Στην πλαζ της γειτονιάς μας πήγα ένα πρωινό, προκειμένου να δω αν άνοιξε η καφετέρια κι αν σέρβιρε καφέ εκείνη την ώρα, γιατί δέκα έδειχνε το ρολόι στο αυτοκίνητό μου. Από το προηγούμενο καλοκαίρι είχα να κάνω το ίδιο κι επειδή μου αρέσει να πίνω μόνος μου που και που ένα καφέ, ήρθα να δω αν άνοιξε η καφετέρια, ώστε να ολοκληρώσω την επιθυμία μου.
Μόλις πάρκαρα το αυτοκίνητό μου λοιπόν, κατέβηκα να δω αν πράγματι ήταν ανοιχτή η πόρτα του χώρου, δεδομένου ότι αυτό μου επέτρεπαν να ελπίζω τα αρκετά πρέπει να πω αυτοκίνητα που ήταν εκεί παρκαρισμένα.
Αλλά και πολλοί ήταν αυτοί που είδα να τρέχουν κάνοντας γυμναστική κατά την συνήθειά τους, προκειμένου να αδυνατίσουν μάλλον, ή να διατηρηθούν σε φόρμα όπως ακούμε να το λένε.
Όπως διαπίστωνα όμως, η πόρτα της καφετέριας ήταν κλειστή, οπότε, απογοητευμένος επέστεφα στο αυτοκίνητό μου, με την πρόθεση να επιστρέψω στο σπίτι μου και να πιώ εκεί καφέ παρέα με την γυναίκα μου.
Ένας άλλος όμως πάρκαρε το αυτοκίνητό του δίπλα μου εκείνη την στιγμή και με το που άνοιξε την πόρτα του, σ’ εμένα έλεγε μόλις βγήκε έξω, σαν να ήξερε τί είχα αποφασίσει να κάνω.
Μη φεύγεις, έλεγε. Σε λίγο θα ανοίξουν. Κι εγώ για καφέ ήρθα εδώ. Είναι νωρίς όμως ακόμη. Αυτοί πάντως, κατά τις έντεκα έρχονται συνήθως. Αν δεν έχεις τι να κάνεις λοιπόν, περίμενε εδώ, ή κάνε καμιά βόλτα με τα πόδια και πάλι γύρισε.
Καλοπροαίρετος μου φάνηκε ο άγνωστος άνθρωπος και με το που τελείωσε τον λόγο του, έκανε τον γύρο του αυτοκινήτου του κι αφού με πλησίασε περισσότερο, μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν αποφασισμένος να πιάσει κουβέντα μαζί μου κι επειδή εγώ δεν είχα τέτοια διάθεση, άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου μου αποφασισμένος να φύγω.
Ένας άλλος όμως μας πλησίασε και με σιγουριά μας έλεγε, ότι ήρθε ο καταστηματάρχης κι ότι το αυτοκίνητό του πάρκαρε εκείνη την στιγμή. Στις εννιά ανοίγει, είπε, αλλά κάτι του έτυχε σήμερα και άργησε να ανοίξει την καφετέρια. Αν περιμένετε κι εσείς όπως θα κάνω κι εγώ, θα πιούμε το καφεδάκι μας. Άλλωστε, σαν κι εμένα συνταξιούχοι πρέπει να είστε κι εσείς, οπότε, κάντε υπομονή και θα μπούμε μάσα.
Εσένα όμως, έλεγε σ’ εμένα, κάπου σε ξέρω. Οπτικά σε ξέρω δηλαδή, από το να σε βλέπω να περπατάς στον πεζόδρομο της περιοχής μας. Δεν έχουμε γνωριστεί βέβαια, αλλά πολλές φορές σε είδα να μιλάς εκεί με τον φίλο μου τον Πασχάλη. Όπως ξέρεις όμως, στο παγκάκι του πεζόδρομου συνήθως πίνουμε τον καφέ μας, αλλά σήμερα ήρθα να τον πιώ εδώ, γιατί μου αρέσει να βλέπω την θάλασσα.
Εμένα πάντως, Σταύρο με λένε πρόσθεσε και περίμενε να ακούσει και τα δικά μας ονόματα. Μια κι έγινε έτσι σήμερα είπα κι εγώ, ας συστηθούμε και βλέπουμε τι θα γίνει με τον καφέ μας. Εμένα με λένε Μιχάλη του είπα και τον διπλανό μου, εδώ τον βρήκα, οπότε δεν ξέρω το όνομά του. Αν θέλει μας το λέει.
Βεβαίως και θα σας το πω είπε αυτός. Ευδόξιο με λένε και από την Τούμπα έρχομαι εδώ, γιατί κι εμένα μου αρέσει να βλέπω την θάλασσα πίνοντας τον καφέ μου. Κι αφού γίναμε παρέα, ας μπούμε στην πλαζ, γιατί όπως βλέπω, άνοιξε ο άνθρωπος την πόρτα και πάει προς την καφετέρια.
Μόνος ήθελα να πιώ τον καφέ μου σήμερα τους είπα εγώ, αλλά όπως έγινε, παρέα μαζί σας θα τον πιώ. Γιατί μόνος; Είπε ο Ευδόξιος και πάλι πήρε τον λόγο. Δεν σου αρέσει δηλαδή η συντροφιά των ανθρώπων; Μου αρέσει του απάντησα, αλλά δεν αντέχω τις ατέρμονες κουβέντες.
Δεν μπορώ με λίγα να μιλώ χωρείς περιεχόμενο. Κάνοντας κουβέντα για την κουβέντα δηλαδή όπως λέμε. Κι επειδή δεν ξέρω πως ο καθένας το εννοείτε αυτό, αποφεύγω συνήθως την παρέα με αγνώστους, για να μη κάνω αυτό που δεν θέλω, αλλά και νόημα δεν έχει μια τέτοια υποχρέωση.
Μου αρέσει ωστόσο να ακούω την ενυπάρχουσα σοφία των ανθρώπων κι όταν την βρίσκω σε κάποιους, σαν μικρό παιδί κάθομαι να την ακούσω, όπως και να την μελετήσω στην συνέχεια. Κι ότι καλό ακούσω από αυτούς, το κρατώ μέσα μου ως πολύτιμη περιουσία.
Αν αυτή η τυχαία η συνάντησή μας, προϋποθέτει κάτι τέτοιο, ευχαρίστως θα πιώ ένα καφέ μαζί σας. Αν όμως δεν έχετε κάτι τέτοιο στο μυαλό σας, δεν έχει νόημα να χαλάσω εγώ την δική μου όπως και την δική σας επιλογή, την οποία ασφαλώς και σέβομαι, όποιας κατεύθυνσης κι αν είναι.
Μου αρέσει έτσι όπως έθεσες το θέμα είπε ο Σταύρος και μου έδωσε καρέκλα να καθίσω δίπλα του στο τραπεζάκι που βρήκαμε ελεύθερο, το οποίο, όντως είχε θέα προς την Θάλασσα και μάλιστα, έτσι όπως ακριβώς το είχαμε στον νου μας.
Κι εμένα μου αρέσει να ακούω απόψεις και να τις συγκρίνω με τις δικές μου πρόσθεσε κι αν είναι όντως καλές κι εγώ τις κρατώ μέσα μου. Ο Ευδόξιος δεν ξέρω αν είναι σύμφωνος ή όχι και οφείλει να μας το πει.
Κι εγώ συμφωνώ μαζί σας είπε κι επειδή πρέπει να πιούμε και καφέ τώρα πρόσθεσε, πέστε μου πως τον πίνετε, ώστε να τους παραγγείλω, γιατί ουρά σχηματίζετε στην καφετέρια και δεν θέλω να πιώ καφέ μετά από μια ώρα. Αυτοί που είδη κάθονται στα τραπεζάκια τους μας πρόλαβαν κι από ότι φαίνεται, από άλλη πόρτα μπήκαν μέσα στον χώρο κι όπως βλέπετε, τις καλύτερες θέσεις έπιασαν.
Του δώσαμε βέβαια τις επιθυμίες του καφέ μας και μέχρι να τους φέρει ο Ευδόξιος, κοιτούσαμε προς την θάλασσα και προς τους ανθρώπους που ήδη ήταν εκεί κι ένας, ένας, πήγαινε προς την καφετέρια, για την προσωπική του παραγγελία.
Παίρνοντας όμως το λόγο μετά από λίγο ο Σταύρος, έλεγε κάτι που θυμήθηκε κι αφορούσε μια κουβέντα που άκουσε να έχω εγώ με τον κοινό μας γνωστό Πασχάλη πριν από πολύ καιρό κι όπως αποδείχτηκε, όντως την κράτησε μέσα του.
Τις απορείς που του άφησαν οι κουβέντες μας λοιπόν βρήκε αφορμή να μου εκθέσει κι όπως ήταν φυσικό, περίμενε τις απαντήσεις μου, οπότε, υποχρεώθηκα να το κάνω κι ας κάναμε την κουβέντα μας μόνοι μας, αφού αργούσε να έρθει ο Ευδόξιος.
Από ότι θυμάμαι Μιχάλη, με αυστηρό τρόπο είπες τότε στον Πασχάλη, ότι δεν κάνει καλά που προτρέπει τα παιδιά του να μην πηγαίνουν στην εκκλησία, γιατί εκεί όπως σου έλεγε αυτός, μοιράζουν το όποιον του λαού στους κοιμισμένους ανθρώπους.
Καθότι κουμουνιστής ιδεολογικά ο Πασχάλης, έτσι νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει. Να οδηγεί δηλαδή τα παιδιά του μακριά από ότι αυτός δεν ήξερε και να τα κρατάει πολύ κοντά, σ’ αυτά που αυτός νόμιζε ότι πρέπει να ταυτίζεται κανείς, για να μην είναι κοιμισμένος και υποχείριο κανενός.
Και πολύ σωστά του είπες Μιχάλη, ότι ενώ δεν θέλει να είναι ούτε αυτός, ούτε και τα παιδιά του κοιμισμένα και υποχείρια κανενός, μετά μανίας ακόμη επιμένει να πιστεύει, σε κάτι που δεν υπάρχει πλέον, που από παντού έχει εξαλειφθεί ως εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση και να την ακολουθεί αυτός, ως γνήσιο υποχείριο αυτών που από μόνοι τους δήλωσαν, ότι άδικα σκοτώθηκαν τόσοι άνθρωποι για να σταθεί μια τιποτένια επί της ουσίας ιδεολογία.
Θύμωσε βέβαια τότε ο Πασχάλης με αυτά που του είπες, αλλά κι από όσα γνωρίζω, ακόμη κουμουνιστής δηλώνει. Κι αφού σταμάτησε ο Σταύρος την αναφορά του, εγώ συνέχισα να του λέω, ότι είναι πολύ παλιά η κόντρα μας κι ότι όποτε με βλέπει τα ίδια μου λέει κι ακόμη με τσιγκλάει όταν με βλέπει να πηγαίνω προς την εκκλησία.
Δεν δίνω βέβαια σημασία στα λόγια του κι αφού αυτός έτσι θέλει να πιστεύει για τον εαυτό του και μανιωδώς, ακόμη αρνείται να συγκρίνει όπως είπες κι εσύ, τις δικές του απόψεις, με τις απόψεις κάποιου άλλου, έστω κι αν δεν τις καταλαβαίνει πλήρως.
Και να το κάνει πρέπει από ευθύνη και μόνον που έχει ως άνθρωπος, να οδηγήσει τον εαυτό του και τα παιδιά του εκεί που πράγματι είναι ορόσημο ζωής κι όχι να τους στέλνει όλους σε χώρους, όπου απλώς και μόνον διαιωνίζουν φαντασίες.
Είναι αλήθεια βέβαια, ότι πολλές φορές του είπα τα ίδια, αλλά αυτός, ποτέ του δεν τα εξετάζει. Κι αφού επιμένει, τί μπορώ να του κάνω εγώ; Τις περισσότερες φορές πάντως, του επιτρέπω να μου λέει τα δικά του κι εγώ απλώς του χαμογελώ.
Πριν από λίγο καιρό, πάλι το ίδιο μου έκανε μόλις με είδε κι επειδή τον συμπαθώ ως άνθρωπο, πάλι του είπα, ότι ενώ δεν θέλει να είναι υποχείριο κανενός, ακόμη δεν κατάλαβε, ότι αυτός όντως επέλεξε να είναι και μάλιστα τυφλό και υπάκουο υποχείριο, αυτών που θέλουν να έχουν τέτοιου είδους οπαδούς δίπλα τους, για να δικαιολογούν την προσωπική τους ύπαρξή στον χώρο της πολιτικής, αλλά και την οικονομική τους ευρωστία να στηρίζουν.
Το να μη πάει κανείς στην εκκλησία Σταύρε, ή να μη πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού, είναι αναφαίρετο δικαίωμά του, το οποίο μάλιστα, ο ίδιος ο Θεός μας το έδωσε, για να στηρίξει την ελευθερία που μας παραχώρησε. Από κανέναν δεν ζήτησε να ακολουθεί τον Ίδιο και τις θέσεις Του με την βία. Αντιθέτως, όποιος θέλει ας έρθει πίσω Μου είπε.
Όποιος όμως θέλει να έρθει πίσω Μου ξεκαθάρισε, θα πρέπει να υπολογίζει, ότι θα υποχρεωθεί να ταυτιστεί μαζί Μου και με όσα εγώ κάνω. Και για να μας δώσει ένα σαφές παράδειγμα για το τι ακριβώς εννοεί, πολύ απλά μας είπε, ότι πρέπει να αγαπούμε τον πλησίον μας, όπως τον εαυτό σας.
Αν δεν θέλετε να κάνετε κάτι τέτοιο είπε, Εγώ δεν θα σας κατηγορήσω. Εσείς όμως, δεν θα μπορείτε να σταθείτε δίπλα μου χωρίς αυτήν την δυνατότητα. Αν δυσκολεύεστε να φτάσετε σ’ αυτά τα μέτρα αγάπης προς τον πλησίον σας, αλλά εσείς πράγματι θέλετε να φτάσετε εκεί και μου το ζητήσετε, τότε εγώ θα σας βοηθήσω, ώστε να ολοκληρώσετε την επιθυμία σας.
Άκουσες Σταύρε πως μιλάει ο Θεός; Δεν θέλει υποχείρια, ούτε οπαδούς, ούτε χειροκροτητές, αλλά ούτε και ψηφοφόρους. Ανθρώπους θέλει να βοηθήσει, πως να αποκτήσουν Θεϊκές δυνατότητες, σαν κι αυτές που Αυτός έχει και μας τις φανέρωσε με την συμπεριφορά του. Κι αυτή που άκουσες να σου λέω και μας ζητάει να αγαπούμε τους συνανθρώπους μας σαν τον εαυτό μας, είναι η κυριότερη.
Και να το κάνουμε αυτό μάλιστα μας είπε, όχι για να μας ανταμείψει Αυτός με κάτι, αλλά από απλή επιθυμία να Του μοιάσουμε. Να κάνουμε δηλαδή τα ίδια που Αυτός έκανε και συνεχώς κάνει για όλους εμάς τους ανθρώπους ανεξαιρέτως.
Όσο ζούμε λοιπόν σ’ αυτήν την ζωή, αυτήν την υποχρέωση μόνον έχουμε προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να τους αγαπούμε όλους έμπρακτα κι όχι θεωρητικά.
Με μοναδικό σκοπό πάντα, το να ζήσουμε όλοι μας μαζί Του αιωνίως και συμπεριφερόμενοι ομοίως. Να γίνουμε ίδιοι με Αυτόν δηλαδή μας είπε κι αποφασισμένοι να μεταδίδουμε Θεό κατά χάρη όπως μας το τόνισε. Όχι από εγωισμό δηλαδή, αλλά από ανυπόκριτη αγάπη σαν και την δική Του.
Αυτά έλεγα εγώ στον Σταύρο, ενώ στεκόταν όρθιος ο Ευδόξιος δίπλα μου και δεν καθόταν, μη διακόψει αυτά που άκουγε και του άρεσαν. Όταν σταμάτησα όμως, κάθισε δίπλα μου κι αφού άφησε τους καφέδες στο τραπέζι, μας έλεγε την δική του γνώμη.
Εγώ Μιχάλη, πολύ πιστεύω. Να φανταστεί δε, ότι όπου βρω εκκλησάκι στο δρόμο μου, κατεβαίνω από το αυτοκίνητο μου και του ανάβω ένα κεράκι, ή την καντήλα του αν έχει και πρέπει να σου πω, ότι πολύ καλά αισθάνομαι μετά.
Στην εκκλησία πάντως δεν πηγαίνω, γιατί δεν μου αρέσουν όλα αυτά τα χρυσά που βλέπω να φορούν οι παπάδες και οι δεσποτάδες, ενώ για τον κόσμο που πεινάει τίποτε δεν κάνουν.
Αυτά μας είπε ο Ευδόξιος και πήρε μια ρουφηξιά από τον καφέ του, ενώ μας κοιτούσε επίμονα περιμένοντας την απάντησή μας. Ο Σταύρος όμως πήρε τον λόγο και με το δίκαιό του έκανε την απάντησή του ερώτημα. Αυτό δηλαδή είναι το ζητούμενο από την πίστη μας βρε Ευδόξιε; Να ανάβουμε κεριά όπου μας αρέσει και να κάνουμε τις προσωπικές μας εκτιμήσεις όπως εμείς τις έχουμε τοποθετήσει μέσα μας;
Καλό θα ήταν πάντως, να μάθουμε πρώτα τις υποχρεώσεις που έχουμε ως πιστοί κι αν θέλουμε μετά, ας προσπαθήσουμε να ενταχθούμε εκεί που πρέπει κι όπως πρέπει, όπως ακούσαμε να μας λέει πριν λίγο κι ο Μιχάλης, για να μην κάνει ο καθένας ότι του καπνίζει και νομίζει ότι πιστεύει μέσω αυτού. Να βαδίζουμε στην πραγματικότητα πρέπει Ευδόξιε κι όχι στις φαντασίες που πλάθουμε εμείς με το μυαλό μας. Κατάλαβες;
Αυτά του είπε ο Σταύρος κι ο Ευδόξιος έμεινε με το φλιτζάνι του καφέ κολλημένο στα χείλη του, μη μπορώντας να καταλάβει τι του είπε, αλλά κι ως αποτέλεσμα, ούτε κι από αυτά που πρόλαβε να ακούσει από εμένα έδειξε να κατάλαβε κάτι.
Ωστόσο, κάτι ψέλλισε ως δικαιολογία. Αυτοί δηλαδή που πάνε στις εκκλησίες κι ανάβουν κεριά, δεν κάνουν το ίδιο μ’ εμένα; Κι επειδή εγώ δεν πάω εκεί, εσείς λέτε τώρα ότι δεν πιστεύω; Ξέρετε πόσα χρόνια κάνω το ίδιο κι εγώ αισθάνομαι μια χαρά; Γιατί λοιπόν προσπαθείτε να κόψετε την επιθυμία μου να ανάβω κεριά στα εκκλησάκια, παρουσιάζοντάς το ως ένα τίποτε;
Αυτά μας είπε ο Ευδόξιος και μάλιστα πειραγμένος κάπως από αυτά που άκουσε να του λέει ο Σταύρος κι επειδή δεν ήθελα να τον αφήσω στεναχωρημένο, του θύμισα αυτό που τους είπα από την αρχή. Βλέπεις τώρα Ευδόξιε, γιατί δεν μου αρέσουν οι ατέρμονες συζητήσεις;
Άλο είναι να ξέρει κανείς τι λέει, τι ακούει, και τι θέλει να μάθει κι άλλο είναι να μπαίνει σε μια κουβέντα με μόνη γνώση αυτά που αυτός έβαλε στο μυαλό του και νομίζει ότι είναι γνώσεις.
Το να θέλει κανείς να εξετάσει αυτά που νομίζει ότι ξέρει, με αυτά που ακούει και δεν ξέρει, είναι ευχής έργον και με πολύ λογική σειρά τοποθέτησης. Το να θέλει όμως να συγκρίνει αυτά που νομίζει ως γνώση, με αυτά που πρόχειρα άκουσε και δεν κατάλαβε, είναι λίγο πολύ κάτι σαν ανακάτεμα ανόμοιων πραγμάτων που βράζουν στην ίδια κατσαρόλα.
Αν βάλει δηλαδή κανείς στην ίδια κατσαρόλα τα σπανάκια να βράσουν, μαζί με τα παπούτσια του, τις κάλτσες του, το μαλλί της γριάς και μια πάστα, υπάρχει λες περίπτωση να βγει κάτι σωστό και να τρώγεται;
Γι’ αυτό λοιπόν, μη στεναχωριέσαι με αυτά που σου είπε ο Σταύρος και κάνε κάτι ποιο λογικό και ποιο χρήσιμο για σένα. Όταν θα πας στο σπίτι σου, κάθισε για λίγο μόνος κάπου κι άρχισε να μελετάς αυτά τα λίγα που άκουσες και μη τα ανακατεύεις με αυτά που έχεις στο μυαλό σου.
Άρχισε μετά να βάζεις στο μυαλό σου ερωτήματα που ενδεχόμενος ποτέ δεν έβαλες, σαν κι αυτά που θα σου πω και μη θελήσεις να τα απαντήσεις εσύ με όσα πιστεύεις ότι ξέρεις. Άφησέ τα να αιωρούνται μέσα σου και περίμενε με ειλικρινή διάθεση να σου απαντήσει ο εσωτερικός σου άνθρωπος, αυτός δηλαδή που μάλλον δεν γνωρίζεις την ύπαρξή του.
Αυτά που θα μελετήσεις όμως, πήγαινε κάποια στιγμή σε μια εκκλησία κι αφού πάψεις να βλέπεις τα χρυσά που φορούν οι παπάδες όπως είπες, ζήτησε να σε βοηθήσει κάποιος από αυτούς που να είναι πνευματικός.
Με αυτόν λοιπό να κάνεις αρχή και αν δεις ότι δεν μπορεί να σου δώσει απαντήσεις, τότε ψάξε να βρεις έναν άλλον. Χωρίς πνευματικό πάντως, είναι σαν να βαδίζεις στο σκοτάδι ξυπόλητος κι εκεί όπου υπάρχουν πολλά κι επικίνδυνα αγκάθια.
Κάνε αυτό που σου λέω λοιπόν και θα δεις ότι αυτή είναι η σωστή σειρά επεξεργασίας δεδομένων κι όχι η προχειρότητα του εγωισμού που ενεδρεύει μέσα μας και μπορεί να κάνει το μυαλό μας μαντάρα, αν σου αρέσει η έκφραση.
Τα ερωτήματα όμως που πρέπει να βάλεις μπροστά σου είναι πάρα πολλά και δύσκολα κι αν τα συγκρίνουμε με τα θέματα που άφησες ανοιχτά με όσα μας είπες πριν λίγο, εγώ που δεν ξέρω πολλά επί του θέματος, θα πρέπει να μιλώ ένα μήνα προκειμένου να τα καλύψω όλα.
Εσύ όμως, καλό θα είναι να αρχίσεις από τα απλά ερωτήματα. Ρώτα λοιπόν τον εαυτό σου. Γιατί ζω σ’ αυτήν την ζωή; Γιατί γεννήθηκα άνθρωπος κι όχι βάτραχος ας πούμε; Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μου; Και τί πρέπει να κάνω προκειμένου να δικαιολογήσω την ζωή μου στον Θεό που μου την επέτρεψε;
Άρχισε με αυτά λοιπόν και μη βάζεις περισσότερα. Όταν μπεις σε μια σειρά με τον πνευματικό που θα επιλέξεις, τότε βάζε ένα, ένα κι άλλα ερωτήματα αν θέλεις. Τώρα πάντως κάνε αυτό που σου είπα και τίποτε περισσότερο.
Έτσι όπως είσαι τώρα όμως, μη συνεχίσεις, γιατί και χρόνο χάνεις και στο πουθενά βαδίζεις κι ας είσαι χαρούμενος, γιατί ο πονηρός είναι αυτός που σου επιτρέπει αυτήν την χαρά, προκειμένου να σε έχει δια παντός θύμα του.
Αυτά μόνον είπα του Ευδόξιου κι αφού ο Σταύρος θέλησε να φύγουμε, αλλά να τα πούμε ξανά και στο παγκάκι του πεζόδρομου αν είναι δυνατόν, του το υποσχέθηκα πηγαίνοντας προς τα αυτοκίνητά μας, ενώ ο καλοπροαίρετος Ευδόξιος, μας ακολουθούσε αρκετά προβληματισμένος μετά από όσα άκουσε.
Μιχάλης Αλταλίκης