Και κουμπάρος εγώ για την Θοδώρα

  Εκεί λοιπόν που πίναμε τον καφέ μας ήσυχοι με τους δύο φουσκωτούς φίλους μου, από μόνο του θα λέγαμε μπήκε το θέμα της Θοδώρας στην κουβέντα μας, γιατί και σ’ αυτούς έκανε εντύπωση η δόλια συμπεριφορά των μελών της οικογένειάς της, όσο κι αν έκαναν προσπάθειες να μας την κρύψουν με ψεύτικες υποσχέσεις, σε όσα αναγκάστηκαν κατά κάποιον τρόπο να συναινέσουν εκείνη την ώρα.

Την συμπεριφορά τους δηλαδή σχολιάζοντας εκτενέστερα εκεί και οι φίλοι μου συμπέραναν, ότι ο πατέρας της μεν φαινόταν να κουβεντιάζει το θέμα μαζί μου, αλλά η μάνα της είχε το πρόσταγμα πίσω από αυτόν κι ας μην έλεγε τίποτε εκείνη την στιγμή.

Η αδελφή της πάλι, μιλούσε μεν, αλλά κι έψαχνε να βρει κάποιο κίνητρο στην δική μου πρόθεση να γίνω κουμπάρος. Ο δε σύζυγός της, κοιτούσε από απόσταση την παρουσία μας, αλλά και με κάποια αγονία στο πρόσωπο του παρακολουθούσε την εξέλιξη της κουβέντας μας.

Με λίγα λόγια, δεν ήρθαν εκεί απροετοίμαστοι να γνωρίσουν αυτόν που ήθελε να γίνει κουμπάρος της Θοδώρας. Ήρθαν να δουν όλοι μαζί, ποιο ήταν το κίνητρό του και πως θα μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν όταν ερχόταν η ώρα του.

Μας δούλευαν δηλαδή όταν συμφωνούσαν μαζί μου και μαζί μ’ εμένα, δούλευαν και την εύπιστη Θοδώρα, όπως και τον απονήρευτο Αιγύπτιο άλλωστε, τους οποίους άφησαν να χαίρονται με την πιθανότητα να παντρευτούν κάποια μέρα, αφού όπως έδειχνε το πράγμα, βρέθηκε πρόθυμος κουμπάρος να τους παντρέψει.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, μας κακοφάνηκε ο εμπαιγμός τους κι εμένα ακόμη περισσότερο θα έλεγα από τους φίλους μου, γιατί δεν μου αρέσει να με κοροϊδεύουν. Ποιο πολύ όμως μου κακοφάνηκε, γιατί κορόιδευαν την εύπιστη Θοδώρα και τον αγαθό Αιγύπτιο. Για καθυστερημένη την υπολόγιζα αυτήν όπως σας είπα κι ως τέτοια, σε κανέναν δεν θα επέτρεπα να την κοροϊδεύει.

Κι επειδή αυτό το έκανε το οικογενειακό της περιβάλλον, δεν μπορούσα να το ανεχτώ. Αυτός λοιπόν ήταν κι ο δικός μου λόγος που πήρα την απόφαση να γίνω τελικά κουμπάρος τους, ώστε να τους προστατέψω αν μπορούσα από τους οικείους τους, έστω κι αν το έκανα ανάμεσα από τα δικά μου προβλήματα, αφού αυτά που αντιμετώπιζαν αυτοί ήταν αρκετά επικίνδυνα, τόσο για την σωματική, όσο και για την διανοητική τους υγεία.

Αφού λοιπόν πήρα την απόφαση να κάνω αυτό που τους υποσχέθηκα, εσκεμμένα τους ζήτησα χρόνο δεκαπέντε ημερών, ώστε και αυτούς να προβληματίσω, ή να αναγκάσω την πραγματική αντίδρασή τους, αλλά και χρόνο θέλησα να έχω μπροστά μου για μια μικρή έρευνα που σκέφτηκα να κάνω, πριν μπω στην διαδικασία να γίνω κουμπάρος τους.

Αυτό λοιπόν επιδιώκοντας, στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς τους πήγα μια μέρα, όπου και θέτοντας τον λόγο της σχέσης που ήθελε να κάνω με την συγκεκριμένη οικογένεια, έμαθα ότι δεν ήταν καλά η Θοδώρα, όπως κι ο Αιγύπτιος βέβαια, γιατί πολλά προκαλούσαν στην πολυκατοικία που ζούσαν. Όσο για τον πατέρα της, μου είπαν ότι καθόλου καθαρός δεν ήταν, αφού άνετα μπορούσε να λύσει τα θέματα αντί να τα συντηρεί, για λόγους πάντα, που εύκολα κανείς μπορούσε να υποθέσει.

Μετά από το αστυνομικό τμήμα, έναν ένοικο της πολυκατοικίας τους πήγα να συναντήσω, γιατί από το όνομά του και μόνον που μου είχε αναφέρει κάποια στιγμή ο Αιγύπτιος, σε κάποιον γνωστό μου με παρέπεμπε.

Όταν τον είδα να μου ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, ασφαλώς και τον αναγνώρισα, οπότε αυτός πια, ένα σωρό μου ανάφερε κατά της Θοδώρας και του Αιγύπτιου, λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς τους βέβαια, αλλά και για ολόκληρη την οικογένεια είχε να πει πολλά εις βάρος τους, γι’ αυτό και μου προέτρεπε να μην μπω καν στην διαδικασία να γίνω κουμπάρος τους, γιατί όλοι μαζί ήταν αλλόκοτοι.

Μου προέτρεψε μάλιστα, να επισκεφτώ και μια άλλη οικογένεια της ίδιας πολυκατοικίας, η οποία ανήκε στο πολύ κοντινό συγγενικό τους περιβάλλον, από τους οποίους θα μάθαινα πολλά περισσότερα αν ήθελα να ολοκληρώσω τον σκοπό μου.

Κι αυτό έκανα στην συνέχεια λοιπόν, οπότε, από πρώτο χέρι άκουγα πλέον, γιατί είχε αυτήν την συμπεριφορά η Θοδώρα, όπως κι ο Αιγύπτιος και γιατί η μάνα ήταν όλη την ημέρα στο πανόραμα, όπως και γιατί ο πατέρας της εξανάγκαζε την Θοδώρα να αντιδρά άσχημα.

Με κάθε λεπτομέρεια δηλαδή μου εξήγησαν στην συνέχεια τους λόγους που φερόταν άδικα προς την Θοδώρα, όπως και τους λόγους που τους υποχρέωναν να ζουν προκλητικά υπέρ της μικρότερης κόρης τους. Την άδικη συμπεριφορά τους καυτηριάζοντας δε, με πολύ θέρμη με προέτρεπαν, ώστε να προχωρήσω την σχέση που θέλησα να αποκτήσω μαζί τους, αλλά και περισσότερα μου έλεγαν στην συνέχεια.

Επτά και πλέον εκατομμύρια τον μήνα εισόδημα έχουν κύριε Μιχάλη, εκτός από τα ενοίκια που ανήκουν στην Θοδώρα κι όλα αυτά τα διαθέτουν για την μικρότερη κόρη τους κι αυτό το κακόμοιρο, με μανία θαρρείς προσπαθούν να το κλείσουν σε κάποια κλινική. Άρρωστο είναι βέβαια, αλλά θα μπορούσαν να το κάνουν καλά και μόνον με τα δικά του χρήματα. Αυτοί όμως, όλα στην μικρότερη τα διαθέτουν.

Και χωρίς να τους το ζητήσω, ακόμη και την σύσταση του ψυχίατρου μου έδωσαν, αυτού δηλαδή που παρακολουθούσε πριν από αρκετό καιρό την Θοδώρα, προκειμένου να τον επισκεφτώ και να ακούσω κι από τον ίδιο, ότι όχι μόνον δεν δέχτηκαν την γνωμάτευσή του, αλλά ούτε και την συνεργασία που τους ζήτησε δέχτηκαν.

Αυτός μάλιστα κι εμάς παρακαλούσε έλεγαν, ώστε να τον βοηθήσουμε στην προσπάθεια του να πείσει τους γονείς της να τον επισκεφτούν. Αυτοί όμως, ποτέ δεν πήγαν να τον ακούσουν. Πήγαινε λοιπόν να τον ακούσεις εσύ κι από τον ίδιο θα μάθεις περισσότερα από αυτά που εμείς σου λέμε.

Μετά κι από αυτά που άκουσα από τους συγγενείς τους, ήταν επόμενο πια ότι θα έφτανα και στον ψυχίατρο. Πήγα και τον βρήκα λοιπόν αφού ήθελα να ξέρω τι κάνω και που πατώ, αλλά κι αυτός, με κάθε λεπτομέρεια μου μίλησε για την κατάσταση της Θοδώρας, τόσο για την περίοδο που την βρήκε σε κακό χάλι, όσο και για την άρνηση των οικείων της να συνεργαστούν μαζί του, προκειμένου να την επαναφέρουν στα φυσιολογικά.

Αναφερόμενος δε στην σχέση που εγώ του είπα ότι ήθελα να αναπτύξω μαζί τους, με συμβουλευτικό τρόπο μου έλεγε, ότι πήγαινα φυρή, φυρή να μπλέξω σε ατέρμονες περιπέτειες.

Σχολιάζοντας δε και με καυστικό τρόπο μάλιστα την απαράδεχτη όπως τόνιζε συμπεριφορά των γονιών της Θοδώρας, μου προέτρεπε να αποφύγω αυτό που σκέφτηκα να κάνω, αφού αυτοί οι γονείς, αδίστακτα παίδευαν το ένα τους παιδί υπέρ του άλλου ενεργώντας, όπως του το πληροφόρησαν και κάποιοι ασθενείς του, από αυτούς που ζούσαν στην ίδια γειτονιά με την οικογένεια και πολλά συμπέραναν από αυτά που έβλεπαν κι άκουγαν καθημερινά.

Κι αυτοί δηλαδή του είπαν ότι μονίμως προσπαθούσαν να την κλείσουν κάπου οι γονείς της, ώστε να μην τους είναι εμπόδιο. Γι’ αυτό λοιπόν πρόσθεσε, πρόσεχε τι πας να κάνει. Αν γίνεις κουμπάρος τους όπως μου λες, έχε τον νου σου συνεχώς προς την Θοδώρα, γιατί θα καταφέρουν να την κλείσουν κάπου, πριν ακόμη προλάβεις εσύ να την παντρέψεις με τον Αιγύπτιο.

Όπως το πληροφορήθηκα κι αυτό όμως, ούτε κι αυτός είναι καλά, γιατί από την αναφερθείσα συμπεριφορά του, για σχιζοφρενής μου φαίνεται αν και ποτέ δεν τον εξέτασα. Πρόσεχε λοιπόν όπως σου είπα, αλλά κι αν τελικά το αποφασίσεις, προστάτεψε την Θοδώρα από τον πονηρό πατέρα της, γιατί δεν θα καταλάβεις πότε θα την εξαφανίσει από το οπτικό σου πεδίο.

Αυτά λοιπόν μου είπε κι ο ψυχίατρος κι αφού όλα όσα άκουσα εκείνο το δεκαπενθήμερο, γέμισαν με αρνητικές σκέψεις το μυαλό μου, θα έπρεπε να αποχωρίσω από την ιδέα του να γίνω κουμπάρος τους. Άλλωστε καμιά υποχρέωση δεν με ανάγκαζε να το κάνω.

Να όμως που η Θοδώρα κινδύνευε να φτάσει στο διανοητικό μηδέν πάλι κι αυτό, ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το παραβλέψω. Με αυτόν τον λογισμό στο μυαλό δηλαδή, αμέσως τους επισκέφτηκα μόλις μου τηλεφώνησαν ο Αιγύπτιος και η Θοδώρα, από το τηλέφωνο του πατέρα της αφού αυτοί δεν είχαν, προκειμένου να μου θυμίσουν, ότι πέρασαν οι δέκα πέντε μέρες προθεσμίας που τους ζήτησα κι ότι ήταν έτοιμοι και με περίμεναν στο σπίτι τους.

Πήγα λοιπόν αφού τους το υποσχέθηκα και ήταν η πρώτη επίσκεψη που τους έκανα. Όταν μπήκα στο σπίτι τους όμως, διαπίστωνα επακριβώς όσα μου αναφέρθηκαν προγενέστερα, αφού και το πιατάκι της γλάστρας είδα να βρίσκεται πάνω στον άδειο πάγκο της κουζίνας τους.

Κι όταν μου έδειξαν το κρεβάτι τους, με το στόμα ανοιχτό έμεινα, γιατί πράγματι μια κουρελού σκέπαζε τις σούστες του και πάνω σ’ αυτήν κοιμόταν όπως έδειχναν τα πράγματα. Και κάτι παλιά σκεπάσματα που είχαν πρόχειρα αφημένα στην άκρη του κρεβατιού τους, φανερά έδειχναν και το πώς σκεπαζόταν οι άνθρωποι.

Μετά από την κρεβατοκάμαρα όμως, με πέρασαν και στο σαλόνι τους βέβαια, μέσα στο οποίο είδα μερικές καρέκλες και μια παλιά πολυθρόνα να το στολίζουν κι αφού τον κουμπάρο τους υποδέχονταν, σ’ αυτήν με έβαλαν να καθίσω μέχρι να έρθουν και οι γονείς της Θοδώρας όπως τους το είχα ζητήσει.

Μέχρι να έρθουν κι αυτοί όμως, μελετούσα τα υπάρχοντα στο σπίτι τους, όπως και την συμπεριφορά των ανθρώπων που ήταν γονείς. Εν τάξη έλεγα μέσα μου, καθυστερημένη διανοητικά είναι η κόρη τους. Αντί να φροντίζουν αυτήν που είχε ανάγκη προστασίας κι ενδιαφέροντος, έπρεπε να την εγκαταλείψουν και στην θέση της να παρουσιάζουν ως πριγκηπέσα την δεύτερη κόρη τους;

Πράγματι λοιπόν ήταν άδικη η συμπεριφορά τους, ακόμη κι αν η Θοδώρα ήταν καλά από διανοητικής πλευράς. Το ότι δεν ήταν όμως, έκανε την αδικία τους να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη και σε σημείο μάλιστα που να δείχνει σαδιστική.

Τέτοια και παρόμοια σκεφτόμουν μέχρι να έρθουν οι γονείς της, αλλά αργούσαν να εμφανιστούν, οπότε, για τρίτη φορά πήγε να τους καλέσει ο Αιγύπτιος. Αντί να έρθουν μαζί όμως, μόνος του εμφανίστηκε ο πατέρας της και για να δικαιολογήσει την απουσία της γυναίκας του, έλεγε ότι της πονούσε το κεφάλι, γι’ αυτό και δεν μπορούσε να έρθει.

Ακούγοντας την αναφορά του ο Αιγύπτιος, όπως και η Θοδώρα βέβαια, αμέσως αντέδρασαν για την αδυναμία της μητέρας της  αφού όπως του έλεγαν, ήταν πολύ καλά πριν από λύγο και τίποτε δεν είχε. Άκουσε αυτός την αντίδρασή τους, αλλά καμιά σημασία δεν τους έδωσε και πριν καθίσει σε μια καρέκλα απέναντι από εμένα, πάλι με κοιτούσε ερευνητικά, σαν να με έβλεπε για πρώτη του φορά.

Τον έβλεπα κι εγώ βέβαια και τον έβλεπα για τρίτη φορά μπροστά μου. Εκείνη την φορά όμως ήταν τελείως διαφορετικά ντυμένος. Δεν φορούσε δηλαδή το κουστούμι του όπως τις προηγούμενες φορές. Ούτε και γραβάτα φορούσε. Και μαζί με αυτά, ξέχασε να πάρει μαζί του και το ύφος του καρδινάλιου που διατηρούσε ως οικονομικά ευκατάστατος.

Ασφαλώς και δεν μπορούσα να ξέρω τον ακριβή λόγο που τον έκανε να παρουσιαστεί σαν καρναβάλι μπροστά μας εκείνη την ώρα, γιατί φορούσε πρέπει να σας πω ένα παλιό πουκάμισο κι ένα παντελόνι από αυτά που θα λέγαμε ότι ήταν κάποιου κηπουρού.

Αυτό μάλιστα, το κρατούσε δεμένο στην μέση του με ένα σχοινί αντί για ζώνη, από αυτά που βλέπουμε να δένουν τα τσουβάλια με τις πατάτες. Στο σπίτι του θα μου πείτε ήταν ο άνθρωπος και κάπως πρόχειρα θα ήταν ντυμένος σε κάθε περίπτωση, έστω κι αν σκόπευε να υποδεχθεί έναν ανεπιθύμητο κουμπάρο.

Το σχοινί στην μέση του όμως, όπως και το παντελόνι του κηπουρού που φορούσε, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσα να το δικαιολογήσω, αφού ούτε κήπο είχε, ούτε και ώρα κατάλληλη ήταν για τέτοιες εργασίες, αλλά και καθόλου δεν τον κολάκευε μια τέτοια ενδυμασία.

Έκανα πως δεν έβλεπα λοιπόν τα καραγκιοζλίκια του κι αφού αυτός έπρεπε να μου δώσει απαντήσεις εκ μέρους της οικογένειάς του, για τον λόγο που βρισκόμουν εκεί, περίμενα να ακούσω την απόφαση τους όπως τους το ζήτησα, για το αν ήθελαν δηλαδή να γίνω κουμπάρος της κόρης τους, ή όχι.

Κι αφού γι’ αυτόν τον λόγο υποχρεώθηκε να δεχθεί μια συνάντηση μαζί μου, ήθελε δεν ήθελε, έλεγε με αλλοιωμένη την φωνή του μετά από λίγο, εκ μέρους των μελών της οικογένειάς του πάντα, ότι όπως και το έβλεπα, φτωχοί άνθρωποι ήταν κι ότι ασφαλώς θα ήθελαν να δουν την Θοδώρα παντρεμένη. Απορούμε όμως πρόσθεσε και με την δική σου επιμονή να θέλεις γίνεις κουμπάρος σε δυο τρελούς ανθρώπους.

Το τελευταίο μάλιστα, με πολύ καθαρή και δυνατή φωνή άφησε να ακουστεί. Και για να το εμπεδώσω καλύτερα μάλλον αυτό που είπε, μου το επανέλαβε. Δεν βλέπεις δηλαδή ότι η Θοδώρα είναι τρελή; Πως λοιπόν αποφάσισες να γίνεις κουμπάρος της;

Ακούγοντας η Θοδώρα αυτά που έλεγε ο πατέρας της, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Όρμισε κατά πάνω του δηλαδή κι αν δεν ήταν ο Αιγύπτιος εκεί να την συγκρατήσει, μπορεί και να τον χτυπούσε. Του έλεγε όμως κάτι για να ξεσπάσει τον θυμό της. Μπράβο. Μπράβο. Καλός πατέρας είσαι, να λες την κόρη σου τρελή γιατί έτσι σας βολεύει.

Την έκοψα κι εγώ όμως κι όπως έπρεπε, έλεγα εγώ πια στον πατέρα της και μάλιστα πολύ υποτιμητικά για την συμπεριφορά του. Άκου να σου κύριε Σ…. Όταν πήγαινες εσύ όπως λέει μια παροιμία μας, εγώ δεν γύριζα απλώς, αλλά έξη φορές πήγα και ήρθα κι εσύ ακόμη πηγαίνεις.

Πρέπει να σου πω λοιπόν, ότι καθόλου δεν με ενδιαφέρει η οικονομική σας κατάσταση, αν κι από πρώτο χέρι ξέρω πόσα ακριβώς πέφτουν στον οικογενειακό σας κορβανά, εκτός βέβαια από αυτά που πέφτουν στον λογαριασμό της Θοδώρας κι αδίκως εσύ τα διαχειρίζεσαι υπέρ της μικρότερης κόρης σου.

Κακώς λοιπόν φόρεσες σχοινί στο παντελόνι σου αντί για ζώνη και πολύ κακώς φόρεσες το παντελόνι του κηπουρού, για να μας μπερδέψεις.  Θα γίνω κουμπάρος τους εγώ, έστω κι αν είναι τρελοί και οι δυό τους, για να τους προστατεύσω από τους άδικους και σαδιστές γονείς τους. Κι από όσα βλέπω τώρα να γίνονται εδώ, εσείς οι γονείς της είστε τρελοί και μάλιστα περισσότερο από την Θοδώρα που κατηγορείς.

Όχι, εγώ, Όχι, εγώ φώναζε αυτός με δυνατή φωνή. Αυτή είναι τρελή.  Αυτή είναι τρελή έλεγε επανειλημμένα και συνεχώς έδειχνε την Θοδώρα. Κι έτσι που το λες να είναι του έλεγα κι εγώ για να τον αποστομώσω, από τους γονείς της κληρονόμησε την τρέλα της. Κι αφού από αυτούς την κληρονόμησε, αυτοί επιβάλετε και να την φροντίζουν. Να την φροντίζουν λοιπόν κι όχι να την κλείνουν στις κλινικές για να την ξεφορτωθούν.

Αν ακούγατε τον ψυχίατρο του πρόσθεσα, τώρα η κόρη σας θα ήταν καλά. Αν την ήθελε και η αδελφή της καλά, δίπλα της θα την είχε κι όχι κλεισμένη σε ψυχιατρική κλινική. Γι’ αυτό λοιπόν, μαζέψτε την δική σας τρέλα και μη τολμήσετε να την στείλετε ξανά σε κλινική, γιατί θα έχετε να κάνετε μαζί μου πλέον. Άκουσες κύριε τάδε;

Όσο για τον γάμο τους, θα τον κάνω όποτε μου πουν τα παιδιά, είτε το θέλετε εσείς, είτε όχι. Δώσε τα χαιρετίσματά μου στη γυναίκα σου λοιπόν και πες της εκ μέρους μου, ότι ο κουμπάρος δεν κάνει πίσω. Θα τους παντρέψει με το έτσι θέλω και τότε που θα του το ζητήσει η Θοδώρα.

Αυτά του είπα όρθιος πια κι αφού ήμουν αρκετά θυμωμένος με όλο το οικογενειακό τους περιβάλλον, έφυγα και με δύναμη έκλεισα την πόρτα τους πίσω μου. Με συνόδευσε ο Αιγύπτιος βέβαια και στην είσοδο της πολυκατοικίας τους σταματώντας με, μου υποσχόταν ότι θα με κρατούσε ενήμερο για όσα προέβλεπε να συμβαίνουν από εκεί και μετά στο σπίτι τους και εις βάρος της Θοδώρας πάντα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *