Ζήτησα Από Τους Γιατρούς Να Πάρω Τη Γυναίκα Μου Στο Σπίτι

  Ωστόσο όμως, αν και πέρασε μια εβδομάδα αφότου έβαλαν την γυναίκα μου σε θάλαμο της τακτικής παρακολούθησης, δεν παρατηρούσα καμιά μα καμιά πρόοδο σ’ αυτήν, ούτε στην σωματική, αλλά ούτε και στην διανοητική της κατάσταση.

 

Της πήγα και τα παιδιά μας να την δουν, όπως και να τα δει αυτή βέβαια, με σκοπό να αρχίσει να συνδέει την ζωή της με τα προηγούμενα, αλλά δεν πέτυχα τίποτε. Τα αναγνώρισε είναι αλήθεια κι όπως το ήλπιζα ανάφερε και τα ονόματα τους. Πέραν αυτού όμως, τίποτε άλλο.

Σε άλλη περίπτωση θα σηκωνόταν επάνω να τα αγκαλιάσει και να τα φιλήσει σαν υπερπροστατευτική μάνα που ήταν, πράγμα όμως που δεν έκανε τότε, αν και είχε να δει τα παιδιά της κοντά τριάντα μέρες.

Ούτε εγώ ήξερα βέβαια, αλλά ούτε και τα παιδιά μας ήξεραν πως να ερμηνεύσουμε την παράξενη συμπεριφορά της γυναίκας μου, γι’ αυτό κι έμεναν αυτά απογοητευμένα σε μια άκρη, αφού η μάνα τους δεν τους έδειξε κανένα μα κανένα ενδιαφέρον.

Κάλυψα βέβαια το κενό της, λέγοντας στα παιδιά ότι ακόμη δεν συνήλθε η μητέρα τους, αλλά για να μην δουν για δεύτερη φορά την αδιαφορία της, δεν πήγα τα παιδιά μας άλλη φορά στο νοσοκομείο.

Το πρόβλημά της δηλαδή, δεν ήταν απλό κι εγώ ως συνοδός της, πρώτη μου φορά το αντιμετώπιζα. Πράγματι και δεν ήξερα πώς να το χειριστώ, αλλά και τι να κάνω δεν ήξερα προκειμένου να την βοηθήσω, μέχρι να επανέλθει στα φυσιολογικά της όπως το ευχόμουν.

Άκουγε δηλαδή να μιλώ με την δική μου μητέρα αφού ήταν πάντα κοντά της κι όπως έπρεπε, μαμά την αποκαλούσα εγώ, οπότε, όταν την ρωτούσα κάποια στιγμή να μου πει πια ήταν αυτή, μου έλεγε ότι ήταν η μητέρα μας, θεωρώντας μάλλον ότι εγώ ήμουν αδελφός της.

Αλλά, μήπως ήξερε και τι ήταν αδελφός; Μα, αφού έχουμε παιδιά μαζί βρε γυναίκα της έλεγα, είναι δυνατόν να ήμαστε αδέλφια; Το σκεφτόταν αυτό που άκουγε, αλλά δεν μπορούσε να το απαντήσει και δυσκολεύτηκε πάρα πολύ μέχρι που να παραδεχθεί τελικά, ότι όντως και δεν ήμασταν αδέρφια, όπως κι ότι εγώ ήμουν ο άντρας της.

Όταν πάλι έστω και μετά από πολύ κόπο παραδέχτηκε, ότι όντως εγώ ήμουν ο άντρας της, ρωτούσε να της εξηγήσω τι είναι ο άντρας. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, έκανε πολλά τέτοια έως ότου καταλάβω επιτέλους, ότι η γυναίκα μου είχε χάσει τις έννοιες των λέξεων, ή δεν τις ήξερε καν.

Ήξερε μεν ότι ήμουν ο άντρας της, αλλά δεν ήξερε τι ήταν ο άντρας, όπως τι ήταν τα παιδιά, ή η μάνα ας πούμε. Ήταν αρκετό όμως αυτό για μένα πλέον, ώστε να καταλάβω και για τα καλά μάλιστα, ότι είχα να παλέψω με κάτι που δεν ήξερα, που ήταν δύσκολο, που δεν είχα την γνώση να το αντιμετωπίσω και προπαντός, δεν ήξερα αν μπορούσα να πετύχω κάτι που θα ήταν χρήσιμο για την γυναίκα μου, επεμβαίνοντας στο μυαλό της με τον αυθορμητισμό μου.

Εκτός από αυτά όμως, δεν ήθελε και να περπατήσει αυτή στην συνέχεια, όπως δεν ήθελε και να πάει στην τουαλέτα. Τα έκανε επάνω της δηλαδή όπως τα μικρά παιδιά κι αγνοούσε ότι αυτό δεν άρμοζε σε έναν ενήλικα άνθρωπο.

Όπως καταλαβαίνετε και πάλι, δεν ήξερα με τι να πρωτοπιαστώ και προπαντός, με ποια τεχνική θα έκανα εγώ στην γυναίκα μου, ότι δεν ήταν σε θέσει να κάνουν λόγω φόρτου εργασίας οι γιατροί του νοσοκομείου, προκειμένου να μάθει να ζει φυσιολογικά αυτή, αλλά και σαν ενήλικας άνθρωπος.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που πάλι ρωτούσα τον χειρούργο μας πια να μου πει τι να κάνω, αφού όπως σας είπα, δεν έβλεπα να γίνεται τίποτε για την περίπτωση της γυναίκα μου, όπως κι ότι αυτή, δεν ανταποκρινόταν πουθενά και σε τίποτε.

Όπως καταλαβαίνεις έλεγε κι αυτός, αυτό που μου λες είναι πολύ σοβαρό θέμα, αλλά δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας. Οι γιατροί που είναι εδώ κι έχουν την ειδικότητα, είναι πολύ απασχολημένοι και η δική σου γυναίκα θέλει πολύ δουλειά μέχρι που να αποδώσει όσα εσύ θέλεις να έχει αυτή ως άνθρωπος.

Αν μπορέσεις όμως να την πάρεις στο σπίτι σου και να ασχοληθείς εσύ προσωπικά μαζί της, μπορεί και να καταφέρεις κάτι. Όσο μένει εδώ όμως, μάλλον θα μείνει όπως είναι. Κι όταν κάποια στιγμή θα σου πουν, να την πάρεις από δω, γιατί δεν θα μπορούν να της κάνουν τίποτε περισσότερο, τότε θα έχει περάσει ο πολύτιμος χρόνος, οπότε, με τίποτε πια δεν θα μπορέσει η γυναίκα σου να ανταποκριθεί.

Μεγάλος κίνδυνος ποια θα υπάρχει για εσένα, ώστε να την έχεις στο σπίτι σου έτσι, όπως αν θα είχες ένα μωρό. Πάρε λοιπόν την απόφαση και ζήτησε από τους γιατρούς να την πάρεις στο σπίτι σου. Όταν θα την πας εκεί, θα βρεις εσύ με ποιον τρόπο θα την βοηθήσεις κι εγώ είμαι σίγουρος, ότι θα καταφέρεις πολλά περισσότερα, από ότι αν την αφήσεις εδώ να μένει άπραγη.

Αυτά μου είπε βέβαια ο χειρούργος, αλά όπως κι εγώ το έβλεπα άλλωστε, πράγματι και δεν έπρεπε να την αφήσω για περισσότερο καιρό ακόμη στο νοσοκομείο, οπότε, άρχισα να το σκέπτομαι πια, αλλά και φοβόμουν να το επιχειρήσω. Μέχρι να πάρω την απόφαση όμως και να κάνω αυτό που κι ο χειρούργος μου πρότεινε, καθόλου δεν σταμάτησα τις προσπάθειές μου.

Συνέχιζα δηλαδή να την γυμνάζω έστω και με το ζόρι στο κρεβάτι της, όπως και να την αναγκάζω να περπατήσει. Όταν αντιδρούσε όμως και δεν ήθελε να περπατήσει, δεν την άφηνα σε ησυχία. Την έβαζα πάνω σε ένα από τα καροτσάκια του νοσοκομείου και την πήγαινα βόλτα με αυτό, πότε στην αυλή, πότε στο κυλικείο και πότε στο θάλαμο αναμονής των συνοδών.

Ήθελα δηλαδή με αυτήν μου την προσπάθεια, να την βάλω να βλέπει αλλά και να ακούει συγχρόνως, με ποιο τρόπο ζούσαν οι άνθρωποι την καθημερινότητά τους, μήπως και προκαλούσα το δικό της ενδιαφέρον για ζωή.

Και δεν το έκανα στα κουτουρού αυτό. Είχα την ελπίδα, ότι θα παρακινούσε κάποια στιγμή τον εαυτό της, ώστε να θυμηθεί τουλάχιστον την πρότερή της ζωή. Μαζί με αυτό βέβαια, ήλπιζα κι ότι θα της ερχόταν και η επιθυμία να την συνεχίσει.

Άδικος κόπος όμως. Τίποτε από όσα έβλεπε εκεί έξω δεν της έκανε εντύπωση κι όλως παραδόξως, συνεχώς ζητούσε να την πάω πίσω κι εκεί που βρισκόταν το κρεβάτι της. Είχα εντοπίσει βέβαια το πρόβλημά της, αλλά ακόμη δεν το εμπέδωσα καλά, γι’ αυτό και θύμωνα με την αδιαφορία που αντιμετώπιζε την ζωή της.

Όταν πάλι μπαίναμε στο ασανσέρ κι έβλεπε στον καθρέφτη του την τεράστια ουλή που είχε στο ξυρισμένο της κεφάλι, την έπιανε μεν με το δάχτυλο της κι ακολουθούσε με αυτό την διαδρομή της ουλής της, αλλά και ποτέ δεν ρωτούσε να μάθει τι ήταν αυτό.

Όταν επίτηδες πια της έλεγα εγώ, ότι αυτό που έπιανε, ήταν η ουλή που της έμεινε μετά από την επέμβαση που της κάναμε, αυτή έλεγε ότι ποτέ της δεν έκανε κάποια επέμβαση, αν και μονίμως έβαζε το χέρι της πάνω στην ουλή.

Όλα αυτά όμως, έγιναν η αιτία στο εξής, που με υποχρέωσε να πάρω την απόφαση κι αφού είχα σίγουρη την δικαιολογία που χρειαζόμουν, πείρα τελικά το ρίσκο να την πάρω από το νοσοκομείο και να επιχειρήσω στο σπίτι μας ότι με φώτιζε ο Θεός, μήπως και κατάφερνα να της δώσω εγώ την ευκαιρία που έπρεπε να έχει ως άνθρωπος, για να ζήσει αξιοπρεπώς το υπόλοιπο της ζωής της.

Πήγα λοιπόν στον διευθυντή του νοσοκομείου κι ευθαρσώς πια εκεί του το ζήτησα όπως μου είπε να κάνω ο κύριος Σακελαρίου. Αδύνατον έλεγε αυτός. Αυτό είναι δύσκολο περιστατικό και δεν μπορείς να το πάρεις εσύ στο σπίτι σου.

Θα μείνει εδώ η γυναίκα σου και θα κάνουμε εμείς όσα είναι απαραίτητα γι’ αυτήν. Έχουμε καλούς γιατρούς εδώ κι αυτοί θα την παρακολουθούν καθημερινά. Στο δικό σου σπίτι όμως, τί βοήθημα μπορείς να έχεις, ώστε να μας ζητάς να σου την δώσουμε;

Αν παρατηρήσετε καλά κύριε διευθυντά του έλεγα, θα διαπιστώσετε και μόνος σας, ότι μέχρι στιγμής, δεν κάνατε τίποτε για την γυναίκα μου, εκτός από το να την ξαπλώνετε στο νοσοκομείο σας και με τον τρόπο που αντιμετωπίζετε την περίπτωση της, ένα είναι σίγουρο, ότι δεν θα κάνετε απολύτως τίποτε, έστω κι αν συνεχίσει να μένει αυτή εδώ τρία χρόνια.

Όσα έλεγα στον διευθυντή της νευρολογικής κλινικής εκείνη την ώρα, τα άκουγαν και μερικοί από τους γιατρούς που έτυχε να βρίσκονται στο γραφείο του. Αν κι απόρησαν με το αίτημα μου, συμφώνησαν ωστόσο κι αυτοί μαζί μου, ότι μάλλον ήταν ποιο σωστό το να πάρω την γυναίκα μου από κει και να την πάω στο σπίτι της και στο περιβάλλον της, γι’ αυτό κι έλεγαν στον διευθυντή τους.

Αν αυτή η γυναίκα βρεθεί στο σπίτι της και στο περιβάλλον της, όπως μας λέει κι αυτός εδώ ο άνθρωπος, θέλοντας και μη θα πιεσθεί αυτή, τόσο από τις μνήμες της, όσο κι από τις ανάγκες της και προπαντός από της ανάγκες των όσων μέχρι πρότινος φρόντιζε αυτή η γυναίκα κι έτσι θα αρχίσει να επιθυμεί πια να ζει φυσιολογικά σαν άνθρωπος της ηλικίας της, αλλά και να πάψει να υπάρχει σαν ένα μωρό παιδί.

Καλά τα λέτε εσείς τους απαντούσε ο διευθυντής, αλλά αν δεν περπατάει η γυναίκα του, πως θα πάει στην τουαλέτα μόνη της; Και πως θα σηκωθεί από κει που τώρα ξαπλώνει; Καταλαβαίνετε τι μου ζητάτε να κάνω;

Είναι αλήθεια τώρα, του έλεγαν οι γιατροί, ότι βλέπουμε την προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος, προκειμένου να δει την γυναίκα του να περπατά έστω και με την βοήθεια του ορθοπεδικού Π. Η προσπάθειά του λοιπόν είναι αυτή που μας κάνει να πιστεύουμε, ότι θα καταφέρει, όχι μόνον να μάθει στην γυναίκα του να περπατά, αλλά και να ζει αξιοπρεπώς.

Πάνω σ’ αυτούς τους λόγους λοιπόν στηριζόμενοι οι γιατροί, πήραν τελικά την έγκριση από τον διευθυντή τους κι έτσι, έδωσαν και σε μένα την άδεια να πάρω την γυναίκα μου στο σπίτι μας, αλλά υπό έναν απαράβατο πρώτο όρο.

Ο όρος που μου έβαλαν βέβαια ήταν μεν απλός, αλλά και πολύ δύσκολος συγχρόνως, δεδομένου ότι ήθελαν να δουν την γυναίκα μου να περπατά μόνη της, έστω και με την βοήθεια του Π κι εμένα να βρίσκομαι δίπλα της μεν, αλλά και χωρίς να την στηρίζω, όσο θα κάλυπτε αυτή είκοσι πέντε μέτρα απόστασης, όση δηλαδή ήταν και η απόσταση από το δωμάτιο της, μέχρι και το γραφείο των γιατρών.

Όταν το δούμε να γίνετε στην πράξη αυτό μου έλεγαν, τότε και μόνον τότε θα σου επιτρέψουμε να πάρεις την γυναίκα σου στο σπίτι. Μέχρι να το πετύχεις όμως αυτό, πέσε πάνω της και δούλευε σκληρά. Πολύ σκληρά.

Έχοντας λοιπόν αυτήν την εντολή ως οδηγό, έκανα στην γυναίκα μου όσα ήξερα από παθητική γυμναστική, αφού αυτή δεν ήθελε να κάνει, αλλά και δεν ήξερε ότι έπρεπε να γυμναστεί προκειμένου να σηκωθεί όρθια. Μήπως όμως, ήθελε και να σηκωθεί;

Όπως κι εσείς το καταλαβαίνετε, έπρεπε να σηκώσω ένα μωρό από το κρεβάτι του, αλλά και να το μάθω να περπατά πριν το πάρω στο σπίτι μου κι αυτό μάλιστα να το κάνω όσο ποιο γρήγορα μπορούσα, όσο κι αν με δυσκόλευε η αντίδρασή της, αφού η ίδια, πουθενά για πουθενά δεν ήθελε να συμμετέχει.

Όλως παραδόξως όμως, διατηρούσε την εθνική της υπόσταση σε πολύ καλή κατάσταση κι εφόσον το εντόπισα αυτό, άρχισα να το χρησιμοποιώ ως μοχλό, προκειμένου να την παρακινήσω να κάνει όσα της ζητούσα, βάζοντάς την να τραγουδά το Μακεδονία ξακουστή και μάλιστα δυνατά.

Εσκεμμένα επέλεξα αυτόν τον μοχλό, αφού ήταν πολύ δυνατός κι εσκεμμένα την πίεζα να φωνάζει δυνατά, αφενός μεν για να μην σκέφτεται τον κόπο που έπρεπε να κάνει κι αφετέρου, να σηκώνετε με καλή διάθεση από το κρεβάτι της, όπως και να περπατά στον διάδρομο του ορόφου, έστω κι αν έκανε λίγα μόνον βήματα στην αρχή.

Στην συνέχεια βέβαια την πίεζα να κάνει πολλά στηριζόμενος στην εθνική της συνείδηση, έως ότου κατάφερα τελικά και στο τέλος της εβδομάδας να ικανοποιήσω τον όρο που μου έβαλαν οι γιατροί κι έτσι, πήρα την έγκριση  για το εξιτήριο που τους ζήτησα.

Το πήρα μεν, αλλά με πολύ κόπο, πολύ προσπάθεια και πολλά κλάματα από τις νοσοκόμες, οι ποίες έκλαιγαν βλέποντας μια ενήλικη γυναίκα να συμπεριφέρεται σαν μωρό, όπως και την δική μου ακούραστη υπομονή, να δω την γυναίκα μου να περπατά τουλάχιστον ως αρχή.

Όταν όμως πήγα να πάρω την απαραίτητη υπογραφή από τον διευθυντή, μου έλεγε κι εκείνος με κάθε λεπτομέρεια. Άκουσε καλά τώρα τι θα σου πω. Αυτό που επιχειρείς να κάνεις, δύσκολα αντιμετωπίζεται στο σπίτι. Αφού μας το ζήτησες όμως, εμείς θα σου δώσουμε την γυναίκα σου.

Να ξέρεις όμως, ότι από εσένα θα ζητήσουμε ευθύνες, για όποιο αποτέλεσμα κι αν μας φέρεις πίσω. Εκτός αυτού, θα πρέπει να βάλεις καλά στο μυαλό σου και πριν ακόμη αρχίσεις να καταπιάνεσαι με την περίπτωση της, ότι η γυναίκα σου, δεν είναι άρρωστη. Έχει υποστεί απλώς ένα ατύχημα στον εγκέφαλό της, μέσω του οποίου και πέθανε όπως ξέρεις.

Όταν πέθανε όμως, σταμάτησε η ζωή της στο σημείο που βρισκόταν. Επανήρθε βέβαια αυτή τώρα κι αφού επανήρθε, ζει από την αρχή και ζει μάλιστα μια καινούρια ζωή. Αυτήν ιδικά, βεβαίως και υπάρχει πιθανότητα να την συνδέσει με την προηγούμενη ζωή της, ωστόσο όμως, θα είναι και θα παραμένει μια άλλη και τελείως διαφορετική από την προηγούμενη.

Για να καταλάβεις δε καλύτερα αυτό που σου λέω, θα σου βάλω να σκεφτείς το ταξί, που κάνει μια διαδρομή με έναν επιβάτη, ο οποίος κατέβηκε από αυτό σε κάποιο σημείο. Κι αφού μηδένισε ο ταξιτζής το ταξίμετρό του, ακολουθεί μια νέα διαδρομή, με έναν άλλον επιβάτη που παρέλαβε.

Αυτός λοιπόν ο νέος επιβάτης, όσο κι αν μοιάζει με τον προηγούμενο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ο ίδιος. Αλλά και σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί αυτός να θεωρηθεί ασθενείς. Κατάλαβες τώρα για τι πράγμα μιλάμε;

Αν δεις την γυναίκα σου ως ασθενή, δεν θα καταφέρεις να κάνεις τίποτε επάνω της. Και τότε, θα μετανιώσεις την ώρα και την στιγμή που έζησε και ζήτησες να σου την δώσουμε στο σπίτι, γιατί θα σου μείνει μωρό εκεί για όσα χρόνια θα ζήσει κι αυτό, θα σε κουράσει τόσο πολύ, που κατ’ ανάγκη πια θα την εγκαταλείψεις.

Και ξέρεις γιατί; Γιατί άλλο πράγμα είναι να έχεις ένα μωρό στο σπίτι σου που σιγά, σιγά θα μεγαλώνει κι άλλο πράγμα είναι, να έχεις έναν ενήλικα άνθρωπο στο σπίτι σου σαν μωρό, ο οποίος θα πάψει μετά από έναν χρόνο να μεγαλώνει, με ορατό τον κίνδυνο να σου μείνει δια παντός μωρό. Κατάλαβες τώρα, γιατί σου λέμε, ότι θα σου ζητήσουμε ευθύνες αργότερα;

Κατάλαβα του έλεγα εγώ αμήχανα, αφού από αυτά που άκουγα εκείνη την στιγμή, δεν φοβήθηκα απλώς, αλλά στην κυριολεξία τρόμαξα, από το βάρος των ευθυνών που ήδη φορτώθηκα. Αφού κατάλαβες, έλεγε κι ο διευθυντής, θέλεις ακόμη να πάρεις την γυναίκα σου στο σπίτι;

Θέλω του απάντησα μονολεκτικά και χωρίς πολλές σκέψεις, όχι γιατί ήθελα να βασανιστώ, αλλά γιατί χρειαζόταν βοήθεια η γυναίκα μου ως άνθρωπος, προκειμένου να πιαστεί από την ευκαιρία που της δόθηκε να συνεχίσει να ζει, έστω και κάτω από τις συνθήκες που μου παρουσίαζε ο διευθυντής της νευρολογικής κλινικής.

Βλέποντας δε αυτός την σταθερότητα στον λόγο μου, έλεγε τα παρακάτω προκειμένου να με οδηγήσει σωστά τουλάχιστον. Άκου λοιπόν τώρα να σου πω περισσότερα αφού το θέλεις. Αυτή η γυναίκα είναι ένα μωρό σε μεγάλο σώμα κι αυτό σημαίνει, ότι δεν θα της φτάνει μόνον το να σηκωθεί όρθια, ή και το να περπατήσει. Θα πρέπει να μάθει τα πάντα από την αρχή.

Να μάθει να τρώει δηλαδή, να τα κάνει στην τουαλέτα, να περπατά μόνη της στον δρόμο, να σκέφτεται και ποιο πολύ από όλα να συνδέσει την νέα με την προηγούμενη ζωή της. Κι αυτό μάλιστα να γίνει έτσι, ώστε να μην διαφέρει σε τίποτε από την προηγούμενη γυναίκα σου.

Δεν έχεις όμως πολύ χρόνο στην διάθεση σου, γιατί αυτή θα πρέπει να τα μάθει όλα αυτά και έτσι όπως σου είπα, μέσα σε ένα χρόνο από σήμερα. Πέραν αυτού του χρόνου όμως, δεν θα έχεις περεταίρω εξέλιξη, γι’ αυτό και θα πρέπει να εργαστείς σκληρά εσύ, προκειμένου να κερδίσεις μια καλή θέση υπόστασης αυτής της γυναίκας, γιατί αυτή θα μείνει εκεί που θα την αφήσεις εσύ, ή εκεί που θα την φτάσεις πιέζοντας την να σε ακολουθεί με το ζόρι, δεδομένου ότι σαν μωρό θα αντιδρά και δεν θα θέλει να συμμετέχει πουθενά, όπως και τώρα βλέπουμε να σου κάνει άλλωστε.

Αυτό όμως, πρέπει να ξέρεις ότι δεν θα το κάνει ηθελημένα, αφού δεν γνωρίζει τίποτε από όσα εσύ θα πρέπει να της μάθεις για το δικό της καλό. Το αποτέλεσμα που θα φέρεις στο τέλους του χρόνου όμως, θα αποδεικνύει έμπρακτα, πόσο καλά αργάστηκες εσύ κι όχι αυτή.

Προκειμένου να μπορέσεις όμως να καταφέρεις τα παραπάνω, μπορείς να την πιέζεις όσο θέλεις και χωρείς να την λυπάσαι. Κι όταν ακόμη αυτή θα θέλει να κοιμάται, ή να ξαπλώνει σαν μικρό παιδί που είναι, εσύ ακούραστα θα την σηκώνεις και θα την τρέχεις όσο νομίζεις ότι χρειάζεται, αδιαφορώντας για τα ψέματα που θα σου λέει όπως ακριβώς κάνουν τα μικρά παιδιά, προκειμένου να αποφύγουν τον κόπο που πρέπει να κάνουν. Αν την λυπηθείς όμως, θα την υποχρεώσεις εσύ ο ίδιος να βλάψει τον εαυτό της. Κατάλαβες;

Να κλειδώσεις δε το ψυγείο, γιατί αν το πάρει είδηση αυτή, δεν θα φεύγει από μπροστά του και για κανένα λόγο δεν θα την αφήνεις να κοιμάται νωρίτερα από τις δέκα το βράδυ, όσο κι αν βλέπεις ότι κουράστηκε, ή ότι δεν αντέχει άλλο. Ακούς τι πρέπει να κάνεις;

Κι επειδή αυτή ήδη έχει πολλά κιλά κι όπως σε βλέπω και με βλέπεις δεν θα μπορέσεις να της κάνεις δίαιτα, σου προτείνω δύο βοηθήματα. Το τελευταίο γεύμα της ημέρας να μην ξεπερνά τις έξη το απόγευμα. Και πέραν αυτού να μην της δίνεις ούτε νερό. Αν τα καταφέρεις αυτά, μάλλον θα χάσει κιλά, γι’ αυτό και πρέπει να επιμένεις σ’ αυτήν την τακτική.

Κάνε αυτά που σου είπα λοιπόν κι αν καταφέρεις να επαναφέρεις αυτήν την γυναίκα σε ρυθμό ζωής, τότε θα σου δώσουμε συγχαρητήρια. Αν την εγκαταλείψεις όμως, τότε θα σου ζητήσουμε πολλές ευθύνες, γιατί εσύ μας ζήτησες να κάνεις πράγματα που εκ των προτέρων σου είπαμε ότι είναι πολύ δύσκολα να γίνουν στο σπίτι. Κατάλαβες;

Κατάλαβα του είπα κι αφού τελείωσε τις συμβουλές του ο διευθυντής, μου έδωσε το χέρι του και μου ευχήθηκε καλή επιτυχία. Μετά από αυτό, πήρα κι εγώ αμίλητος το εξιτήριο από το χέρι του, αισθανόμενος το βάρος των ευθυνών ήδη να με πλακώνουν, για όσα αυθορμήτως αναλάμβανα να κάνω.

Σαν υστερόγραφο όμως, μου έλεγε και κάτι ακόμη ο διευθυντής πριν απομακρυνθώ από κοντά του. Του χρόνου την ίδια μέρα, να έρθεις εδώ και να μας δείξεις την γυναίκα σου, ώστε να μάθουμε κι εμείς ιδίοις όμασι τι έκανες, εντάξει;

Χαιρέτησα τον κύριο διευθυντή, όπως και τους πάντες εκεί, γιατρούς και νοσοκόμες, εκτός βέβαια από τον κύριο καθηγητή, ο οποίος φρόντιζε να μην βρίσκετε ποτέ μπροστά μου κι αφού πήρα την γυναίκα μου όπως και την μητέρα μου από το νοσοκομείο, πήγαμε να εγκατασταθούμε στο σπίτι μας εκείνη τη φορά, αν και με πολύ βαριά καρδιά ομολογουμένως, γιατί δεν ήξερα με ποιο τρόπο θα έκανα πράξη όλα αυτά που άκουσα να μου ζητά ο διευθυντής.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *