Ο καταθλιπτικός Γιάννης κι ο εγωισμός του

   Ωστόσο, τριάντα μέρες πέρασαν αφότου αρχίσαμε να κάνουμε την θεραπεία της γυναίκας μου για τον κορωνοϊό και στο σπίτι την κάναμε όπως σας είπα, για να ξέρουμε τι να περιμένουμε ως αποτέλεσμα, από την δική μας και μόνον προσπάθεια και της Παναγίας μας την συμμετοχή.

Στις μισές από αυτές τις ημέρες τουλάχιστον, με κάποια δυσκολία έκανε τις μετακινήσεις της μέσα στο σπίτι η γυναίκα μου κι αυτές πάλι, σέρνοντας τις παντόφλες που φορούσε στα πόδια της το έκανε πηγαινοερχόμενη στους χώρους μας.

Μόλις άρχισε να αισθάνεται καλλίτερα όμως, έβγαινε και στο μπαλκόνι με αυτές προκειμένου να την δει κι ο Ήλιος λίγο, αλλά κι έναν καφέ να πιούμε μαζί όπως ήθελε. Την εμπόδιζαν αρκετά όμως οι συγκεκριμένες παντόφλες κι επειδή συμπαθούσε τις σαγιονάρες, μου ζήτησε να της πάρω ένα ζευγάρι από αυτές, όταν πλέον θα μπορούσα να βγω εγώ τουλάχιστο ελεύθερος στην αγορά από το να μεταδίδω Κορωνοϊούς.

Όταν πια διανύσαμε τις είκοσι πέντε ημέρες, κάναμε κατά προτροπή του γιατρού μας το σχετικό τεστ για την μη μετάδοση κορονουιού, οπότε, την επομένη κιόλας πήραμε την βεβαίωση ότι είμασταν αρνητικοί. Κι αφού, ούτε εγώ, ούτε και η γυναίκα μου μεταδίδαμε κορωνοϊούς στους συνανθρώπους μας, εγώ τουλάχιστον έβγαινα ελεύθερος στους δρόμους.

Μετά από την νέα μας κατάσταση όμως, θυμήθηκε η γυναίκα μου και τις σαγιονάρες της κι αφού άρχισα πια να κάνω τα ψώνια μας από τα γύρω καταστήματα, πήγα να τις πάρω την εικοστή έκτη μέρα, προκειμένου να ικανοποιήσω την επιθυμία της.

Μέχρι και τότε πάντως, τα παιδιά μας έκαναν τα ψώνια μας κι αυτά μαγείρευαν καθημερινά προκειμένου να συντηρηθούμε. Μια και βγήκα έξω λοιπόν εκείνη την ημέρα για τα καθιερωμένα ψώνια, όντως πήγα και πήρα τις σαγιονάρες της από κάποιο κατάστημα της γειτονιάς μας.

Της φόρεσε η γυναίκα μου μερικές ημέρες κι αφού έμεινε ικανοποιημένη από την συμπεριφορά τους, ζήτησε να της πάρω ένα δεύτερο ζευγάρι από τις ίδιες, προκειμένου να τις χρησιμοποιεί στο σπίτι του χωριού μας. Ευχαριστούσε ωστόσο έστω κι από μακριά τον νεαρό που με σύστησε να πάρω αυτές ιδικά τις σαγιονάρες, γιατί της αισθανόταν πολύ αναπαυτικές.

Αυτές λοιπόν πήγα να πάρω την τριακοστή ημέρα από το ίδιο κατάστημα και αντί του νεαρού που είδα προ ημερών εκεί, τον Γιάννη είδα στην θέση του, ο οποίος και με καλωσόρισε βέβαια, αλλά και μου εξήγησε, ότι γιός του ήταν ο νεαρός κι ότι πετάχτηκε μέχρι την τράπεζα για κάποιον λόγο.

Τον είδα πολύ σκοτισμένο όμως, αλλά και τίποτε δεν του είπα για την παρατήρησή μου, μη τον στεναχωρούσα περισσότερο εγώ από τις δικές μου αδιάκριτες ερωτήσεις. Μόνος του όμως άρχισε να μιλάει και με κάποιο παράπονο στην φωνή του το έκανε.

Όπως σε βλέπω Μιχάλη, μια χαρά είσαι. Εγώ όμως, τα χάλια μου έχω. Και να πεις τώρα ότι τα προβλήματα που έχω μου χαλούν την διάθεση, αλλά εγώ δεν έχω προβλήματα κι όλα βαίνουν καλώς στην ζωή μου.

Και τα παιδιά μου είναι καλά και η γυναίκα μου το ίδιο κι αφού ο μικρός μας κρατάει καλά αυτό το μαγαζάκι, τίποτε δεν έπρεπε να με προβληματίζει. Και αντί να είμαι χαρούμενος που λες, είμαι μονίμως στεναχωρημένος. Ζω μέσα σε μια κατάθλιψη δηλαδή εδώ και μια πενταετία και με τίποτε δεν μπορώ να την ξεπεράσω.

Και ξέρεις γιατί; Σκέφτομαι συνέχεια, ότι μάλλον θα πεθάνω κι εγώ όπως ο πατέρας μου. Στα εβδομήντα του πέθανε κι αυτός και με την ίδια σκέψη στο μυαλό του. Μπα, θα πεθάνω όταν γίνω εβδομήντα χρονών έλεγε συνέχεια, γι’ αυτό και ήταν συνεχώς θλιμμένος.

Αυτό έλεγε που λες συνέχεια και κάθε λεπτό της ζωής του για μια πενταετία όπως κι εγώ και με αυτό βασανιζόμενος, όντως πέθανε τελικά όταν μπήκε στα εβδομήντα του χρόνια.

Το ίδιο τώρα έπαθα κι εγώ Μιχάλη. Κι όσο θυμάμαι ότι ο πατέρας μου από αυτό πέθανε, όλη μέρα αυτό σκέφτομαι και καταθλίβομαι με την ιδέα ότι όπου νάνε θα πεθάνω κι εγώ που μπήκα πια στα εβδομήντα, γι’ αυτό και κάνω την ζωή μου κόλαση.

Οι φίλοι και οι συγγενείς μου βέβαια, συνεχώς μου λένε ότι δεν κάνω καλά που βάζω τέτοιες σκέψεις στο μυαλό μου,  αλλά εγώ δεν μπορώ να τις διώξω από μέσα μου, γι’ αυτό και υποφέρω στην σκέψη ότι θα πεθάνω στα εβδομήντα μου χρόνια.

Οι φίλοι μου δε που πηγαίνουν στο Άγιο Όρος όπως εσύ, συχνά με παροτρύνουν να πάω μαζί τους, ώστε να βρω λίγη γαλήνη όπως μου λένε, αλλά αυτή η κατάθλιψη που σου είπα, δεν με αφήνει να τους ακολουθήσω, ώστε να δω κι εγώ μια φορά έστω, τι γίνεται εκεί και γιατί αυτοί επιμένουν τόσο πολύ να με πάρουν μαζί τους.

Εσύ όμως τί κάνεις; Μέρες έχω να σε δω να περπατάς στον πεζόδρομο. Κι όπως βλέπω, ακόμη δεν φοράς μάσκα. Μπορείς να μου πεις γιατί το κάνεις; Όπως βλέπεις, όλοι φορούν. Κι εγώ φορώ. Θέλεις να κολλήσεις κανένα Κορωνοϊό και να τραβάς τα μαλλιά σου; Δεν ακούς τι γίνεται και πόσοι πεθαίνουν κάθε μέρα;

Αυτά είπε ο Γιάννης και με κοιτούσε μετά, περιμένοντας να ακούσει την απάντησή μου. Κι αφού υποχρεώθηκα να το κάνω άρχισα να του λέω, ότι δεν βγήκα έξω εδώ και τριάντα μέρες, γιατί νοσηλεύω την γυναίκα μου στο σπίτι από κορωνοϊό, ότι τώρα είναι καλά κι ότι δεν έχω μαλλιά να τα τραβήξω, γιατί απλούστατα δεν χρειάστηκε.

Ακούγοντας αυτά ο Γιάννης, ανέβασε την μάσκα που φορούσε μέχρι τα μάτια του και με πολύ απορία, πάλι ρωτούσε. Εσύ δεν κόλλησες δηλαδή; Πώς έγινε αυτό; Κι αφού είδες με τα μάτια σου την επιθετικότητα του ιού, γιατί δεν καταλαβαίνεις ότι η μάσκα σώζει ζωές;

Τί να σου πω βρε Γιάννη του είπα. Εσύ έχεις πολλές ερωτήσεις μέσα σου, αλλά και τόσο μπερδεμένος που είσαι, πρέπει να καθίσω μια εβδομάδα εδώ για να σου δώσω τις απαντήσεις που χρειάζεσαι. Κι επειδή ξέρω πόσο εγωιστής είσαι, δεν θέλω να έρθω σε αντιπαράθεση μαζί σου, μόνον και μόνον για να λέω εγώ τα δικά μου κι εσύ τα δικά σου, χωρίς να έχουμε κάποιον συγκεκριμένο σκοπό μπροστά μας.

Ναι, έλεγε ο Γιάννης, αλλά εγώ θέλω να ξέρω τι γίνεται. Εσύ Γιάννη του είπα, δεν θέλεις να ξέρεις τί ακριβώς γίνεται. Την περιέργειά σου θέλεις να ικανοποιήσεις κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω κουβέντες στον αέρα.

Θα σου πω ωστόσο μερικά για να μην σε αδικήσω, αλλά και να σε βάλω σε διαδικασία να σκέφτεσαι πραγματικά θέλω κι όχι να γεμίζεις το μυαλό σου με όσα φαντάζεσαι και νομίζεις ότι είναι γνώσεις. Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που κρατάς αυτές τις φαντασίες μέσα σου και σε βασανίζουν όπως είπες πριν, νομίζοντας ότι είναι γνώσεις.

Άκουσε λοιπόν. Η μάσκα είναι ένα πανί κι από τίποτε δεν μπορεί να σε προστατεύσει. Ούτε κι από την σκόνη που κυκλοφορεί στον αέρα δηλαδή. Οπότε, ούτε κι από τον ιό μπορεί να σε σώσει, γιατί αυτός είναι πολύ ποιο μικρός από την σκόνη.

Αλλά και τίποτε δεν μπορεί να μας κολλήσει ξεκάρφωτα, επειδή έτσι θέλουν να νομίζουμε αυτοί που μας επέβαλαν με πρόστιμα τις μάσκες, για να δεχθούμε εύκολα το εμβόλιο που θέλουν να μας βάλουν για τους δικούς τους λόγους, που κι αυτό δεν μπορεί να μας προστατεύσει από κάτι, γιατί απλούστατα, μέσω αυτού, άλλα θέλουν να μας επιβάλουν και δεν μας τα λένε καθαρά, γιατί θα τρομάξουν οι άνθρωποι και δεν θα θελήσουν να εμβολιασθούν.

Θα σου πω τα υπόλοιπα μαζεμένα όμως κι όταν έρθεις σε κατάσταση που να μπορείς να σκεφτείς, τότε να τα μελετήσεις, αν κι αμφιβάλω ότι θα φτάσεις ποτέ σ’ αυτό το σημείο, γιατί ο εγωισμός θα σε εμποδίζει να το κάνεις κι εσύ δεν έχεις καμιά δυνατότητα να τον αντιμετωπίσεις, γιατί αγνοείς την ύπαρξή του.

Σ’ αυτήν την ζωή Γιάννη, μόνον ο Θεός κάνει κουμάντο και κανείς άλλος. Ούτε οι λοιμωξιολόγοι, ούτε οι κυβερνήσεις, ούτε τα διαβολοπαίδια που μέρα και νύχτα σκέφτονται μαζί με τον διάβολο, πως να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Οπότε, μία είναι η ο οδός. Αυτή που ξεκινάει από τον Θεό και καταλήγει στον Θεό, την οποία όμως εσύ, δεν θέλεις να ακολουθήσεις.

Αν επιλέξεις να βαδίζει πάνω σ’ αυτόν τον δρόμο πάντως, τίποτε δεν μπορεί να σου κάνει ζημιά, χωρίς την άδεια του Θεού και κανείς δεν μπορεί να σου προκαλέσει προβλήματα, χωρίς να έχει την έγκριση Του.

Κι αν Αυτός παραχωρήσει να πειραχτείς από κάτι, σαν κι αυτό που εσύ ζεις εδώ και πέντε χρόνια όπως είπες, μόνον για το καλό σου το κάνει, γιατί απλώς σε αγαπάει και σε θέλει κοντά Του. Σε θέλει σωστό όμως κι όχι ανακατεμένο όπως είσαι τώρα.

Κι ο διάβολος βέβαια σε θέλει κοντά του, μόνον που αυτός σε μισεί κι αν μπορούσε να το κάνει, στο λεπτό θα σε πέθαινε. Στον Θεό λοιπόν στρέψε τα μάτια σου και πουθενά αλλού. Δείξε Του ότι κατάλαβες τι πρέπει να κάνεις κι Αυτός δεν θα σε παραβλέψει, γιατί δικό Του παιδί είσαι κι εσύ και στεναχωριέται που σε βλέπει να υποφέρεις από εγωισμό κι από κακές σκέψεις.

Ο θεός λοιπόν αποφασίζει πότε και για ποιον λόγο και μετά από πόσο καιρό θα καλέσει κάποιον στους κόλπους του και κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει. Όπως δεν μπορεί να πεθάνει κανείς από μόνος του, γιατί μπήκε στα εβδομήντα του χρόνια όπως εσύ. Κατάλαβες Γιάννη;

Σαν άκουσε αυτά ο Γιάννης, έκοψε τον λόγο μου και με έντονο ύφος έλεγε. Ποιός Θεός βρε Μιχάλη; Πού τον είδες εσύ και μας τον συστήνεις; Πες μου λοιπόν που είναι, ώστε να πάω κι εγώ να τον δω.

Κι αφού υπάρχει κι εσύ τόσα πολλές μας λες γι’ Αυτόν, τότε, γιατί άφησε την γυναίκα σου να κολλήσει Κορωνοϊό; Μπορείς να μου το εξηγήσεις αυτό; Αυτός λοιπόν είναι κι ο λόγος που δεν πιστεύω ότι υπάρχει Θεός κι ότι όλα αυτά που μας είπαν, είναι λόγια για τα μωρά παιδιά.

Αυτά είπε ο Γιάννης και σώπασε, αλλά και πάλι με κοιτούσε περιμένοντας την απάντησή μου. Και το έκανε μ’ εκείνη την ματιά, που πολύ καθαρά δήλωνε, ότι αυτός τουλάχιστον ξέρει τι λέει και τί πιστεύει και κανείς δεν μπορεί να του αλλάξει την γνώμη του.

Δεν ήθελα να συνεχίσω την κουβέντα μας βέβαια, γιατί ότι κι αν του έλεγα, αυτός θα κρατούσε την ίδια εγωιστική γραμμή. Δεν μπορούσα όμως και να τον αφήσω έτσι, γιατί θα φαινόταν ότι συμφωνούσα μαζί του, οπότε, πάλι του έλεγα.

Εσύ βρε Γιάννη δεν θέλεις να ξέρεις ότι υπάρχει θεός και ζητάς να σου εξηγήσω, γιατί επέτρεψε στην γυναίκα μου να κολλήσει κορωνοϊό όπως είπες; Αφού σου εξήγησα πριν, ότι κανείς δεν κολλάει τίποτε, αν Αυτός δεν το επιτρέψει να γίνει.

Κι αν το επιτρέψει αυτό σε κάποιον, μόνον για το καλό του θα το κάνει, γιατί μέσα από την ασθένειά του θα δει την παρουσία του Θεού, αυτήν δηλαδή που εσύ μανιωδώς αρνείσαι να δεις.

Όσο για τα μωρά τα παιδιά που ανάφερες, να ξέρεις ότι αυτά ξέρουν ποια είναι η μαμά τους, όπως και ποιος είναι ο πατέρας τους. Και κανείς δεν μπορεί να τα ξεγελάσει, όσο κι αν προσπαθήσει να τα παραπλανήσει.

Από το ένστικτό τους και μόνο, από την μυρουδιά που αποπνέουν οι γονείς του, από τον τρόπο που τα αγκαλιάζουν κι από ένα σωρό άλλες ακόμη ενδείξεις, ξέρουν να διαλέξουν την μητέρα τους και τον πατέρα τους, ανάμεσα σε πολλούς άλλους γονείς συγκεντρωμένους.

Ακόμη και τα ζώα έχουν αυτήν την δυνατότητα. Αν βλέπεις ντοκιμαντέρ με ζώα, θα το δεις πολύ καθαρά αυτό. Αν τύχει δε να δεις και τι κάνουν οι πιγκουίνοι που είναι ίδιοι μεταξύ τους, θα πιστής γι’ αυτά που σου λέω, γιατί  ούτε αυτοί χάνουν τα παιδιά τους, αλλά ούτε και παιδιά τους τρέχουν πίσω από άλλους γονείς. Τους δικούς τους περιμένουν με τις μέρες να φανούν με την τροφή τους στο στόμα κι ας είναι χιλιάδες πιγκουίνοι δίπλα, δίπλα στον ίδιο χώρο.

Οι ενήλικες όμως άνθρωποι όπως εσύ κι εγώ, αυτοί είναι που ξέχασαν την δυνατότητα να εντοπίζουν παντού τον πατέρα και δημιουργό τους, παραπλανημένοι από τα τερτίπια που ο  διάβολος χρησιμοποιεί γι’ αυτόν τον σκοπό κι από το δικαίωμα που εμείς του δώσαμε να μας φουσκώνει συνεχώς τα μυαλά με ψέματα, τα οποία βέβαια, από εγωισμό τρώμε εμείς αμάσητα, πιστεύοντας ότι ξέρουμε δήθεν τι κάνουμε και τι επιλέγουμε ως αλήθειες για τον εαυτό μας και για την ζωή μας.

Ποιος διάβολος ρε; Έλεγε ο Γιάννης κόβοντάς μου τον λόγο. Άφησες τώρα τον Θεό κι έπιασες τον διάβολο; Ποιός μπορεί ρε συ να ξεγελάσει εμένα; Τί είναι αυτά που μας λες; Μωρό παιδί είμαι εγώ; Θα αφήσω λες τον διάβολο που δεν υπάρχει να με κάνει κουμάντο;

Όχι μόνον κουμάντο σε κάνει Γιάννη, αλλά και παιχνίδι στα χέρια του σε έχει κι αυτό θέλει από εσένα. Να νομίζεις δηλαδή ότι δεν υπάρχει κι ότι εσύ κάνεις κουμάντο στις ενέργειες και στις επιλογές της ζωής σου, για να βασιλεύει αυτός στα κρυφά μέσα σου, υπηρετώντας με πείσμα εσύ τις ιδέες που αυτός σου βάζει στο μυαλό, γι’ αυτό και σε έχει υπόδουλο στα δικά του σχέδια.

Μετά από αυτά που σου είπα πάντως, μελέτησε τις σκέψεις σου και θα δεις πολύ καθαρά αν βέβαια θέλεις, ότι μέσα στα ψέματα ζεις και κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει να απαλλαγείς από αυτά, γιατί εσύ τα μπέρδεψες με τις αλήθειες και νομίζεις τώρα ότι ξέρεις δήθεν τι κάνεις.

Αυτά του είπα λοιπόν κι αφού πήρα τις σαγιονάρες έφευγα, ενώ αυτός ζητούσε να μείνω κι άλλο εκεί, ή να πάω μια άλλη μέρα να ξανακουβεντιάσουμε το θέμα. Ξέρεις που μένω του είπα κι όταν πράγματι θελήσεις να απαλλαγής από τα ψέματα, τότε εσύ έλα να με βρεις κι εγώ ευχαρίστως θα σου κάνω την χάρη να μοιραστό τον κόπο τις ελευθερίας σου από τον εγωισμό.

Αυτά του είπα κι έφυγα και δεν ξέρω τώρα να σας πω, αν φτάσει ποτέ στο σημείο να ζητήσει ο Γιάννης την απαλλαγή του από τον εγωισμό που χρόνισε μέσα του και με τεράστιο βουνό μοιάζει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *