Η γνωριμία μου με την μετέπειτα γυναίκα μου

Ma   Διαθέτοντας λοιπόν την δέουσα άνεση χρόνου, όπως και την ανάλογη νεανική διάθεση, καθόμουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου ένα Αυγουστιάτικο απόγευμα και ως συνήθως, έπινα τον καφέ μου συντροφιά με τους φίλους μου.

 Ήμασταν καθισμένοι γύρο από το δικό μας τραπέζι, αυτό που μας κρατούσαν οι σερβιτόροι σε μια περίοπτη θέση στο μπαλκόνι της καφετέριας που συχνάζαμε και όπως μου άρεσε αυτό να το κάνω, τους θύμιζα εκεί μια ιστορία όπως πάντα, προκειμένου το να τους δω να γελούν.

 Γελούσαν δε πολύ αυτοί με όσα θυμήθηκαν και γελούσαν τόσο πολύ μάλιστα, που κάποιος απ’ αυτούς πνίγηκε από τα γέλια, έχοντας στον λαιμό του εκείνη την στιγμή την γουλιά του καφέ που κατάπινε.

 Προκειμένου να αναπνεύσει όμως, σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα του κι έτσι όπως το έκανε αυτό απρόσεκτα, παρέσυρε χωρίς να  θέλει το τραπέζι και μαζί με αυτό, παρέσυρε και όλα τα ποτήρια με τους καφέδες και τα νερά που υπήρχαν πάνω σ’ αυτό.

 Παρασυρόμενα αυτά έπεσαν όπως ήταν αναμενόμενο, με αποτέλεσμα να χυθούν όλων τα περιεχόμενα πάνω στο τραπέζι και από εκεί σπρωγμένα αυτά από μια περίεργη σύμπτωση, κατέληξαν όλα κατ’ επιλογήν μόνον πάνω σε μένα.

  Και το κακό δεν ήταν στο ότι βράχηκα, αφού καλοκαίρι ήταν και ζέστη έκανε και σε λίγο θα στέγνωνα, όσο και αν ήμουν βρεγμένος. Μούσκεψε όμως εξαιτίας τους όλη περιοχή του παντελονιού μου, αυτή που βρίσκεται ανάμεσα από τα δύο μας πόδια και αυτό; Πόσο καλό θα μπορούσε να είναι από οπτικής πλευράς;

 Και δεν την μούσκεψαν μόνον, αλλά και την έβαψαν για τα καλά θα έλεγα, με ένα απροσδιόριστο καφετί χρώμα και τέτοιο μάλιστα, που το άσπρο παντελόνι που φορούσα, έμοιαζε καταστραμμένο.

 Πολύ μου κακοφάνηκε αυτό, αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνο το παντελόνι ήταν άσπρο και ήταν αυτό που πρόσφατα μου είχε ράψει η μητέρα μου, αλλά και για πρώτη μου φορά το φορούσα.

 Απέκτησα δε εξαιτίας τους μια τέτοια τεράστια καφετί στάμπα μπροστά μου, που δεν ήταν να την βλέπει κανείς χωρίς να γελάει μαζί μου, γι’ αυτό και δεν ήθελα να σηκωθώ από την θέση μου.

 Και πως να σηκωνόμουν άλλωστε και που να πήγαινα με τέτοια εμφάνιση, αφού όντως και φαινόταν σαν να τα είχα κάνει πάνω μου; Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν, έμενα καθηλωμένος στην πολυθρόνα μου και τα πειράγματα των φίλων μου καθόλου δεν σταματούσαν.

 Γελούσαν πολύ με το πάθημα μου, αλλά και δεν το έκαναν μόνον αυτοί, αφού γελούσαν μαζί μου και όλοι όσοι ήταν καθισμένοι στα πέριξ τραπέζια, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των ανθρώπων που έπιναν τον καφέ τους στο ισόγειο της καφετέριας.

 Μέχρι εκεί κάτω ακουγόταν τα γέλια τους, γι’ αυτό και πολύ από αυτούς ανέβηκαν επάνω, θέλοντας να μάθουν τον λόγο εκείνου του μαζικού γέλιου στο μπαλκόνι, πράγμα που προκάλεσε το αδιαχώρητο σ’ αυτό.

 Αφού γέλασαν και αρκετά μάλιστα όλοι τους, επέστρεψαν μετά στις θέσεις τους ευχαριστημένοι. Κι εγώ ευχαριστήθηκα αφού αυτό επεδίωκα άλλωστε, αλλά να, στεναχωρήθηκα με το παντελόνι μου αλλά και με το πώς θα έφευγα από εκεί χωρίς να γίνω θέαμα και στον εκτός της καφετέριας χώρο, όταν θα βρισκόμουν στον δρόμο.

 Μέχρι να δω όμως τι θα κάνω μ’ αυτό το θέμα, έπινα τον επόμενο καφέ μου αφού ο πρώτος χύθηκε και όπως το έκανα από συνήθεια και αυτό, αφέθηκα να παρατηρώ μια παρέα κοριτσιών που από νωρίτερα είχα δει να κάθονται στο παραδιπλανό από το δικό μας τραπέζι.

 Γελούσαν και αυτά όμως με τα δικά μας πειράγματα και για να μην γελούν μόνα τους εκεί, τα κάλεσα να έρθουν στο δικό μας τραπέζι, ώστε να γελάμε τουλάχιστον όλοι μαζί, έστω και για το δικό μου πάθημα.

 – Ελάτε βρε κορίτσια εδώ και μη γελάτε εκεί μόνες σας.

 Δεν χρειάστηκε να πω και περισσότερα, γιατί στο επόμενο κιόλας λεπτό, βρέθηκαν τα κορίτσια ανάμεσα μας και όπως κατέληξε το πράγμα εκεί, έμειναν μαζί μας γελώντας με την ψυχή τους έως και αρκετά αργά εκείνο το απόγευμα.

 Έπρεπε από ώρες πριν να είχαν φύγει, αλλά αυτό ήταν αδύνατον να το κάνουν, γιατί τα γέλια που έκαναν μαζί μας ήταν τέτοια και τόσα, που δεν θα μπορούσαν να τα βρουν πουθενά αλλού, όσο κι αν τα έψαχναν.

 Από όσα μας είπαν όμως προκειμένου να μας συστηθούν, μάθαμε ότι ήταν συμμαθήτριες και ότι προετοιμαζόταν όλες μαζί στο ίδιο φροντιστήριο, προκειμένου να πάρουν μέρος στις τότε πανελλήνιες.

  Έκαναν δηλαδή κοπάνα από το φροντιστήριο τους και σαν νέα κορίτσια που ήταν, ήρθαν να πιούν στην ζούλα ένα καφέ εκείνο το απόγευμα. Αυτό όμως έγινε αιτία, ώστε να βρεθούν χωρίς να το υπολογίζουν στην παρέα μας και να απολαμβάνουν ευχάριστες στιγμές, καθισμένες στο δικό μας τραπέζι.

 Αφότου γνωριστήκαμε όμως με εκείνα τα κορίτσια, ερχόταν μετά πολύ συχνά εκεί προκειμένου να μας συναντήσουν, αφού όπως και το βλέπαμε αυτό να γίνεται, πολύ το διασκέδαζαν μαζί μας.

 Μετά από λίγο καιρό όμως, άρχισαν να έρχονται κάθε μέρα σχεδόν αφού ήξεραν ότι κι εμείς είμαστε πάντα εκεί και έτσι κόλλησαν μαζί μας και χωρίς να το προσπαθήσουμε, έγιναν τακτικές στην παρέα μας.

 Δεν αφήναμε ανεκμετάλλευτες τέτοιες περιπτώσεις, αφού γι’ αυτό τον λόγο ήμασταν εκεί, αλλά εκείνες ήταν μαθήτριες ακόμη και για τέτοιες θέλαμε να τις βλέπουμε οι περισσότεροι τουλάχιστον από την παρέα μας.

 Θέλοντας όμως να τις προστατεύσω κάπως και από τα ανεξέλεγκτα καμάκια που υπήρχαν γύρο μας, έλεγα σ’ όλους αυτούς ένα απόγευμα, πριν ακόμη μας επισκεφτούν τα κορίτσια.

 – Παιδιά αυτές είναι μικρές, ας μη τις πειράξουμε, μέχρι που να δούμε τι θα γίνει.

 Και για να μην αφήσω στην τύχη τους τα πράγματα και από κεκτημένη ταχύτητα επιχειρήσει να τις ορμίσει κανείς, τους έλεγα και πάλι λίγες μέρες μετά από την πρώτη μου παρέμβαση στα δρόμενα των νεαρών της καφετέριας.

 – Κάντε ότι θέλετε το κάτω-κάτω με τις υπόλοιπες της παρέας τους, αλλά αυτήν την γαλανομάτα, αφήστε την ήσυχη. Θέλω να την ψάξω.

 Την έψαχνα λοιπόν κι όσο την έψαχνα, διαπίστωνα μέρα με την μέρα, ότι εκείνο το κορίτσι ήταν διαφορετικό και ότι μπορούσε να κοιτάξει σπίτι αν της το εμπιστευόταν κάποιος, γι’ αυτό και έλεγα στα μέλη της παρέας μου.

  – Παιδιά, ξέρετε ότι εγώ δεν ενδιαφέρομαι, αλλά ποιος από εσάς θέλει να παντρευτεί, ας δει σοβαρά αυτό το κορίτσι. Είναι μόνον είκοσι χρονών κι εγώ βλέπω ότι είναι ικανή όχι μόνον να κάνει σπίτι, αλλά και να το στηρίξει μπορεί. Για κανένα άλλο λόγο όμως, μη δοκιμάσετε να την χαλάσετε.

 Ας την αφήσουμε καλύτερα ήσυχη και στην διάθεση όποιου από σας σκέφτεται στα σοβαρά να παντρευτεί κάποια στιγμή, γιατί όπως το βλέπω αυτό, άνετα μπορεί κανείς να στηριχτεί επάνω της και για κανένα λόγο δεν θα βρεθεί εκτεθειμένος μαζί της.

 Άκουσαν αυτοί τους λόγους μου και όντως συμμορφώθηκαν με την ειλικρινή μου τοποθέτηση, γι’ αυτό και όσοι απ’ αυτούς σκεπτόταν και την περίπτωση να παντρευτούν, περίμεναν να βρουν τον κατάλληλο χρόνο, ώστε να κάνουν τελικά την σχετική τους πρόταση σε κείνο το κορίτσι με τα γαλανά μάτια.

  Δεν ξέρω γιατί γινόταν αυτό, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο, όσοι από αυτούς σκεπτόταν σοβαρά το θέμα, πολύ το καθυστερούσαν. Ήταν έμπειροι και δεν είχαν λόγο να φοβούνται την απόρριψη αν τους προέκυπτε, αφού και με το δίκαιο της η κοπέλα, θα δεχόταν την πρόταση τους ή όχι, αν αυτή θα ήθελε να βρει εκεί τον σύντροφο της ζωής της.

 Έπρεπε λοιπόν να δοκιμάσουν την τύχη τους αυτοί αφού τους ενδιέφερε, αλλά για κάποιους λόγους όπως είπα, δεν έκαναν την κίνηση τους, έστω και αν κανείς από αυτούς που έδειξαν φανερά τουλάχιστον το ενδιαφέρον τους, δεν ήθελε να χάσει την περίπτωση της κοπέλας που φαινόταν ότι βεβαίως και ήταν κάτι ιδιαίτερο.

 Πιθανολογούσαν βέβαια και το ενδεχόμενο να είχε κάπου αλλού και εκτός από την δική μας παρέα την δική της προτίμηση επιλογής, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν τους απασχολούσε, δεδομένου ότι ο καθένας από αυτούς ήλπιζε με γνώμονα τις δικές του σκέψεις.

 Ωστόσο, το κορίτσι εκείνο ήταν όμορφο και με ωραία γαλανά μάτια. Είχε λίγα κιλά παραπάνω για την ηλικία της, αλλά αυτό ήταν πταίσμα μπροστά στην καθαρή και άδολη καρδιά της, πράγμα που δεν μπορούσε ούτε να κρύψει, αλλά ούτε και να υπερβάλει, γιατί το αυθόρμητο του χαρακτήρα της δεν της το επέτρεπε.

 Γελούσε δε και αυτή μαζί με μας, ακόμη και με αυτά που εμείς λέγαμε μεταξύ μας με μισόλογα, αφού δεν χρειαζόταν πια να ολοκληρώνουμε τις φράσεις μας διηγούμενοι κάτι, λόγο της πολλαπλής τους επανάληψης.

 Όπως το αποδείκνυε όμως καθημερινά με την συμπεριφορά της, δεν το έκανε αυτό τυχαία και δεν γελούσε σαν χαζή. Ήξερε δηλαδή με τι, αλλά και πότε να γελάσει, γι’ αυτό και μας έπεισε ότι μαζί με τα υπόλοιπα, διέθετε και πολύ καλή διανοητική κατάσταση, αφού οι άλλες που βρισκόταν στην παρέα μας, έπρεπε να ακούσουν ολόκληρα αυτά που λέγαμε μια και δύο φορές, μέχρι να μπορέσουν να καταλάβουν το νόημα τους και μετά να δουν αν προκύπτουν από κάπου λόγοι γέλιου ή όχι.

 Αυτά βλέπαμε στο κορίτσι με τα γαλανά μάτια και όπως το συνήθιζα αυτό εγώ προσωπικά, άφησα τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους κι ελεύθερα και όπου αυτά ήθελαν να καταλήξουν γι’ αυτήν, ας κατέληγαν. Εμένα πάντως, καθόλου δεν με ενδιέφερε να ασχοληθώ εκείνο τον καιρό με μια τέτοια σοβαρή σχέση.

 Έμενα προσηλωμένος λοιπόν στα του εαυτού μου και όπως το είχα οριοθετήσει αυτό, έπαιζα σαν παιδί που ήμουν και δεν σας κρύβω ότι ξόδευα αρκετά αφού είχα και το μπορούσα, προκειμένου να κάνω τα ατομικά μου παιχνίδια, όσο πιο ευχάριστα μπορούσαν να γίνουν για μένα.

  Όποιος ήθελε να έρθει μαζί μου, ερχόταν και η παρέα μου ήταν πάντα εκεί ανοικτή, μεγάλη και καλή και ευχαρίστως το δεχόταν. Το κορίτσι με τα γαλανά μάτια όμως, μας έκανε παρέα μόνον στον απογευματινό μας καφέ, γιατί δεν μπορούσε να λείπει πολύ από το σπίτι της.

 Όταν επέστρεφε ο πατέρας της από την απογευματινή του έξοδο και όπως έδειχνε το πράγμα αυτός επέστρεφε κατά τις εννιά το βράδυ στο σπίτι τους, αυτή έπρεπε να είναι εκεί και να τον υποδέχεται.

  Ήθελε βέβαια να βρίσκεται συνεχώς μαζί μας όπως μας το δήλωνε, γιατί άκουγε τα χθεσινά μας κατορθώματα και λυπόταν που δεν μπορούσε να είναι και αυτή εκεί ώστε να χαρεί και την δική της ζωή μαζί με την δική μας, αλλά τι μπορούσε να κάνει αφού είχε τέτοια σειρά από το σπίτι της;

 Εμείς δε; Για κανένα λόγο δεν θέλαμε να της χαλάσουμε την σειρά που είχε, αλλά ούτε και να την βάλουμε σε μπελάδες θέλαμε, γι’ αυτό και της θυμίζαμε όταν ερχόταν η ώρα, ότι έπρεπε να πάει στο σπίτι της.

 Δεν ήταν δε και λίγες οι φορές, που εγώ προσωπικά την πήγαινα με το Ταξί έως το σπίτι της, για να μην αργήσει παίρνοντας το αστικό της γειτονιάς της και αυτό πάλι το έκανα οικειοθελώς, για να μείνει αυτή λίγο παραπάνω μαζί μας, αφού τόσο πολύ το ήθελε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *