Αναλάβαμε μεγάλες υποχρεώσεις απέναντι σ’ εκείνους τους ταλαίπωρους πρόσφυγες, αφού τους υποσχεθήκαμε ότι θα τους συμπαρασταθούμε και για να αντεπεξέλθουμε σε αυτές επαρκώς, ψάχναμε να βρούμε πως και με πια προσθήκη στις δραστηριότητες μας, θα μπορούσαμε να ενισχύσουμε τα επιπλέον έσοδα που χρειαζόμασταν.
Εκτός απ’ αυτό, ο πατέρας μου ήθελε να μεγαλώσει κάπως και τον δικό μου εμπορικό ορίζοντα, γι’ αυτό και βρήκε κατάλληλη την ευκαιρία τότε, ώστε να μου αναθέσει μια νέα εργασία τον Οκτώβριο που ακολούθησε.
Δεν ήταν βέβαια κάτι το σπουδαία αυτή και από μόνη της δεν έδειχνε ότι θα μπορούσε να μας φέρει κάποιο σοβαρό και ανάλογο των αναγκών μας έσοδο, αλλά επειδή ήταν μια απλή ευκαιρία εξάσκησης για μένα, ανέλαβα να κάνω τότε και την συλλογή των ξηρών καρπών από τους αγρότες.
Ελπίζοντας δε, ότι θα πολλαπλασίαζα κάπως περισσότερο το εισόδημα μας, προσέλαβα πέντε γυναίκες και μαζί τους αποφλοίωνα αμύγδαλα τα βράδια, έχοντας κατά νου να πουλήσουμε την ψίχα τους στους εμπόρους.
Εκ του αποτελέσματος όμως, τίποτε δεν πρόσθεσα στο εισόδημα μας, αφού ούτε εγώ, αλλά ούτε και οι γυναίκες ήξεραν πως και με πια τεχνική να σπάσουν τους φλοιούς των αμυγδάλων, γι’ αυτό και οι ψίχες κατέληγαν θρύψαλα. Σ’ αυτή την κατάσταση αυτές, δεν ήταν δυνατόν να μας φέρουν σοβαρή οικονομική βοήθεια, γι’ αυτό και σταμάτησα εκείνη την δραστηριότητα.
Ωστόσο, ακολουθώντας την νέα σχολική περίοδο, φοιτούσα στη πέμπτη τάξη του δημοτικού και όπως πάντα, έχοντας την ίδια αδυναμία ως προς την ανορθογραφία. Μας ανέλαβε νέος και πολύ αυστηρός δάσκαλος τότε, ο οποίος και δεν χαρίζονταν σε κανέναν μαθητή. Ήταν τόσο αυστηρός αυτός, που για να μάθει στα παιδιά γράμματα, όπως έλεγαν οι παλιότεροι, τα τιμωρούσε με τέτοιον τρόπο που θαρρείς και ότι έβγαζε το άχτι του επάνω τους.
Είχε δύο καθυστερημένα παιδιά αυτός, γι’ αυτό κι εμείς δικαιολογούσαμε την άσχημη συμπεριφορά του, η οποία και συμπεριελάμβανε τρεις λύσεις για όποιον βρισκόταν αδιάβαστος. Στην πρώτη περίπτωση, έπιανε με τα δυο του δάχτυλα τα παιδιά από το άνω χείλος και τα σήκωνε τόσο ψηλά από εκεί, όσο με τα βίας πατούσαν αυτά στα δάχτυλά των ποδιών τους. Στη δεύτερη περίπτωση, τα έπιανε από τα μαλλιά που έχουμε στις φαβορίτες και από εκεί τα σήκωνε να πατούν στις μύτες τον ποδιών τους. Η τρίτη περίπτωση ήταν πιο επώδυνη, γιατί χτυπούσε πολύ δυνατά με την βέργα, όποιον έβλεπε να αδιαφορεί για την ορθογραφία των λέξεων.
Εμένα δε, με απειλούσε συνεχώς εκτός των άλλων, ότι θα με αφήσει στην ίδια τάξη και τόσα χρόνια μάλιστα, όσα θα χρειαζόταν να μάθω να γράφω επιτέλους με ορθογραφία. Και για να σιγουρέψει την απόφαση του με αίμα, μου κομμάτιαζε τα ήδη πρησμένα από τις χιονίστρες χέρια μου, χτυπώντας με αλύπητα μ’ εκείνη τη βέργα κρανιάς που πάντα είχε έτοιμη στην έδρα του.
Ανεξάρτητα από το τι μου συνέβαινε στο σχολείο, παρατηρούσα και την καταναλωτική δραστηριότητα των νέων μας πελατών, τους πρόσφυγες, γι’ αυτό και τρόμαξα βλέποντας τον ρυθμό με τον οποίο αυτοί χρεώνονταν ασυλλόγιστα.
Σε μια σχετική κουβέντα που είχαμε με τον πατέρα μου, του επιστήσαμε την προσοχή για όσα επικίνδυνα βλέπαμε να κάνουν οι πρόσφυγες και με αυτή την ευκαιρία, προσπαθούσαμε να τον πείσουμε ώστε να εξετάσει ξανά και με προσοχή την προσφορά που μας έκανε κάποιος, όταν μας πουλούσε μια πολύ μεγάλη περιοχή της δυτικής Θεσσαλονίκης.
Την πουλούσε ένα ένα τεμάχιο αυτήν και σε οικόπεδα τότε και όπως μας το τόνισε, εμείς μπορούσαμε να πάρουμε σε πολύ καλή τιμή όσα οικόπεδα θέλαμε από την περιοχή του. Ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία αυτή για μας, γιατί με την αγορά εκείνων των οικοπέδων, θα μπορούσαμε να περισώσουμε την περιουσία μας που κινδύνευε να χαθεί ανά πάσα στιγμή.
Όταν επιτέλους πείστηκε ο πατέρας μου να εξετάσει την προσφορά του, εκείνος του αντιπρότεινε να μας την πουλήσει ολόκληρη, αντί του ποσού των δύο εκατομμυρίων και πέντε χιλιάδων δραχμών.
Είχαμε εκείνα τα χρήματα και θα μπορούσαμε να τα εξασφαλίσουμε κάνοντας εκείνη την αγορά και δεν ήταν ώρα να κάνει παζάρια ο πατέρας μου με τον ιδιοκτήτη, προκειμένου να του κόψει τα πέντε χιλιάρικα, επειδή η πρόσθεση τους του φαινόταν παράλογη. Έκανε δηλαδή παζάρια για τα πέντε επιπλέον χιλιάρικα, τη στιγμή που εμείς διακινδυνεύαμε να χάσουμε όλα τα δικά μας, ποντάροντας στις ειλικρινείς έστω υποσχέσεις των ανθρώπων, ότι θα πληρώσουν τα χρέη τους, τότε που θα πουλούσαν τα καπνά τους και τα δημητριακά τους, αυτά δηλαδή που ήλπιζαν ότι θα συλλέξουν από τα χωράφια τους.
Χασομέρησε αρκετά περιμένοντας να υποχωρήσει ο έχων την περιοχή και όταν επιτέλους πήρε την απόφαση να δεχθεί την προσφορά του έτσι όπως ήταν, μετάνιωσε ο ιδιοκτήτης και δεν ήθελε πλέον να μας την πουλήσει. Αφού μείναμε με τα χρήματα στα χέρια, θέλοντας και μη, τα διαθέταμε μετά για τις ανάγκες των πελατών μας και όντως ήταν πολύ αμφίβολο, το ότι θα μπορούσαν ποτέ να μας αποπληρώσουν αυτοί τα χρέη τους, όποια κι αν ήταν η παραγωγή τους.
Βλέποντας την ανησυχία μας, έλεγε ο πατέρας μου.
– Μη φοβάστε. Θα εξοφλήσουν τα χρέη τους οι άνθρωποι.
Δικαιολογούσε την θέση του έτσι, αλλά και μας μάλωνε συχνά πυκνά.
– Μα τι άνθρωποι είστε εσείς; Δεν υπολογίζετε καθόλου, το τι φτώχεια περνούν αυτοί οι άνθρωποι;
Μύριζε μπαρούτι η υπόθεση και από μακριά φαινόταν ότι ήταν πολύ κοντά η επερχόμενη καταστροφή, αλλά δεν ήθελε να τη δει ο πατέρας μου. Και δεν ήταν μόνον οι πρόσφυγες που χρεώνονταν ασυλλόγιστα τότε, αφού και οι παλιοί πελάτες μας άρχισαν να αυξάνουν τα χρέη τους.
– Κάλυψε με πίστωση τις ανάγκες των ανθρώπων αφού το θέλεις του έλεγα μια μέρα, αλλά ζήτησε τους τουλάχιστον να μας βάλουν ενέχυρο κάτι από τα υπάρχοντα τους. Τα σπίτια τους. Τα ζώα τους. Τα χωράφια τους, ή ότι άλλο έχει ο καθένας. Με αυτό το μέτρο και την καταναλωτική τους μανία θα περικόψουμε και ένα μέρος της δικής μας περιουσίας θα περισώσουμε.
Αυτός όμως, ούτε και να φανταστεί μπορούσε κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν ζητούσε από κανένα τίποτε, αλλά και με μάλωνε.
– Τι λες ρε; Μπορώ εγώ να τους πάρω τα σπίτια τους; Μπορώ να αφήσω τα παιδιά τους στον δρόμο, ή να τους πάρω τα χωράφια; Τι είναι αυτά που λες; Άμα θέλει ο Θεός να μας τα πάρει, ας τα πάρει. Ενέχυρα πάντως εγώ δεν ζητώ. Με ένα κουτί σπίρτα στη τσέπη ξεκίνησα. Θα ξαναρχίσω από την αρχή. Γι’ αυτό, μάθε εσύ γράμματα ώστε να εξασφαλίσεις τον εαυτό σου και άσε τον Θεό να κάνει ότι θέλει.
– Μα δεν χρειάζεται να τους πάρεις τα σπίτια ή τα υπάρχοντά τους, του έλεγα. Αν σου τα βάλουν όμως ενέχυρο, θα αναγκαστούν να εξοφλήσουν κάποια στιγμή τα χρέη τους. Χωρίς καμιά υποχρέωση όμως, τίποτε δεν θα σου δώσουν από αυτά που χρωστούν κι εσύ δεν είσαι έτοιμος να υποστείς αυτές τις συνέπειες και όπως σε βλέπω και με βλέπεις, θα κλαις αργότερα γι’ αυτή την πρόχειρη απόφαση που τώρα παίρνεις.
Ότι κι αν του έλεγα όμως, τίποτε δεν άκουγε, γι’ αυτό και έκανε στο τέλος αυτό που για τον ίδιον ήταν σωστό. Αφού όπως και αν το προσπαθούσα, δεν μπορούσα να αλλάξω το κακό που μας περίμενε, δεν είχα παρά να δεχθώ κι εγώ νηφάλια και μάλιστα χωρίς αγωνία το αποτέλεσμα όποιο κι αν ήταν αυτό, έστω και αν τα χάναμε όλα όπως το πληροφορήθηκα.
Μιχάλης Αλταλίκης