Ξεπεράσαμε Ευνοϊκά Για Εμάς Τον Σκόπελο

  Την ονόμασα νέα μας κατοικία, γιατί αρκετές μέρες έμεινα έξω από την εντατική της ΜΟΧΑ μαζί με την μητέρα μου κι αφού έπρεπε πλέον να παρακολουθείτε σε άλλο κτήριο του νοσοκομείου η γυναίκα μου και στην νευρολογική κλινική όπως μου είπαν, εκεί έπρεπε και να μεταφερθούμε.

Με το που βρέθηκα λοιπόν στον όροφο της εν λόγω κλινικής, πλησίασα με αγωνία και πάλι την προϊσταμένη και πολύ προσεγμένα ρωτούσα να μου πει αυτή, σε ποιο δωμάτιο θα μπορούσα να βρω την γυναίκα μου.

Όταν μου έδειξε τον θάλαμο της, μπήκα με φόρα θα έλεγα μέσα και μόλις την εντόπισα να ξαπλώνει στο δεύτερο κρεβάτι από τα τρία που υπήρχαν στο δωμάτιο της, αμέσως ρωτούσα να μου πει, αν ήταν καλά, πώς αισθανόταν και προπαντός, πότε την μετέφεραν εκεί, αφού ο γιατρός της εντατικής δεν μου το ανάφερε.

Δεν ξέρω έλεγε αυτή, αγνοώντας αυτά που της συνέβαιναν. Από τα λίγα όμως που μπόρεσα να πω μαζί της εκείνη την στιγμή, για να μην ενοχλήσω τις άλλες γυναίκες, διαπίστωνα ότι η γυναίκα μου δεν είχε πρόβλημα μόνον με την μνήμη της. Είχε κι άλλο πρόβλημα κι αυτό ήταν πολύ ποιο σοβαρό.

Θέλησα να το κουβεντιάσω αυτό με τους γιατρούς, αλλά αυτοί δεν είχαν ξεκίνησαν ακόμη την τακτική τους ιατρική επίσκεψη στους ασθενείς τους, οπότε, αρκέστηκα να περίμενα την άφιξη τους. Έβαλα ωστόσο την μητέρα μου να καθίσει δίπλα της, με σκοπό να την βοηθήσει στις βιολογικές της ανάγκες, ενώ εγώ άρχισα να εξετάζω πάλι τις αντιδράσεις της.

Της έκανα αρκετές ερωτήσεις είναι αλήθεια στην συνέχεια, μέχρι να δω αν έκανα κάποιο λάθος στην εκτίμηση μου, αλλά δύστυχος για μένα, βεβαιώθηκα περίτρανα πια ότι όντως είχα να αντιμετωπίσω ποιο μεγάλο πρόβλημα κι αυτό δεν ήταν μέσα στις δικές μου δυνατότητες.

Όταν δηλαδή ρωτούσα να μου πει αν ήξερε, ποιος είμαι εγώ, αυτή το σκεφτόταν αρκετά. Κι όταν της έδειξα την μητέρα μου να μας πει ποια ήταν, η γυναίκα μου δεν ήξερε τι να μου απαντήσει. Όσα κι αν της έλεγα δηλαδή, προκειμένου να της θυμίσω την σχέση μας, αυτή δεν μπορούσε να απαντήσει με σιγουριά.

Για να δικαιολογήσει τις αντιδράσεις της η μια από τις άλλες δύο που νοσηλευόταν στο ίδιο δωμάτιο, μου έλεγε ήρεμα κι αυτή αφού άκουγε την συνομιλία μας, ότι ήταν θολωμένο το μυαλό της γυναίκας μου ακόμη μετά από την επέμβαση που της έγινε, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να μας αναγνωρίσει επακριβώς.

Μη στενοχωριέσαι έλεγε αυτή, θα επανέλθει η μνήμη της. Μπορεί της έλεγα, αλλά για να μην την πιέσω περισσότερο και της κάνω εγώ κάποια ζημιά με την επιμονή μου, αφού δεν ήξερα πως να χειριστώ αυτό που μου προέκυπτε, βγήκα πάλι στον διάδρομο να περιμένω τους γιατρούς.

Κάθισα λοιπόν πάνω σε ένα καροτσάκι μεταφοράς ασθενών που βρήκα εκεί πρόχειρα αφημένο, προκειμένου να ξεκουραστώ βέβαια, αλλά και να σκεφτώ ήθελα τι θα έκανα εγώ, αν έχασε τελικά η γυναίκα μου, ένα τόσο μεγάλο μέρος της συγκρότησης του μυαλού της όπως διαπίστωνα.

Δεν πρόλαβα να κάνω όμως καμιά τέτοια σκέψη, γιατί είδα τους γιατρούς να βγαίνουν από τον διπλανό θάλαμο κι όπως έπρεπε να κάνω, σηκώθηκα από το καροτσάκι, ώστε να μην εμποδίσω την είσοδο τους στο δωμάτιο που βρισκόταν η γυναίκα μου.

Ανάμεσα τους όμως, διέκρινα εκείνον το κύριο καθηγητή, ο οποίος άφησε την γυναίκα μου να πεθάνει αβοήθητη, αλλά κι έδωσε το δικαίωμα στους γιατρούς από την Αθήνα, να μου ζητούν τον διαμελισμό των ζωτικών της οργάνων, για να τα δώσουν αυτοί όπως μου έλεγαν, σε όποιον ήθελαν να βοηθήσουν, με την δικαιολογία ότι η γυναίκα μου ήταν ήδη πεθαμένη.

Μέσα στην αγωνία των όσων ζούσα εκείνες μέρες βέβαια, είναι αλήθεια ότι ξέχασα την ύπαρξη του κυρίου καθηγητού. Μόλις τον είδα όμως, θυμήθηκα τον θυμό που του είχα και πριν προλάβω να κάνω άλλη σκέψη μέσα μου, ξεπήδησε θαρρείς από μόνος του ο θυμός μου μέσα από το υποσυνείδητό μου, με αποτέλεσμα να κινηθώ απειλητικά εναντίον του.

Αντιλήφθηκε όμως αυτός την πρόθεση μου, γι’ ατό και κρύφτηκε πίσω από τον βοηθό του, τον Κύριο Σακελαρίου δηλαδή, προκειμένου να προστατευτεί. Γύρισε όμως κι αυτός να δει τι συνέβαινε, οπότε, βλέποντας με να κινούμε όντως εξαγριωμένο κατά του καθηγητή του, με σταμάτησε λέγοντας.

Δεν χρειάζεται να του κάνεις τίποτε. Αυτό που ήθελες το πέτυχες και η γυναίκα σου όπως βλέπεις ζει. Άφησέ τον αυτόν, να τον κρίνει ο Θεός, όχι εσύ. Μετά από αυτήν την συμβουλή, παρέλυσα εγώ κι έτσι, μπήκαν οι γιατροί στο δωμάτιο της γυναίκας μου να κάνουν την επίσκεψη τους ανενόχλητοι.

Δεν του έκανα τίποτε βέβαια, αλλά κι εκείνο που μου έκανε εντύπωση στην συνέχεια, ήταν ότι ο κύριος καθηγητής, δεν στάθηκε μπροστά στην γυναίκα μου όπως έπρεπε, αλλά πήγε μόνος του προς την διπλανή της κι εκεί έκανε πως διάβαζε την καρτέλα της.

Η υπόλοιπη ομάδα των γιατρών όμως, στάθηκε και για αρκετή ώρα μάλιστα μπροστά από το κρεβάτι της κι όπως ήταν λογικό για γιατρούς, ρωτούσαν τον κύριο Σακελαρίου να τους λύσει τις απορίες που είχαν, αλλά και να τους εξηγήσει του ζητούσαν, πως αντιμετώπισε εκείνο το τόσο δύσκολο περιστατικό.

Όση ώρα τους εξηγούσε λοιπόν αυτός, τι έκανε για το ένα και το άλλο που συνάντησε ως χειρούργος, ο κύριος καθηγητής συνέχιζε να κρατά την καρτέλα της διπλανής και να στέκεται εκεί εντελώς αμήχανος.

Δεν πήγε δηλαδή μαζί με τους υπόλοιπους γιατρούς να εξετάσει κι αυτός, έστω και για δεύτερη φορά το περιστατικό όπως όφειλε, αλλά και να μάθει από αυτό ως επιστήμονας και καθηγητής βεβαίως γιατρός, πώς και τι έκανε ο βοηθούς του κι αντιμετώπισε με επιτυχία το περιστατικό που αυτός αν και καθηγητής το απέρριψε, ως αδύνατον να αντιμετωπιστεί.

Κι αυτό που σας αναφέρω, δεν το έκανε μια φορά μόνο, αλά για δύο ολόκληρες εβδομάδες το επαναλάμβανε. Περιττό είναι τώρα να σας πω, πόσο θύμωνα μαζί του, όταν τον έβλεπα να συμπεριφέρεται έτσι αν και καθηγητής γιατρός.

Δεν ήταν δε και λίγες οι φορές που είχα διάθεση να εκδηλώσω κι εγώ την δική μου απέχθεια προς το πρόσωπο του, αλλά πάντα με συγκρατούσε ο λόγος του χειρούργου. Αφού έχεις το αποτέλεσμα που ήθελες για την γυναίκα σου, τι χρειάζεται να τον εκδικηθείς;

Από μια πλευρά, είχε δίκαιο ο κύριος Σακελαρίου, γιατί αν αναλάμβανε την γυναίκα μου ο κατ’ ευφημισμόν καθηγητής του, τότε που αυτή ήταν ζωντανή, το ποιο σίγουρο είναι ότι θα μου την πέθαινε και πάλι από αδιαφορία, χωρείς να έχω εγώ άλλη ευκαιρία για την επανόρθωσή της.

Καλύτερα λοιπόν έλεγα μέσα μου, που μου την πέθανε. Καλύτερα που παραπληροφορημένος από τον ίδιο, έψαχνα παντού να τον βρω και δεν τον έβρισκα αφού κανόνισε να εξαφανιστεί, γιατί έτσι αναγκάστηκα να τον ψάχνω στο νοσοκομείο που ήταν καθηγητής κι έτσι, μου έστειλε ο Θεός τον χειρούργο που ήταν καλύτερος και ποιο άξιος από αυτόν, έστω κι αν ήταν βοηθός του, ο οποίος είχε το θάρρος και την δυνατότητα να κάνει ότι δεν μπορούσε να κάνει ως χειρούργος ο ανάξιος καθηγητής του κι έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον Θεό να αναστήσει την γυναίκα μου.

Αυτοί ήταν οι λόγοι λοιπόν που δεν μου επέτρεπαν να του κάνω τίποτε κι όντως δεν έκανα τίποτε άλλο, εκτός από αυτήν την αναφορά, την οποία υποχρεώθηκα να κάνω βέβαια, αφού έπρεπε να σας παρουσιάσω το περιστατικό της γυναίκας μου, όπως ακριβώς αυτό εξελίχθηκε.

Παρ’ όλα αυτά όμως, αν και κάτω από αυτές τις συνθήκες διαβιών εκεί, έβαλα ξανά τις γυναίκες του συγγενικού μας περιβάλλοντος να μας συμπαραστέκονται με βάρδιες και τις έβαλα μάλιστα από την πρώτη μέρα της παραμονής μας στην τακτική παρακολούθηση, ενώ έστειλα την μητέρα μου να ξεκουραστεί για λίγο στο σπίτι της.

Ο υπεύθυνος γιατρός του θαλάμου της, έκανε ότι μπορούσε εκεί βέβαια προκειμένου να απαλλάξει την γυναίκα μου από τα φλέματα, τα οποία για είκοσι και πλέον μέρες καθόταν στα πνευμόνια της αφού ήταν συνεχώς ξαπλωμένη, με αποτέλεσμα να της προκαλούν επίσης συνεχείς πυρετούς.

Την χτυπούσε δε αυτός πολύ δυνατά στην πλάτη, στην προσπάθειά του να ξεκολλήσουν με αυτόν τον τρόπο τα φλέματα της κι αυτή όλως παραδόξως το δεχόταν αμίλητη. Όταν όμως της έκανα κι εγώ το ίδιο με εντολή του γιατρού, με έφτυνε. Κι επειδή παρέμενε ξαπλωμένη πολλές μέρες όπως σας είπα, χρειαζόταν και υποστήριξη από φυσιοθεραπευτή προκειμένου να σηκωθεί όρθια, όπως και να περπατήσει βέβαια στην συνέχεια.

Ο φυσιοθεραπευτής του νοσοκομείου όμως, ερχόταν μεν, αλλά και δεν έκανε τίποτε παραπάνω, από το να την ανεβάζει και να την κατεβάζει από το κρεβάτι της, δύο ή το πολύ τρείς φορές μόνον. Έφτασε δηλαδή να βρίσκεται ξαπλωμένη τριάντα μέρες συνολικά και δεν είχε κάνει καμιά πρόοδο προς το να σηκωθεί όρθια, ή και να περπατήσει.

Και με τον ρυθμό που προσέφερε της υπηρεσίες του ο φυσιοθεραπευτής δεν επρόκειτο να σηκωθεί ποτέ η γυναίκα μου από το κρεβάτι της. Άρχισα να ανησυχώ πια, ότι θα έμενε δια παντός ξαπλωμένη αυτή, οπότε έκανα πια τα παράπονά μου στον κύριο Σακελαρίου.

Δεν της κάνουν τίποτε οι επισκέψεις του φυσιοθεραπευτή γιατρέ. Μπορώ να κάνω κάτι εγώ όμως για το συγκεκριμένο θέμα; Αν μπορείς να της κάνεις εσύ παθητική γυμναστική στο κρεβάτι κι εκεί που αυτή ξαπλώνει έλεγε, θα κερδίσεις αρκετό χρόνο. Μην περιμένεις όμως να γίνουν και πολλά πράγματα εδώ, γιατί είναι πολλοί οι ασθενείς που χρειάζονται βοήθεια κι ένας φυσιοθεραπευτής μόνον, πού να τους προλάβει όλους.

Όπως καταλαβαίνετε, έπρεπε να αντιμετωπίσω τα προβλήματα ένα, ένα κι εγώ δεν διέθετε την ανάλογη πείρα για κανένα από αυτά. Έπιασα όμως πολύ ζεστά το θέμα της γυμναστικής και σαν παλιός αθλητής, της έκανα γυμναστική πάνω στο κρεβάτι της και παθητικά όπως μου είπε ο χειρούργος.

Άπλωνα δηλαδή και μάζευα τα πόδια της εγώ κι όταν ακόμη αυτή δεν ήθελε να συμμετέχει. Την ανέβαζα δε και την κατέβαζα από το κρεβάτι της συνεχώς, μέχρι που να με φτύνει από την κούραση. Άρχισε όμως σιγά, σιγά και μ’ αυτόν τον πιεστικό τρόπο να κάνει και βήματα μέσα στο δωμάτιο της, οπότε, έγινε φανερή από όλους η δική μου προσπάθεια.

Όπως σας είπα όμως, για τριάντα ολόκληρες και πλέον μέρες ξάπλωνε η γυναίκα μου ως ασθενής στα νοσοκομεία κι όπως ήταν αναμενόμενο κι αυτό δεν μπορούσε από μόνη της να σηκωθεί ή να περπατήσει κι αυτός ήταν ο λόγος που έπρεπε να κάνω και χρέη φυσιοθεραπευτή εγώ.

Δεν βρισκόμουν δηλαδή απλώς και μόνον δίπλα στην ασθενή γυναίκα μου. Συμμετείχα ενεργά πια στην αποκατάσταση της οντότητάς της και συμμετείχα μάλιστα με πολλές αρμοδιότητες όπως θα δείτε παρακάτω, αν και χωρίς να διαθέτω κανένα ιδικό πτυχίο.

Ότι κι αν έκανα όμως γι’ αυτήν, όσες ώρες κι αν της διέθετα από την προσωπική μου ζωή, λεπτό δεν εγκατέλειψα την εργασία μου. Πήγαινα ανελλιπώς με λίγα λόγια στην δουλειά μου. Κάθε μέρα δηλαδή πήγαινα στο γραφείο μου, κανονικά και στην ώρα μου όπως λέμε.

Τα απογεύματα μόνον πήγαινα να την συμπαρασταθώ, ακόμη κι όταν μπήκε πια στην τακτική παρακολούθηση. Και τους γιατρούς της, τότε τους συναντούσα προκειμένου να πληροφορηθώ τα της κατάστασής της.

Κι όπως έπρεπε, εκεί και στην νέα μας κατοικία κοιμόμουν τα βράδια, καθισμένος δηλαδή σε μια καρέκλα, έξω από το δωμάτιο της νοσηλείας της. Δίπλα της βέβαια έβαλα και πάλι τις γυναίκες του συγγενικού μας περιβάλλοντος να την εξυπηρετούν όπως σας είπα για τις νυχτερινές της ανάγκες, όπως και την μητέρα μου να με αντικαθιστά το πρωί και τότε που εγώ έπρεπε να πάω στην δουλειά μου.

Ήταν δύσκολο βέβαια το πρόγραμμα μου, αλλά και το ακολουθούσα όπως σας το ανάφερα πάνω από ένα μήνα. Είχα δε να κοιμηθώ σε κρεβάτι, από τότε που για πρώτη φορά μπήκε η γυναίκα μου στο νοσοκομείο, οπότε, έβγαζα τις νύχτες μου λαγοκοιμισμένος και πάνω σε καρέκλες.

Όσο κι αν έλεγα λοιπόν, ότι κοιμάμαι αρκετά, σε όσους από ενδιαφέρον για την υγεία μου με το ρωτούσαν, δεν μπόρεσα να το υπερασπιστώ για πολύ, δεδομένου ότι κοιμήθηκα ένα πρωινό κουρασμένος και κοιμήθηκα ενώ οδηγούσα το αυτοκίνητο μου.

Κατέβαινα από το Παπανικολάου για την ακρίβεια εκείνο το πρωινό, με στόχο να φτάσω έγκαιρα στο γραφείο μου. Κατεβαίνοντας όμως, έκλεισαν τα μάτια μου από μόνα τους κι εγώ αφέθηκα να βλέπω τα όνειρα που μου παρουσιαζόταν.

Κοιμισμένος όπως ήμουν λοιπόν, έδωσα τελικά το δικαίωμα στο δικό μου αυτοκίνητο να κατηφορίσει μόνο του, οπότε, έκανε κι αυτό ότι ήθελε, ή ότι κάποιος άλλος του ζητούσε να κάνει, γιατί ξύπνησα μεν κάποια στιγμή, αλλά πολύ μακριά πια από εκεί που άρχισα να βλέπω όνειρα κι αφού πέρασα ανώδυνα από πολλές αριστερές και δεξιές στροφές που διαθέτει η εν λόγω διαδρομή.

Ξύπνησα μεν, αλλά ξύπνησα κάτω από πολύ προσεγμένες κινήσεις θα έλεγα, για τον λόγο ότι, έπρεπε να ξυπνήσω πια, αφού σε λίγο θα έμπαινα σε πολυσύχναστη περιοχή και σε δρόμους με πάρα πολλά αυτοκίνητα.

Στο σημείο που ξύπνησα όμως, πάλι μια στροφή έπρεπε να αντιμετωπίσω αν ήμουν ξυπνητός, όπως κι ένα μεγάλο χαντάκι, πάνω από το οποίο υπήρχε μια γέφυρα με σιδερένιο κιγκλίδωμα. Αντί λοιπόν να κάνω εγώ τις απαραίτητες κινήσεις, προκειμένου να περάσω με ασφάλεια πάνα από αυτήν, τις έκανε από μόνο του το αυτοκίνητό μου, ή αυτός που το οδηγούσε αν το δέχεστε, οπότε, δεν βρέθηκα μέσα στο χαντάκι όπως θα έπρεπε, ή καρφωμένος πάνω στο κιγκλίδωμά της.

Πέρασε δηλαδή το αυτοκίνητό μου πάνω από την αριστερόστροφη γέφυρα, αλλά και τόσο κοντά από το κιγκλίδωμά της, που ξύστηκε ελαφρά μεν αυτό αν και σ’ ολόκληρη την δεξιά του πλευρά. Ξύστηκε όμως τόσο λίγο, όσο να ξυπνήσω μόνον από τον θόρυβο, αλλά χωρίς να τρομάξω.

Για την δική μου ασφάλεια λοιπόν, όχι μόνον δεν έφυγε το αυτοκίνητό μου από τον δρόμο, αλλά και ξύπνησα έγκαιρα, για να μην προκαλέσω κάποιο πολύνεκρο τροχαίο, δεδομένου ότι εκτός των άλλων, υπήρχε και μια στάση λεωφορείου μετά από την γέφυρα και σε πολύ κοντινή απόσταση μάλιστα από αυτήν, στην οποία όμως, περίμεναν επίσης πολλοί αγουροξυπνημένοι άνθρωποι την άφιξη του λεωφορείου.

Αντί του λεωφορείου λοιπόν, έτρεχε το αυτοκίνητό μου κατά πάνω τους κι όπως ήταν λογικό κι αυτό, κατατρόμαξε τους ανθρώπου κι επειδή δεν προλάβαιναν να κάνουν καμιά κίνηση προκειμένου να προστατεύσουν τον εαυτό τους, αρκέστηκαν στο να μου γυρίσουν την πλάτη τους απλώς, σαν να μην ήθελαν να δουν τον θάνατο να έρχεται τρέχοντας κατά πάνω τους.

Αφού εκεί ακριβώς ξύπνησα όμως, έστριψα το τιμόνι μου αριστερότερα πια κι όπως έπρεπε, μπήκα ξανά στον δρόμο, παρακάμπτοντας την στάση, αλλά και τους τρομαγμένους ευτυχώς μόνον ανθρώπους.

Όταν βρέθηκα ασφαλής πια και μακριά από το εν λόγω σημείο, θαύμαζα και πάλι για την πρόνοια της Παναγίας μας, η οποία συνεχώς βρίσκεται δίπλα μου, ως όντως φοβερά προστασία, όπως πολλές φορές βέβαια σας το έχω αναφέρει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *