγώ λύση στο πρόβλημά μου, γι’ αυτό κι έβαλα κατά μέρος πια την ντροπή κι όντως πήγα να το βρω. Τα πόδια μου βέβαια, με τα βίας με κρατούσαν όρθιο και μέχρι να φτάσω στο κατάστημα του, έκανα αρκετές πρόβες μέσα μου, για το πως θα του έλεγα τον λόγο που τον επισκεπτόμουν, όπως και πώς θα του θύμιζα, όσα αυτός πριν από καιρό μου υποσχέθηκε.
Μυστικά ωστόσο, ευχόμουν ότι θα θυμόταν από μόνος του την υπόσχεσή του, γιατί έτσι και δεν την θυμόταν, αλίμονό μου έλεγα μέσα μου. Δεν μου άρεσε καθόλου δηλαδή και η ιδέα ακόμη του να ξέχασε αυτός αυτά που μου υποσχέθηκε, γι’ αυτό κι έδιωχνα πια αυτήν την σκέψη από το μυαλό μου.
Και με το δίκαιό μου την έδιωχνα, αφού η κατάσταση μου δεν επέτρεπε την ύπαρξη καμιάς ντροπής, αλλά και ήθελα πλέον να δεχθώ την βοήθεια που τόσο θαρραλέα αυτός μου υποσχέθηκε, βλέποντας την ως σανίδα σωτηρίας βέβαια, έστω και προσωρινή.
Όσο πλησίαζα προς τον μέλλοντα ευεργέτη μου δηλαδή, τόσο και στηριζόμουν στην υπόσχεση του όπως καταλαβαίνετε, δεδομένου ότι εκτός από αυτόν, κανένας άλλος από το περιβάλλον μου δεν μπορούσε, ούτε και να σκεφτεί ακόμη να ενδιαφερθεί, για το πως θα φρόντιζα εγώ την οικογένεια μου στο εξής, εφόσον ακόμη παρέμενα άνεργος.
Όταν επιτέλους έφτασα στον κατάστημά του, στάθηκα μπροστά στην πόρτα του όπως έκανα πάντα και περίμενα να δω τον ευεργέτη μου να έρχεται έξω από αυτό, προκειμένου να με υποδεχθεί όπως το συνήθιζε, ενώ ετοιμάστηκα ψυχολογικά, ώστε να δεχθώ πολύ καλοπροαίρετα την ελεημοσύνη του.
Μόλις με εντόπισε λοιπόν αυτός στην πόρτα του, πράγματι έτρεξε και πράγματι έπεσε στην αγκαλιά μου, αλλά κλαίγοντας. Μπράβο? Έλεγα μέσα μου. Πριν ακόμη του το ζητήσω, αυτός κατάλαβε ότι ήρθε το αμήν που μου ζήτησε, γι’ αυτό και με κλάματα δείχνει την χαρά που έχει, προκειμένου να με συμπαρασταθεί.
Το κάνει δε έτσι αυτό μάλιστα, που να μην αισθάνομαι εγώ, την ντροπή που πιθανόν θα νιώθω, αφού έρχομαι να δεχθώ ως επαίτης την αγάπη που αυτός βεβαίως και υποσχέθηκε να μου προσφέρει. Αντί αυτού όμως, τον άκουσα μέσα στα αναφιλητά του να μου λέει άλλα κι ακατανόητα μάλιστα με παράπονο. Σώσε με Μιχάλη.
Σώσε με έλεγε και έκλαιγε με δάκρια στα μάτια, ενώ κρεμόταν από πάνω μου και δεν μπορούσα να απαλλαγώ από το βάρος του, δεδομένου ότι αυτός ήταν ογκωδέστερος και βαρύτερος από εμένα.
Δεν καταλάβαινα την συμπεριφορά του βέβαια, γι’ αυτό και με απορία του έλεγα. Από πού ρε κι από τί να σε σώσω εγώ, αφού καταρρακωμένος έφτασα μέχρις εδώ, ώστε να με σώσεις εσύ;
Αυτός όμως τίποτε δεν άκουγε, παρά μόνον σώσε με Μιχάλη έλεγε, ενώ με τραβούσε να μπω στο κατάστημα του κι όταν μπήκαμε μέσα πάλι το ίδιο έλεγε με πόνο. Σώσε με Μιχάλη, γιατί τρεις φορές μέχρι τώρα, επιχείρησα να αυτοκτονήσω, περιμένοντας πότε θα έρθεις.
Δεν ξέρω πως το έκαναν αυτό, αλλά με προλάβαιναν οι δικοί μου την στιγμή που πηδούσα στον δρόμο από τον τέταρτο όροφο του σπιτιού μου και με γύριζαν πίσω. Αυτή την στιγμή μάλιστα, έκανα σχέδια με το μυαλό μου, πως να αυτοκτονήσω χωρείς να με δουν, αν και σήμερα δεν εμφανιζόσουν.
Αλήθεια έλεγε αυτός αυτά που σας αναφέρω και αλήθεια περίμενε από εμένα να τον σώσω, όπως αλήθεια έλεγε κι ότι ήθελε να αυτοκτονήσει, αλλά κι εγώ, με την ίδια αλήθεια τον ρωτούσα. Γιατί ρε; Ποιος είναι ο λόγος που αναγκάζει εσένα να αυτοκτονήσεις;
Εσύ έχεις τόσα, όσα πολλοί λίγοι άνθρωποι στον χώρο μας έχουν την τύχη να χαίρονται και τίποτε από όσα λείπουν από τους άλλους, δεν γνώρισες να λείπει από την ζωή σου, ώστε να θέλεις τώρα εξ αιτίας τους να απαρνηθείς την ζωή σου.
Απορώντας δηλαδή με την συμπεριφορά του, πάλι τον ρωτούσα. Μπορείς να μου πεις λοιπόν, γιατί θέλεις να κάνεις αυτό το κακό στον εαυτό σου; Και καλά. Καλώς ή κακώς το αποφάσισες για κάποιο λόγο κι όπως είπες τρεις φορές το επιχείρησες. Εμένα όμως, γιατί με περίμενες;
Ανάμεσα στα αναφιλητά του βέβαια, έλεγε και μια δικαιολογία σαν ιστορικό για την δική μου ανάμιξη. Εσύ πάντα είχες να μας πεις κάτι χρήσιμο, γι’ αυτό και σε περίμενα. Άκουσε όμως πρώτα να σου πω τι έπαθα και μετά να μου πεις τι να κάνω.
Ήρθε πριν από καιρό εδώ ένας Αλβανός από ότι μου δήλωσε και ζήτησε ούτε λίγο ούτε πολύ, να του πουλήσω το εμπόρευμα του καταστήματος μου. Βρέθηκα μπόσικος εγώ εκείνη την στιγμή και χωρείς να το καταλάβω, το διαπραγματεύτηκα μαζί του.
Του ζήτησα δηλαδή να μου δώσει ογδόντα εκατομμύρια δραχμές. Αυτός όμως δεν συμφώνησε μαζί μου. Σιγά να μη σου δώσω εκατό είπε και μου προσέφερε μόνον είκοσι. Το δέχτηκα εγώ κι αυτός μου είπε ότι θα πήγαινε να μου τα φέρει και σε λίγες μέρες θα επέστρεφε.
Τον έκοψα εγώ και με το δίκαιό μου του έλεγα. Και πολλά σου έδωσε ο άνθρωπος. Αυτός δηλαδή είναι ο λόγος που θέλεις να αυτοκτονήσεις; Τα εμπορεύματα που έχεις εδώ μέσα, είναι όσα σου άφησε ο πατέρας σου και αυτά πάλι είναι εδώ από την εποχή του τριάντα.
Για να τα πετάξεις και μόνον, θα πρέπει να πληρώσεις πολλά για την μεταφορά τους. Και τώρα που σου έδωσε αυτός είκοσι εκατομμύρια όπως είπες, τα αρνήθηκες και μετανιωμένος για την βλακεία που έκανες, θέλεις να αυτοκτονήσεις;
– Όχι ρ’ εσύ. Δεν μετάνιωσα για το ποσό της αξίας τους, γιατί όπως κι εσύ είπες, αυτά δεν έκαναν ούτε τόσα. Μετάνιωσα όμως, γιατί του έδωσα τον λόγο μου ότι θα του το πουλήσω, ενώ εγώ δεν θέλω να φύγω από το μαγαζί μου. Αν δεν έχω μαγαζί όπως ξέρεις, δεν θα έχω ποια λόγο να ζω.
Άλλη ζωή από το σπίτι μαγαζί και μαγαζί σπίτι, δεν γνωρίζω. Αν λοιπόν από αύριο, αναγκαστώ για κάποιο λόγο να μην έχω μαγαζί, τότε τι θα κάνω και πως θα ζω; Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που επιχείρησα τρεις φορές κι έκανα σχέδια για τέταρτη φορά να αυτοκτονήσω.
Πες μου λοιπόν αν με αγαπάς, τί να κάνω τώρα, ώστε να μην έρθει εδώ αυτός ο Αλβανός να μου πάρει το μαγαζί; Όπως καταλαβαίνεις, θέλω να έχω το μαγαζί μου. Δεν θέλω να το χάσω. Κατάλαβες;
Μετά από όσα διαπίστωνα εκείνη την στιγμή, δεν ήταν πλέον δυνατόν να περιμένω καμιά βοήθεια από εκείνον τον ζαλισμένο κατά τα άλλα άνθρωπο, γιατί με όσα αντιμετώπιζε, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τίποτε από αυτά που μου υποσχέθηκε προ καιρού.
Μην έχοντας λοιπόν, σε ποιον άλλον να στηριχθώ αφού αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για εμένα, δεν μου έμεινε παρά να ψάχνω μέσα μου να βρω, με ποιο τρόπο θα μπορούσα εγώ να βοηθήσω τουλάχιστον αυτόν που τα έπαιξε και ζητούσε να βοηθηθεί από μένα τον ανήμπορο.
Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που του μιλούσα ήρεμα πια, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορούσε να ξεδιαλύνει την σύγχυση που είχε μέσα του, γι’ αυτό και του έλεγα. Αφού ρ’ εσύ δεν ήρθε μέχρι στιγμής αυτός ο Αλβανός, μάλλον δεν θα έρθει. Γιατί έχεις αυτόν τον φόβο; Κι αν πάλι έρθει, μη του το δίνεις. Δικό σου είναι το εμπόρευμα κι ότι θέλεις το κάνεις.
Άκουγε αυτά που του έλεγα, αλλά κι επέμενε στα δικά του. Αν έρθει όμως; Τότε τί θα κάνω εγώ; Πως θα ζήσω χωρείς το μαγαζί μου; Και τί θα κάνω όλη μέρα, αν δεν έχω που να πάω; Αυτά έλεγε ο άνθρωπος κι από την αγωνία που είχε έτρεμε όπως έβλεπα.
Μα είναι δυνατόν να τρελαίνεσαι, του έλεγα, για το πως θα περάσεις τις ώρες σου, αν δεν έχεις μαγαζί; Αφού μέχρι τώρα ρ’ εσύ δεν έζησες ούτε μια στιγμή από αυτή τη ζωή, γιατί λοιπόν δεν παίρνεις την γυναίκα σου και σαν άνθρωπος να πας και να μείνεις για μερικές μέρες έστω, σε κάποιο από τα ακριβά ξενοδοχεία που βρίσκονται απέναντι στην Αγία Τριάδα για παράδειγμα;
Τι να κάνω στο ξενοδοχείο, έλεγε αυτός. Τέσσερα σπίτια έχω στην ίδια περιοχή και όλα βρίσκονται στην πρώτη σειρά. Κανένα ξενοδοχείο δεν διαθέτη την θέα που έχουν τα δικά μου σπίτια κι όλα είναι πλήρως εξοπλισμένα και ότι ώρα θέλω τα κατοικώ. Τι να κάνω λοιπόν στο ξενοδοχείο;
Τίποτε ρε να μην κάνεις. Να ζήσεις ανέμελα εκεί σου είπα, όσα μέχρι τώρα δεν έζησες, ξοδεύοντας ένα μικρό μέρος από αυτά που σου άφησε ο πατέρας σου. Αν δεν σου αρέσει αυτό, τότε πάρε το αεροπλάνο και κάνε πολυτελείς εκδρομές στο εξωτερικό.
Πήγαινε σήμερα στην Νέα Υόρκη αν θέλεις και ζήσε εκεί για λίγους μήνες. Δυσκολεύεσαι μήπως να πληρώσεις τα έξοδα που θα σου προκύψουν; Όχι βέβαια. Έλεγε αυτός με την σιγουριά του έχοντος. Μετά από όσο θα ζήσεις στην Νέα Υόρκη, φύγε και πήγαινε να ζήσεις για λίγους μήνες επισκεπτόμενος τα αξιοθέατα της Ιαπωνίας. Μπορείς να πληρώσεις ρ’ εσύ τέτοιου είδους έξοδα;
Και βέβαια μπορώ, απαντούσε. Περνώντας στην επίθεση στην συνέχεια, του έλεγα περισσότερα. Εγώ ρε μπορώ να πληρώσω κάτι από αυτά που σου προτείνω να κάνεις; Αν ήθελα κι εγώ δηλαδή να ζήσω, έστω και για λίγο τις ομορφιές αυτής ζωής, τις οποίες τόσο εύκολα υποτιμάς εσύ, θα μπορούσα να το κάνω;
Όχι βέβαια έλεγε και πάλι έπεσε σε μελαγχολία. Μετά από λίγο όμως έλεγε φωναχτά τις σκέψεις του. Και τί θα γίνει ρε. Από δω και μετά, έτσι θα ζω εγώ; Σαν τους μετανάστες; Θα γυρίζω δηλαδή από τον ένα τόπο στον άλλο; Τότε καλύτερα να αυτοκτονήσω. Δεν θέλω να πάω πουθενά. Το μαγαζί μου θέλω. Δεν θέλω να κάνω βόλτες. Μόνο μέσα σ’ αυτό θέλω να ζω. Το κατάλαβες, ή όχι;
Αφού δεν ήταν δυνατόν να βοηθήσω τον παρ’ ολίγον ευεργέτη μου με λογικά επιχειρήματα, αποφάσισα τελικά, ώστε να το κάνω διαφορετικά. Αρρώστησε ο φουκαράς κι όπως καταλάβαινα, αρρώστησε από κάποιο φανταστικό λόγο, οπότε, ομοιοπαθητικά αποφάσισα κι εγώ να τον βοηθήσω.
Έβγαλα λοιπόν το κινητό μου τηλέφωνο κι όπως έπρεπε, προσποιήθηκα ότι καλούσα κάποιο νούμερο. Όσο πατούσα τα κουμπιά του εγώ, αυτός περίμενε με αγωνία να ακούσει το αποτέλεσμα, αν και δεν του είπα τι θα έκανα.
Δεν πάτησα το πλήκτρο της κλίσης, αλλά με σταθερή φωνή, έλεγα στον φανταστικό αποδέκτη της. Άκου ρε, Αλβανέ. Το μαγαζί που ήρθες να αγοράσεις προ καιρού, το αγόρασα εγώ. Είναι δικό μου πλέον αυτό. Κι αφού είναι δικό μου, το διαθέτω σε όποιον εγώ θέλω.
Αν ακόμη θέλεις να αγοράσεις μαγαζί, να πας αλλού να το βρεις. Εδώ πάντως, ποτέ να μην ξανάρθεις. Κατάλαβες; Άντε μπράβο του είπα σαν να απευθυνόμουν πράγματι σε κάποιον κι έκλεισα την υποτιθέμενη γραμμή.
Μόλις άκουσε αυτός να λέω τέτοια πράγματα στον Αλβανό, για τον οποίο αυτός μου είπε ότι ζήτησε να αγοράσει το εμπόρευμα του, έλαμψε από χαρά, αφού αποκτούσε ξανά το ιδιόκτητο άλλωστε μαγαζί του.
Απελευθερωμένος δηλαδή από την υπόσχεση που έδωσε στον Αλβανό, έπεσε για δεύτερη φορά επάνω μου και με ευχαριστούσε κλαίγοντας σαν μικρό παιδί, αν και ήταν μεγαλύτερός μου κατά δέκα πέντε χρόνια περίπου.
Ωστόσο, έλεγε ευχαριστημένος για το αποτέλεσμα που του προέκυψε. Σ’ ευχαριστώ Μιχάλη. Γι’ αυτό περίμενα να έρθεις. Ήξερα ότι μόνον εσύ θα μπορούσες να με απελευθερώσεις από το πρόβλημά μου. Αφού δεν θα έρθει όμως να μου πάρει το μαγαζί ο Αλβανός, μπορώ να μένω ήσυχος πλέον σ’ αυτό;
Τί να του έλεγα λοιπόν, μετά από όσα του έκανα; Και βέβαια μπορείς να μένεις σ’ αυτό, αφού δικό σου είναι. Και μη φοβάσαι τίποτε, γιατί από τις φωνές που του έβαλα όπως άκουσες, δεν πρόκειται να σε επισκεφτεί ξανά.
Για να κάνεις όμως την παραμονή σου ποιο ευχάριστη μέσα στο μαγαζί σου, μάλλον πρέπει να πετάξεις όλες αυτές τις σαβούρες, που από την εποχή του τριάντα είναι κρεμασμένες στους τοίχους του.
Αυτούς δε, θα είναι καλύτερα για εσένα να τους βάψεις άσπρους, ώστε να φωτιστεί επιτέλους ο χώρος σου. Μαζί με αυτό όμως, επίσης καλό θα ήταν να πάρεις καινούργια έπιπλά και να πετάξεις αυτές τις παλιατζούρες του πατέρα σου.
Όπως κατάλαβες, πρέπει να πίνεις ευχάριστα τον καφέ σου παρέα με τους φίλους σου και για να μη χαλάς την διάθεση σου, πέταξε επιτέλους στα σκουπίδια και τα περισσότερα από αυτά που έχεις εδώ μέσα, αφού ούτως ή άλως, καμιά αξία δεν έχουν.
Άφησε όμως μερικά από αυτά να στολίζουν την βιτρίνα σου, για να φαίνεται ο χώρος σου σαν μαγαζί κι αφού εσένα δεν σε ενδιαφέρει να πουλάς κάτι εδώ μέσα, κανόνισε τουλάχιστον, ώστε να περνάς την ώρα σου στο δικό σου καφενείο, αφού έτσι το θέλεις αυτό.
Ευχαριστημένος λοιπόν ο έχων κι από τις υπόλοιπες οδηγίες που του έδωσα, έλεγε κάτι σαν κατάληξη. Θα κάνω όλα όσα μου είπες Μιχάλη. Κι αφού κανόνισες ώστε να μην με ενοχλήσει ξανά ο Αλβανός, δεν θα κάνω άλλη προσπάθεια να αυτοκτονήσω. Είσαι ευχαριστημένος τώρα;
Βεβαίως και είμαι του έλεγα, αλλά και του ζήτησα να μου υποσχεθεί στην συνέχεια, ότι θα έκανε οπωσδήποτε αυτά που του ανάφερα, αν ήθελε να γλυτώσεις γρήγορα από το πρόβλημά του. Κι επειδή σκέφτηκα να ενισχύσω περισσότερο την δική μου προσπάθεια, του ζήτησα να με ακολουθήσει, πηγαίνοντάς τον στην συνέχεια και στην εκκλησία της γειτονιάς του, οπότε, του έλεγα με τρόπο.
– Έλα τώρα να σε πάω και στην εκκλησία, γιατί αυτό που περνάς, δεν είναι λίγο και δεν φεύγει εύκολα. Χρειαζόμαστε βοήθεια δηλαδή. Εμείς βέβαια πάντα και κάθε λεπτό χρειαζόμαστε την βοήθεια του Θεού, αλλά η περίπτωσή σου, απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια.
Στηριζόμενοι στον εαυτό μας φίλε μου, στην λεβεντιά μας, στις γνώσεις μας και στα λεφτά μας, μόνον κακό προκαλούμε στον τον εαυτό μας, γιατί με όλες αυτές τις προσθήκες στην ζωή μας, ξεχνάμε εγωιστικά την ύπαρξη του Θεού.
Ξεχνώντας Τον όμως, αρρωσταίνουμε κι αυτός είναι ο λόγος που έφτασες κι εσύ στο σημείο να θέλεις να αυτοκτονήσεις. Ξέχασες δηλαδή τον Θεό σαν όλους μας κι όπως είδες, λίγο έλειψε να πνιγείς σε μια κουταλιά νερό, εσύ, που υποσχόσουν βασιζόμενος στα λεφτά σου, ότι θα κάνεις χωρείς τον Θεό, πράγματα τόσο απλά, τόσο μικρά για εσένα κι όντως πολύ χρήσιμα για άλλους, μόνον που δεν ήξερες, ότι χωρείς την συμμετοχή Του, τίποτε δεν μπορεί να σταθεί.
Είναι αλήθεια, ότι με άκουγε με πολύ προσοχή ο άνθρωπος κι αφού συμφώνησε με τα συμφραζόμενά μου, έκλεισε αμέσως το μαγαζί του και με ακολούθησε. Βαδίζοντας σκεπτικοί στον δρόμο στην συνέχεια, φτάσαμε μετά από λίγο στην εκκλησία των εμπόρων, αυτήν του Αγίου Μηνά δηλαδή, όπου και μπήκαμε μέσα.
Κι αφού τον άφησα για λίγο μόνο, πήγα να συναντήσω τον παπαγιώργη, στον οποίο κι ανάφερα τον λόγο της επίσκεψής μας, αλλά και του έλεγα μερικά προκειμένου να τον ενημερώσω.
– Παπαγιώργη. Δεν είναι καλά ο άνθρωπος. Έκανε τρεις απόπειρες αυτοκτονίας και σχεδίαζε να κάνει τέταρτη, αλλά και χάπια παίρνει. Από όσα μου είπε όμως, δεν εξομολογήθηκε ποτέ στην ζωή του, αν και πέρασε τα εξήντα του χρόνια.
Βιαστικός όμως καθώς ήταν ο παπαγιώργης, δεν μου επέτρεψε να του πω περισσότερα κι αφού είδε τον ασθενή μας να περιμένει, τον κάλεσε να μπει στο εξομολογητήριό του.
Μετά από λίγο όμως, βγήκε πάλι βιαστικά έξω ο παπαγιώργης, όπου και μου έλεγε στα γρήγορα, ότι πράγματι και δεν ήταν καλά ο άνθρωπος, αλλά και ρωτούσε να του πω, γιατί του τον παρουσίασα. Κι αφού έπρεπε να απολογηθώ για ότι έκανα, του έλεγα τα αυτονόητα.
– Βεβαίως και είναι άρρωστος βρε παπαγιώργη. Αν ήταν στα καλά του, εγώ θα τον έφερνα εδώ; Θα ερχόταν από μόνος του. Αν μπορέσεις να τον εξομολογήσεις όμως, έχει καλώς. Διαφορετικά, διάβασε του μια ευχή σε παρακαλώ και πάλι φέρε τον έξω.
Συμφώνησε ο παπαγιώργης, οπότε, επέστρεψε στο εξομολογητήριό του. Μέχρι να κάνει όμως αυτός, αυτά που δικαιολόγησε ότι πρέπει να γίνουν, εγώ φυλλομετρούσα ένα βιβλίο του πατρός Παϊσίου που βρήκα πρόχειρα τοποθετημένο έξω από το εξομολογητήριο του.
Φυλλομετρώντας το λοιπόν, στάθηκα να μελετήσω για λίγο μια προσωπική τοποθέτηση που έκανε ο πατήρ Παϊσιος στις προσευχές του ψαλτηρίου. Κι αυτό που μελετούσα εκεί, ήταν ότι σε κάθε μια από αυτές τις προσευχές, αφιέρωνε αυτός και μια ασθένεια.
Όταν εντόπισα την προσευχή που αφιερωνόταν στην μελαγχολία, την αντέγραψα σε ένα χαρτί και περίμενα να βγει έξω ο προστατευόμενος μου, όπως μου τον αποκάλεσε ο παπαγιώργης, ώστε να του την δώσω.
Βγαίνοντας λοιπόν οι δυό τους έξω από το εξομολογητήριο μετά από λίγο, μου έλεγε ο παπαγιώργης. Όπως σου είπα, ο προστατευόμενος σου δεν είναι καλά. Τον διάβασα όμως την ευχή κι όπως μου το υποσχέθηκε, θα έρθει να με βρει άλλη φορά. Αν διαπιστώσω τότε, ότι είναι σε θέση να δεχθεί την θεία κοινωνία, θα τον κοινωνήσω. Τώρα όμως, δεν μπορώ να το κάνω.
Αφού συμφώνησα με τον παπαγιώργη, πήρα τον προστατευόμενο μου από το χέρι και φύγαμε για το μαγαζί του. Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως, σπούδαζα εγώ καθ’ οδόν από τις εύλογες άλλωστε σκέψεις μου, οι οποίες μάλιστα, εκείνη την στιγμή άρχισαν να εκδηλώνονται μέσα μου και πολλά έλεγαν πολύ απλά διατυπωμένα, αναφερόμενες στην προσωπικότητά του έχοντος που προστάτευα.
Αυτός ο υπερβολικά έχων κι από κάθε άποψη εξασφαλισμένος οικονομικά άνθρωπος, στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνον στην οικονομική του ευρωστία, αυτήν δηλαδή που κληρονόμησε από τον πατέρα του, επετράπη από Θεού, ώστε να εξευτελιστεί μπροστά σ’ εμένα τον μηδέν έχοντα, αφού κώλυσε σε έναν χαζό λογισμό και με καμιά δύναμη δεν μπορούσε να ξεσκολίσει από αυτόν, αν δεν τον πλησίαζα εγώ για τις δικές μου ανάγκες.
Είχε ξεστομίσει βαριές κουβέντες σαν άνθρωπος και χωρίς την άδεια του Θεού, υποσχέθηκε σ’ εμένα τον οικονομικά καταρρακωμένο, ότι θα με βοηθούσε οικονομικά, αλλά τότε μόνον κι όταν θα έφτανα στο αμήν.
Αυτός λοιπόν που μπορούσε να με βοηθήσει, αφού όντως και διέθετε την ανάλογη οικονομική ευρωστία, ως καθ’ υπερβολή έχων, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει λογικά τον λόγο που τον έκανε να μπερδευτεί κι έτσι, ασθενήσει ψυχικά και μάλιστα για τα καλά.
Ως φανταστικά ασθενής στην συνέχεια, όχι μόνον ξέχασε τις υποσχέσεις που μου έδωσε, αλλά και τρείς φορές επιχείρησε να αυτοκτονήσει, μη μπορώντας να γλιτώσει από τις φαντασίες που τον περικύκλωσαν και ανάσα δεν μπορούσε να πάρει εξ αιτίας τους.
Κι όταν εγώ πήγα σ’ αυτόν να βοηθηθώ, αρκετά καταπιεσμένος από την δυσκολία που αντιμετώπιζα, όχι μόνον δεν έτυχα της βοηθείας του, αλλά και κατέληξα να ψάχνω μετά από όσα είδα να του συμβαίνουν, πως θα μπορούσα να του φανώ λογικά πολύ χρήσιμος.
Αν ήμουν ειδικός όμως, θα ήξερα ενδεχομένως και τι θα έπρεπε να κάνω για την περίπτωσή του. Επειδή όμως δεν ήμουν, το μόνο που μπορούσα να κάνω για την απαλλαγή του από χαζούς λογισμούς, ήταν να αυτοσχεδιάζω.
Κι επειδή απλώς και μόνον αυτοσχεδίαζα, ήλπιζα όπως καταλαβαίνετε, ότι οι δικοί μου αυτοσχεδιασμοί, θα έκαναν καλό σ’ εκείνο τον ταλαίπωρο άνθρωπο, γι’ αυτό και παρακαλούσα τον Θεό που όλα τα παρακολουθεί, να μου παραχωρήσει την ανάλογη βοήθεια, ώστε να έχουν πράγματι και σίγουρο αποτέλεσμα οι αυτοσχεδιασμοί μου για τον προστατευόμενό μου.
Σπούδαζα λοιπόν. Και σπούδαζα, όχι μόνον από τα γεγονότα, αλλά κι από αυτά που άκουγα από τις σκέψεις μου. Μέσω τον οποίων βέβαια, έλεγε κι ο Θεός σ’ εκείνον τον καλοπροαίρετο κατά τα άλλα υπερβολικά έχοντα. Ποιος νόμισες ότι είσαι εσύ βρε φτωχέ εισοδηματία, που στηριζόμενος στην δική σου μόνον οικονομική αυτάρκεια, τόλμησες να υποσχεθείς την συμπαράσταση σου σ’ ένα από τους συνανθρώπου σου και μάλιστα χωρείς να με ρωτήσεις;
Που και σε τι βασίστηκες εσύ και αγνοώντας Εμένα, θέλησες να παραστήσεις τον Θεό, ζητώντας από τον συνάνθρωπο σου να φτάσει στο δικό σου εξαντλητικό αμήν, πριν ή εσύ πάρεις απόφαση να τον βοηθήσεις;
Αν εγώ ήθελα να αφήσω τον άνθρωπό μου στην ίδια θέσει διαπαντός, θα μπορούσες άραγε να με εμποδίσεις; Αν πάλι ήθελα εγώ για τους δικούς μου λόγους να τον βγάλω στο λεπτό από το αδιέξοδο του, δεν θα μπορούσα άραγε να το κάνω μόνος μου; Θα χρειαζόμουν δηλαδή την δική σου βοήθεια; Ποιος λοιπόν είσαι εσύ, που σκέφτηκες να Με παρακάμψεις και να εφαρμόσεις όσα νόμισες ότι μπορείς να κάνεις χωρίς Εμένα;
Εσύ πάλι; έλεγε και σ’ εμένα μέσω των λογισμών μου. Γιατί τρόμαξες με όλα όσα σου συμβαίνουν; Σε άφησα εγώ ποτέ αβοήθητο; Σε εγκατέλειψα ποτέ στην τύχη σου; Δεν ήμουν εγώ πάντα εκεί πολύ πριν ακόμη φτάσεις εσύ στις εκάστοτε δυσκολίες της ζωής σου;
Δεν μπορούσες να σκεφτείς, ότι για να μη τακτοποιείται το θέμα σου, κάποιος λόγος θα υπήρχε; Κι αν εγώ θέλω κι έχω σκοπό να σε σπουδάσω πράγματα, εσύ θα διαλέξεις τον τρόπο της σπουδής σου, ή Εγώ;
Μήπως είσαι εσύ αυτός που θα πει σ’ Εμένα, φτάνει, δεν θέλω άλλη σπουδή; Άφησε λοιπόν σ’ Εμένα τον άνθρωπο που έπαθε ζημιά από την προχειρότητα του κι εσύ πήγαινε τώρα με τα πόδια στο σπίτι σου.
Αν πρέπει να γίνει κάτι για σένα, αυτό θα το αποφασίσω Εγώ. Κι αυτό πάλι. Θα γίνει έτσι και τότε, που Εγώ θα κρίνω. Αν πάλι θέλεις να κάνεις κι εσύ από μόνος σου όσα νομίζεις ότι χρειάζεσαι για τον εαυτό σου, τότε, δεν θα Είμαι εδώ να σε προσέχω. Αν όμως θέλεις να κατευθύνω Εγώ την ζωή σου, πήγαινε στο σπίτι σου και περίμενε με υπομονή εκεί την απόφασή μου.
Αυτά λοιπόν σκεφτόμουν βαδίζοντας δίπλα από τον προστατευόμενό μου και δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε στο μαγαζί του. Κι ενώ εγώ αποφάσιζα να δεχθώ λογικά και αδιαμαρτύρητα την τελευταία πρόταση των σκέψεών μου, ως την μόνη σίγουρη λύση, έλεγα σ’ εκείνον τον φουκαρά που ήταν όλως δει όλου χαμένος.
– Πάρε αυτό το χαρτί που σου δίνω και έχε το μαζί σου για πάντα. Αυτά που σου γράφω, είναι μια προσευχή για την μελαγχολία κι εκείνο που θέλω από εσένα, είναι να την διαβάζεις τρεις φορές την ημέρα μαζί με τα χάπια που παίρνεις.
Θα φύγω τώρα και θα σε αφήσω μόνο. Θα πρέπει να ξέρεις όμως, ότι δεν θα είσαι εντελώς μόνος, θα είναι κι ο Θεός μαζί σου. Εγώ δε, θα είμαι πάντα κοντά σου, έστω και αν δεν με δεις ποτέ ξανά μπροστά σου.
Αφού μου υποσχέθηκε αυτός, ότι θα έκανε όχι μόνον αυτό, αλλά κι όλα τα άλλα που του ζήτησα πριν, τον χαιρέτησα κι έφυγα από το μαγαζί του. Μην έχοντας όμως άλλο εκατοστάρικο στην τσέπη μου όπως σας είπα παραπάνω, δεν μπορούσα να πάρω το εισιτηρίου της επιστροφής μου, οπότε, όντως επέστρεψα με τα πόδια στο σπίτι μου.
Κουράστηκα αρκετά είναι αλήθεια κάνοντας έξη χιλιόμετρα διαδρομής, περπατώντας κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου. Κι όσο πλησίαζα προς την Καλαμαριά, τόσο αυτά τα χιλιόμετρα μου φαινόταν ατελείωτα.
Αν πάλι σκεφτεί κανείς και την ψυχολογική κατάσταση που βρισκόμουν τότε, η ταλαιπωρία που πέρασα μέχρι να φτάσω στο σπίτι μου, ήταν όντως πολύ μεγάλη, αφού έκανα παραπάνω από δύο ώρες εκείνη την διαδρομή.
Κι όταν πάλι έφτασα εκεί, τα πόδια μου δεν άντεχαν να κάνουν ούτε βήμα παραπάνω. Τα τελευταία πεντακόσια μέτρα της διαδρομής μου δηλαδή, με κούρασαν περισσότερο από την υπόλοιπη που έκανα κι έτσι όπως ήμουν κουρασμένος, μπήκα αμίλητος, αλλά και καταρρακωμένος στο σπίτι μου.
Όταν με είδε η γυναίκα μου να επιστρέφω σ’ εκείνη την κατάσταση, δεν χρειάστηκε να με ρωτήσει τι έγινε. Κατάλαβε την αποτυχία κι εκείνης της ημέρας, γι’ αυτό και τίποτε δεν μου είπε.
Κι αφού όπως μου ανακοίνωσε το πρωί, φαγητό για εμάς τους δύο δεν θα είχε να μας προσφέρει, πήγα κατευθείαν στον καναπέ, όπου και ξάπλωσα καθώς έπρεπε, προκειμένου να ξεκουραστώ τουλάχιστον.
Θέλοντας όμως να μου δώσει λίγο κουράγιο, έλεγε με κατανόηση. Μη κάνεις έτσι. Δεν μπορεί. Κάτι θα γίνει και θα βγούμε από το αδιέξοδο. Εγώ είμαι σίγουρη, ότι δεν θα μας αφήσει αβοήθητους η Παναγία μας.
Άκουσα το σκεπτικό της, αλλά και κουρασμένος καθώς ήμουν, έμεινα αμίλητος στην θέση μου κι όπως ήταν αναμενόμενο, αμέσως με πήρε ο ύπνος έστω και νηστικό και δεν θα ξυπνούσα, αν δεν άκουγα το τηλέφωνο μας να κτυπά.
Ούτε να κοιμηθώ με αφήνουν έλεγα μέσα μου, ενώ κοιτούσα το ρολόι μου, το οποίο έδειχνε τρείς και μισή εκείνη την στιγμή. Ποιος να μας καλεί μεσημεριάτικα έλεγα και καθώς έπρεπε, έστησα αυτή να ακούσω τι έλεγε η γυναίκα μου, αφού αυτή σήκωσε το ακουστικό κι όπως άκουγα, μιλώντας με κάποιον του έλεγε. Ναι. Ναι. Εδώ είναι. Να τον φωνάξω;
Έλα μου έγνεψε. Ένας κύριος είναι στην γραμμή και θέλει να σε μιλήσει. Όταν σήκωσα το ακουστικό κι άκουσα την φωνή του συνομιλητή μου, διαπίστωσα ότι ο πνευματικός μου βρισκόταν στην γραμμή, ο οποίος και μου έλεγε ενθαρρυντικά.
– Αρκετά υπέμεινες. Εμείς εδώ σας σκεφτόμαστε, οπότε, αποφασίσαμε να σου ζητήσουμε να έρθεις εδώ και να εργαστείς για το μοναστήρι μας στο εξής, αν κι εσύ βέβαια το θελήσεις. Να. Πάρε και τον Γέροντα μας, να σου το πει κι ο ίδιος προσωπικά.
Ξαφνιασμένος από το αναπάντεχο κάλεσμα, αλλά κι άκουγα πολύ χαρούμενος τον Γέροντα να μου λέει. Τι γίνεται Μιχάλη; Πως πάει η υπομονή; Την αντέχεις; Τι κάνει η οικογένεια σου; Είστε όλοι σας καλά; Αρκετά ταλαιπωρηθήκατε μέχρι τώρα.
Θέλεις να εργαστείς στο εξής για την μονή μας; Δεν είναι βέβαια ότι θα περίμενες εσύ, αλλά είναι μια δουλειά που τώρα θα θέλεις να την κάνεις αφού δεν βρίσκεις που αλλού να απασχοληθείς.
Πάρε λοιπόν το αυτοκίνητο σου κι όπως σου είπε ο πνευματικός σου, αύριο κιόλας έλα να σε δούμε και με αυτή την ευκαιρία, θα μιλήσουμε και για την δουλειά που θέλουμε να σου αναθέσουμε. Τι λες; Θέλεις να έρθεις;
Αλήθεια είναι βέβαια, ότι έμεινα άφωνος, ακούγοντας εκείνη την στιγμή την πρότασή τους, γι’ αυτό και χρειάστηκε να την επαναλάβει ο Γέροντας μέχρι να ακούσει την απάντησή μου.
Μέχρι να την ολοκληρώσει όμως, σκεπτόμουν εγώ όπως καταλαβαίνετε, πως και δεν έγινε αυτό εχθές, ή προχθές, ή πριν από ένα χρόνο τουλάχιστον, την στιγμή που αυτοί ήξεραν το πρόβλημα που αντιμετώπιζα και μάλιστα πριν από άλλους τους ενημέρωσα για την κατάστασή μου.
Τελειώνοντας όμως ο Γέροντας, αμέσως του απαντούσα ότι βεβαίως και θα πήγαινα να τους δω, μη τυχόν και τον ανάγκαζα να επαναλάβει την πρότασή τους για τρίτη φορά. Ενθουσιασμένος στην συνέχεια, από την απρόβλεπτη, όσο κι ευχάριστη παρέμβαση του Γέροντα, έκλεισα την γραμμή ευχαριστώντας τους για την λύση που έδωσαν στο πρόβλημα μου.
Ευχαριστημένος κι εγώ από το αποτέλεσμα που μου προέκυψε, αμέσως σχεδόν άρχισα να ετοιμάζω τα πράγματα μου, θαρρείς κι ότι εκείνη την στιγμή θα ξεκινούσα μια επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Ενθουσιασμένη και η γυναίκα μου από την πρόσκληση, έλεγε γελώντας. Δεν σου είπα εγώ, ότι δεν θα μας αφήσει αβοήθητους η Παναγία μας; Να που σου βρήκε δουλειά και μάλιστα κοντά της και στο Άγιο Όρος όπως άκουσες.
Ναι. Ναι της έλεγα μονολεκτικά, αλλά και σκεπτόμουν το θέμα με πολύ επιφύλαξη, δεδομένου ότι δεν ήξερα ποια ακριβώς ήταν η υπηρεσία που ήθελαν να μου αναθέσουν, όπως δεν ήξερα και πόσο θα επηρέαζε την οικογενειακή μας ζωή, η ενασχόληση μου με τα δικά τους δεδομένα.
Έμμεσα βέβαια και πριν από μερικά χρόνια, ένας από τους μοναχούς της μονής που έχει πολλές εξωτερικές εργασίες, σκεπτόμενος το όφελος της μονής τους στο ενδεχόμενο να με είχαν συνεργάτη τους, τρεις, ή τέσσερις φορές μου φανέρωσε την επιθυμία τους, αλλά εγώ τότε είχα την δουλειά μου και για κανένα λόγο δεν θα μπορούσα να την αφήσω, με σκοπό να βρεθώ εργαζόμενος για κάποιο μοναστήρι.
Έμμεσες βέβαια ήταν οι αναφορές του, αλλά και άμεσες να ήταν, δεν μπορούσα να τις ακούσω, γι’ αυτό και δεν τις έδωσα καμιά σημασία τότε. Να όμως που ήρθαν έτσι τα πράγματα πλέον, που όχι μόνον αναγκάστηκα να ακούσω την πρόταση τους, αλλά και να μην μπορώ λόγω αναγκών να την απορρίψω, αν για κάποιο λόγο δεν κάλυπτε επαρκώς τις ανάγκες μας.
Βασιζόμενος όμως στις προηγούμενες αναφορές τους, μάλλον άρχισα να υποθέτω στο περίπου τουλάχιστον την υπηρεσία που ήθελαν να τους καλύψω, γι’ αυτό κι έλεγα στην γυναίκα μου, ότι μάλλον ξέρω τι θέλουν, οπότε, βεβαίως και θα δεχθώ την δουλειά που θα μου αναθέσουν.
Εσύ όμως, πήγαινε τώρα στην μητέρα σου και ζήτησέ της να σου δώσει λίγα χρήματα αν έχει, προκειμένου να καλύψω τα έξοδα του ταξιδιού μου κι όταν επέστρεψα, θα της τα δώσουμε. Αύριο το πρωί πάλι, να πας στον μπακάλη και να του ζητήσεις να σου δώσει με πίστωση ότι θέλεις για φαγητό κι από ότι κατάλαβες, θα έχω στο εξής χρήματα, οπότε, θα μπορούμε να του τα επιστρέψουμε.
Μετά από όσα τράβηξα ως άνεργος, στο χρονικό διάστημα των δυόμισι ετών, είμαι αποφασισμένος όπως καταλαβαίνεις, να αναλάβω οποιαδήποτε δουλειά κι αν μου αναθέσουν οι πατέρες. Όσο για την αμοιβή μου, θα δεχθώ όσα μου δώσουν. Άλλωστε, δεν έχω περιθώρια για παζάρια κι αφού αυτοί σε μοναστήρι θέλουν να με εντάξουν ως εργαζόμενο, είναι ποτέ δυνατόν, να τους κάνω εγώ παζάρια;
Αυτά είπα με την γυναίκα μου εκείνο τα απόγευμα και την επομένη το πρωί, όντως πατούσα το πόδι μου στην προκυμαία της μονής τους κι όπως ήταν αναμενόμενο, όταν έφτασα να μιλώ με τον Γέροντα για το θέμα που με κάλεσαν εκεί, δέχτηκα ευχαρίστως και χωρείς καμιά περιστροφή την δουλειά που θέλησαν να μου εμπιστευτούν κι αυτό πάλι, ευγνωμονώντας στο πρόσωπο του Γέροντα, όλους τους μοναχούς της μονής τους, για την διάθεση που είχαν να με συμπαρασταθούν αυτοί, τότε που εγώ δεν μπορούσα να βρω συμπαράσταση από κανέναν άλλον.
Από ευγνωμοσύνη δε, για όλα όσα αυτοί μου προσέφεραν τότε που εγώ είχα ανάγκη, ούτε λίγο, ούτε πολύ, έμεινα στην διάθεσή τους για δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχώς και έμεινα κοντά τους, με την υποχρέωση να μεριμνώ για τις αγορές των αναγκών τους από τα καταστήματα της Θεσσαλονίκης και να το κάνω μάλιστα αυτό μέχρι τότε που εγώ βγήκα πλέον στην σύνταξη.
Πολλά έμαθα και πολλά έπαθα κατά την διάρκεια της δεκαπενταετίας που σας αναφέρω, όπως και πολλά σπούδασα από την μεταξύ μας συνεργασία κι αυτοί είναι η αιτία που σας παραθέτω τα περιστατικά της ζωής μου στα κείμενά μου, δεδομένου ότι αυτοί μου ζήτησαν να τα γράψω και ο καλός μας Γέροντας έδωσε την ευλογία να το κάνω.
Μιχάλης Αλταλίκης