Η Παραμονή της αναχώρησης μου, η Κόρινθος και ο καλός κύριος

 stratosΑπό παλιά συνήθιζαν οι άνθρωποι να διασκεδάζουν τους φίλους τους, την προηγουμένη μέρα της στράτευσης τους, έτσι, για να φύγουν αυτοί χαρούμενοι από τα σπίτια τους και να μην σκέφτονται το κακό που πιθανόν θα τους περίμενε εκεί όπου θα πήγαιναν.

 Για τον ίδιο λόγο λοιπόν, τρεις μέρες διασκέδαζαν κι εμένα οι φίλοι μου, κάνοντας απανωτά πάρτι στο σπίτι μου. Μέχρι και τον παππού και την γιαγιά μου πήγαν και έφεραν από τον Σοχό, τους γονείς της μητέρας μου δηλαδή, προκειμένου να παρευρεθούν και αυτοί στο ξεπροβόδισμα του εγγονιού τους, πριν παρουσιαστεί στον στρατό.

 Αφού λοιπόν διασκεδάσαμε την αναχώρηση μου και μάλιστα παραπάνω απ’ όσο χρειαζόταν, ήρθε και η ώρα να τους αποχαιρετίσω. Δεν ήταν δυνατόν όμως να το δεχθούν αυτό στο σπίτι, γι’ αυτό και με συνόδεψαν μέχρι τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, από όπου θα έπαιρνα το λεωφορείο για την Αθήνα.

 Όλοι μαζί πήραν αυτή την απόφαση, γι’ αυτό και όλοι μαζί ήρθαν στον σταθμό και με τα πόδια, αφού δεν ήταν παραπάνω από τριακόσια μέτρα μακριά από το σπίτι μας. Ήρθαν λοιπόν εκεί οι γονείς μου μαζί με τους υπόλοιπους εκ των οικείων μου, μερικοί από τους γείτονες μας, οι κολλητοί μου και όλοι οι άλλοι που συμμετείχαν στο πάρτι.

 Με λίγα λόγια, ήταν στον Σταθμό εκείνη την ώρα περισσότεροι αυτοί που ήρθαν να αποχαιρετίσουν εμένα, απ’ αυτούς που θα ταξίδευαν μαζί μου για τα διάφορα κέντρα στράτευσης.

Λίγο πριν την αναχώρησή μας όμως, ήρθε να με αποχαιρετίσει και κείνος ο πελάτης του μαγαζιού μας, που πριν από καιρό μου ζητούσε αν ήθελα να μεσολαβήσει, ώστε με την συμμετοχή κάποιου φύλου του, να φροντίσει την επιλογή μου ως αξιωματικός, πράγμα που εγώ του το αρνήθηκα τότε.

 Αφού λοιπόν με αποχαιρέτισε και αυτός, μου έδωσε στο τέλος ένα φάκελο, με την παράκληση να τον παραδώσω σε κάποιον συγγενή του, όταν θα έφτανα στην Κόρινθο. Ωστόσο πρόσθεσε και κάτι επιπλέον.

 – Αν το στείλω με το ταχυδρομείο θα αργήσει πολύ κι εγώ θέλω να τον ενημερώσω για κάτι που είναι πολύ επείγον. Πήγαινε του λοιπόν αυτόν τον φάκελο και πες του να με κρατήσει ενήμερο. Σ’ ευχαριστώ εκ των προτέρων όμως και σου εύχομαι καλός στρατιώτης. Αν χρειαστείς κάτι εκεί που θα πας, πολύ θα χαρώ να μου το ζητήσεις.

 Αυτά μου είπε αυτός και αφού πήρα στα χέρια μου τον φάκελο που μου έδωσε, του υποσχέθηκα ότι θα τον παραδώσω αμέσως μόλις φτάσω στην Κόρινθο. Χαιρετηθήκαμε λοιπόν με τον πελάτη μας και ακόμη μια φορά χαιρετήθηκα από μακριά και από το παράθυρο του λεωφορείου με τους υπόλοιπους της συνοδείας μου.

 Υπήρχαν πολλά πούλμαν στον Σταθμό, όπως και πολλά ήταν τα παιδιά που ταξίδευαν για την Αθήνα. Αφού ταχτοποιήθηκαν στις θέσεις τους αυτά, ξεκίνησαν όλα μαζί σχεδόν τα πούλμαν. Όταν ξεκίνησε και αυτό που εγώ βρισκόμουν μέσα, είδα την μητέρα μου και την γιαγιά μου να κλαίνε, αλλά και να μου κουνούν τα μαντίλια τους.

 Καμιά πενηνταριά παιδιά ήμασταν και στο δικό μας πούλμαν και όλοι μας είχαμε τον ίδιο προορισμό. Την Κόρινθο. Με τους περισσότερους απ’ αυτούς γνωριζόμασταν από μικρά παιδιά, γι’ αυτό και από μέρες πριν συμφωνήσαμε μεταξύ μας στην ιδέα, του να φύγουμε μια μέρα νωρίτερα από το σπίτια μας, προκειμένου να μείνουμε ένα βράδυ ελεύθεροι στην Αθήνα.

 Και δεν μας έφτανε αυτό, αλλά επέμεναν οι περισσότεροι στην ιδέα, να πάμε μεν την επομένη στην Κόρινθο όποια ώρα ήθελε ο καθένας, αλλά στο στρατόπεδο να μπαίναμε όλοι μαζί και στις δώδεκα το βράδυ. Δεν συμφωνούσα μ’ εκείνη την ιδέα και αν ήμουν μόνος μου, ποτέ δεν θα  έκανα κάτι τέτοιο. Για να μην χαλάσω όμως την συνοχή της παρέας, υποχρεώθηκα στο τέλος, να ακολουθήσω το σκεπτικό τους.

 Όταν λοιπόν φτάσαμε στην Αθήνα, εγώ μαζί με άλλους τρεις από την μεγάλη παρέα, πήγαμε να συναντήσουμε έναν συμμαθητή μας. Ζούσε στην Αθήνα αυτός πια, γι’ αυτό και μας περίμενε στο σπίτι του. Από καιρό πριν είχε καταστρώσει το σχέδιο του και με βάση αυτό, ήθελε να μας ξεναγήσει στα στέκια της Αθήνας.

 Αφού τον συναντήσαμε και μετά και αφού κάναμε στην Αθήνα όσα παιδιάστικα μπορέσαμε, την επομένη το πρωί και Κυριακάτικα, πήραμε το λεωφορείο για την Κόρινθο. Ήταν Κυριακή πρωί όμως όταν φτάσαμε εκεί και όπως ήταν αναμενόμενο, ούτε και οι καφετέριες ήταν ανοικτές εκείνη την ώρα.

 Γυρίζαμε παντού μέχρι να βρούμε που θα πιούμε έναν καφέ τουλάχιστο και όσο σκεπτόμουν την συμφωνία που κάναμε με τους υπόλοιπους, έλεγα στους συνοδούς μου.

 – Χαζομάρα είναι τελικά το να περιμένουμε όλη τη μέρα εδώ, μέχρι που να έρθουν και οι υπόλοιποι. Και ακόμη ποιο χαζό είναι το να πάμε να  παρουσιαστούμε όλοι μαζί και στις δώδεκα το βράδυ, για να αποφύγουμε τα καψόνια, αυτά που μας είπαν ότι κάνουν πιθανών οι παλιοί στους νεοσύλλεκτους στρατιώτες.

  – Έλα τώρα, είπαν αυτοί. Μη γκρινιάζεις. Κάνε υπομονή μαζί με μας και περίμενε να δούμε τι θα γίνει.

 Σώπασα εγώ και όντως περίμενα μαζί τους, αλλά και κουράστηκα να γυρίζω άσκοπα στους δρόμους της Κορίνθου, γι’ αυτό και πήρα την απόφαση να παραδώσω τουλάχιστον κείνο το γράμμα που είχα στα χέρια μου, μήπως και έτσι περάσει η ώρα.

 Ρωτώντας λοιπόν όποιον συναντούσα μπροστά μου, βρήκα τον δρόμο που έψαχνα και σαν καλός ταχυδρόμος πήγαινα να παραδώσω το γράμμα που μου εμπιστεύθηκαν. Ήταν λίγο πριν τις δώδεκα όταν έφτασα στο σπίτι του παραλήπτη και όταν χτύπησα το κουδούνι της πόρτας τους, με υποδέχτηκε η γυναίκα του.

 Από την στάση της κατάλαβα ότι με περίμεναν και αυτός ήταν ο λόγος που με κρατούσε εκεί η γυναίκα του, μέχρι να επιστρέψει ο άντρας της τουλάχιστον. Αφού δεν είχα και τι άλλο να κάνω στην Κόρινθο όμως, περίμενα την άφιξη του ανθρώπου. Ήλπιζα βέβαια να έρθει γρήγορα αυτός, ώστε να επιστρέψω κι εγώ, εγκαίρως στην παρέα μου.

 Πράγματι και δεν άργησε να έρθει κι εφόσον χαρήκαμε για την γνωριμία μας και του μετέφερα μαζί με τα γραπτά και τα προφορικά χαιρετίσματα από τον συγγενή του, σηκώθηκα να φύγω, εξηγώντας τους και τον λόγο που με ανάγκαζε να το κάνω.

 Με πολλή πίεση όμως αυτοί από μέρος τους, όχι μόνον δεν μου το επέτρεπαν αυτό, αλλά και για φαγητό με κρατούσαν εκεί. Έμεινα αφού δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά και όχι μόνο για φαγητό έμεινα εκεί, αλλά και όλη την ημέρα με κράτησαν στο σπίτι τους.

 Αργά το απόγευμα πια, εξηγούσα στον νοικοκύρη του σπιτιού ότι έπρεπε να φύγω, γιατί με περίμεναν οι υπόλοιποι και ότι έπρεπε να παρουσιαστώ μαζί τους την ώρα που συμφωνήσαμε. Εκείνος όμως με κρατούσε στο σπίτι του, λέγοντας.

 – Μη στεναχωριέσαι γι’ αυτό. Κάθισε εδώ αφού τόσο καλά τα λέμε και θα σε πάω εγώ και μάλιστα ότι ώρα θέλεις εσύ στο στρατόπεδο.

 Μετά από κείνη την δήλωση, έμεινα κι εγώ να τους κάνω παρέα και όπως ήταν επόμενο, λέγαμε πολλά εκεί μαζί και γελούσαμε αρκετά με όσα εγώ τους εξιστορούσα. Με λίγα λόγια, ευχαριστήθηκαν οι άνθρωποι από την επίσκεψη που τους έκανα, γι’ αυτό και δεν με άφηναν να φύγω.

 Επέμεναν δε να με κρατήσουν και την νύχτα στο σπίτι τους, γι’ αυτό και απορούσα εγώ, για το πως θα πήγαινα εκπρόθεσμα στην μονάδα, αφού το αργότερο μέχρι τις δώδεκα το βράδυ έπρεπε να παρουσιαστώ.

 Εκείνος όμως, ο ευχάριστος κατά τα άλλα άνθρωπος, επέμενε να λέει τα ίδια και τα ίδια.

 – Μη στεναχωριέσαι. Θα σε πάω εγώ ο ίδιος το πρωί και μάλιστα με το αυτοκίνητό μου στο στρατόπεδο. Μείνε λοιπόν εδώ απόψε και μην ανησυχείς για τίποτε.

 Άκουγα τι έλεγε, ήθελα και να μείνω αφού μου άρεσε η παρέα του, αλλά και φοβήθηκα να κάνω αυτό που μου πρότεινε. Τούς ευχαρίστησα ωστόσο για την φιλοξενία που μου επιφύλαξαν και αφού με είδαν αποφασισμένο να φύγω, άκουσα και πάλι εκείνον τον καλόκαρδο να μου λέει.

 – Περίμενε λοιπόν λίγο ακόμη αφού έτσι θέλεις να κάνεις και θα σε πάω εγώ μέχρι το στρατόπεδο στις δώδεκα.

 Αφού πέρασε και εκείνη η προθεσμία που μου ζήτησε, σηκώθηκε ο συγγενής του πελάτη μας από την θέση του και αφού χαιρέτησα εγώ την γυναίκα του, όντως με πήγε μέχρι το στρατόπεδο και μάλιστα την ώρα που με περίμεναν οι υπόλοιποι έξω από την πύλη.

 Χαιρέτησα τον άνθρωπο που όλη την ημέρα με φιλοξενούσε στο σπίτι του και αφού πλαισίωσα τους υπόλοιπους της παρέας μου, μπήκαμε όλοι μαζί στο στρατόπεδο. Σαράντα άτομα λοιπόν και στις δώδεκα παρά πέντε όπως το είχαμε συμφωνήσει, περνούσαμε στον χώρο του στρατοπέδου και εκεί όπου μας περίμενε ένας λοχίας. Ήταν κάπως θυμωμένος όμως αυτός, γι’ αυτό μας κουνούσε το κεφάλι του.

 – Ωχ, είπα μέσα μου. Άρχισαν από την πύλη να βαρούν τα όργανα. Ποιος ξέρει άραγε το τι μας περιμένει μέσα.

 Αυτά σκεπτόμενος, γυρίσω το κεφάλι μου να δω, αν έφυγε εκείνος ο καλός κύριος ή ήταν ακόμη εκεί. Τον είδα όμως να με χαιρετά ακόμη μια φορά από μακρά και να γελά μάλιστα μαζί μας, βλέποντας τις δικές μας νεανικές ενέργειες.

 Ενώ αυτός έμπαινε στο αυτοκίνητο του προκειμένου να επιστρέψει στο σπίτι του, σαν στραβάδι εγώ όπως λένε τους νεοσύλλεκτους, αναζητούσα μαζί με τους υπόλοιπους και στα σκοτεινά, τον χώρο που έπρεπε να παρουσιαστούμε μέσα σ’ εκείνο το τεράστιο στρατόπεδο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *