Ούτε δέκα μέρες δεν πέρασαν από την στιγμή που συναντηθήκαμε με τον πατέρα της Θοδώρας στο σπίτι της και με αρκετή αγονία στην φωνή του μου έλεγε από το τηλέφωνο του περιπτέρου της γειτονιάς τους ο Αιγύπτιος, ότι δεν έβρισκε πουθενά την Θοδώρα.
Και τον πεθερό του που ρώτησε ανήσυχος να του πει εκείνο το πρωινό τι έγινε κι αν την έκλεισε σε κάποια κλινική, ή όχι, δεν πήρε κάποια απάντηση που να τον ησυχάζει, γιατί όπως του είπε, ούτε κι αυτός ήξερε να του πει κάτι σχετικό με την εξαφάνισή της, αν και τον βεβαίωσε ότι πουθενά δεν την έκλεισε.
Μετά από αυτά που άκουσα από τον Αιγύπτιο κι εγώ κάλεσα τον πεθερό του να μου πει πού πήγε, αν πήγε κάπου την Θοδώρα, σκοπεύοντας να τους δείξω περισσότερο, ότι δεν ήμουν διατεθειμένος να την αφήσω απροστάτευτη στα χέρια του.
Απολογούμενος όμως αυτός, έλεγε ότι πράγματι δεν ήξερε τι απάντηση να μου δώσει, γιατί ούτε κι αυτός γνώριζε να μου πει που πήγε από μόνη της. Με αυτήν την ευκαιρία όμως, πάλι τον απειλούσα για να μην ξεχαστεί και κάνει καμιά ζαβολιά εις βάρος της κόρης του.
Σε πιστεύω του είπα, αλλά αν έκλεισες κάπου την Θοδώρα, θα την βρω κι αλίμονό σου αν της έκαναν κάτι ανεπανόρθωτο εκεί. Τον απειλούσα βέβαια, αλλά και ανάποδο μου φαινόταν. Είναι δυνατόν έλεγα στον εαυτό μου, να απειλεί κάποιος τον πατέρα ενός παιδιού, έστω κι αν είναι κουμπάρος του κι ο πατέρας του να είναι ο απολογούμενος;
Αυτό σκεφτόμουν δηλαδή και απορούσα με την αντίδρασή του, γιατί τίποτε δεν έλεγε για την παρέμβασή μου στην καθαρά οικογενειακή τους υπόθεση κι αυτό ήταν που με έκανε να υπολογίζω πια, ότι μάλλον είχε λερωμένη την φωλιά του.
Αυτήν την εκδοχή θέλοντας να διευκρινίσω στην συνέχεια, έστειλα τον Αιγύπτιο να ψάξει την Θοδώρα στην κλινική που την πήγαινε συνήθως ο πατέρας της. Επιστρέφοντας από εκεί αυτός, μου είπε ότι ούτε εκεί την βρήκε.
Θυμήθηκε όμως, ότι κι άλλη φορά έκανε κάτι παρόμοιο αυτή κι όταν επέστρεψε μετά από τρείς μέρες, του είπε ότι πήγε από μόνη της εκδρομή στην Καβάλα, όπου κι έμεινε σε κάποιο ξενοδοχείο για ξεκούραση όπως του δικαιολογήθηκε.
Απόρησα βέβαια με την διάθεση της Θοδώρας να κάνει εκδρομές από μόνη της, αλλά και τι μπορούσα να πω για ένα μυαλό τόσο μπερδεμένο όπως ήταν το δικό της; Ροτόντας όμως τον Αιγύπτιο να μου πει, αν θυμόταν αυτός τουλάχιστον, ποιο ήταν το όνομα του ξενοδοχείου ώστε εκεί να την ψάξω, μου είπε πολύ στεναχωρημένος ότι δεν το θυμόταν.
Μη μπορώντας λοιπόν να κάνουμε κάτι άλλο προκειμένου να την βρούμε κάπου, περιοριστήκαμε στο να περιμένουμε υπομονετικά την εμφάνισή της, όπως κι όποτε επέλεγε αυτή να την κάνει. Αν δεν εμφανιζόταν σύντομα όμως, είχα σκοπό να την ψάξω εγώ πια και μάλιστα στην γνωστή κλινική και τότε θα τα έβαζα για τα καλά με τον πατέρα της.
Την τρίτη μέρα της απουσίας της εμφανίστηκε τελικά για καλή μας τύχη, οπότε, μαζί με τον Αιγύπτιο μου έλεγαν από το τηλέφωνο του γνωστού περιπτέρου, ότι στην Καβάλα πήγε πάλι με σκοπό να ξεκουραστεί στο ξενοδοχείο που ήξερε, γιατί ο πατέρας της πρότεινε να μπει στην κλινική για τον ίδιο λόγο.
Τέλος καλό όλα καλά λοιπόν όπως λέμε σε τέτοιες περιπτώσεις κι αφού βρέθηκαν αυτοί μεταξύ τους, τίποτε δεν χρειαζόταν να κάνω, ή να τους πω εγώ. Ευτυχώς μόνον έλεγα στον εαυτό μου, που δεν χρειάστηκε να ψάχνω την Θοδώρα στην κλινική. Αυτό το ενδεχόμενο βέβαια, πάλι με έβαλε σε σκέψεις κι όπως το συνήθισα πλέον, μελετούσα την συμπεριφορά του πατέρα της.
Ένας πατέρας έλεγα, υποχρεούται να προστατεύει το παιδί του από οποιονδήποτε θα ήθελε να του κάνει κακό, πολύ δε περισσότερο να το προστατεύει, όταν αυτό βρίσκεται στην διανοητική κατάσταση της Θοδώρας.
Το να αναλαμβάνει κάποιος ξένος όμως αυτήν την υποχρέωση και να προστατεύει έναν καθυστερημένο διανοητικά άνθρωπο από τις κακές διαθέσεις του πατέρα του, ή από αυτούς που αποτελούν το οικογενειακό του περιβάλλον, αυτό και αλλόκοτο είναι και πολύ δύσκολο ως προς την αντιμετώπισή του είναι.
Όπως καταλαβαίνετε κι εσείς, σε πολύ δύσκολη θέση βρισκόμουν εκείνο το διάστημα, γιατί είχα να αντιμετωπίσω ένα πολύ αλλόκοτο θέμα και δεν ήταν καν δικό μου. Μια κι έληξε ευνοϊκά όμως το νέο περιστατικό της Θοδώρας, τους άφησα να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τις επόμενες κινήσεις τους κι όπως το είχα προγραμματίσει κι αυτό πριν από λίγες μέρες, στην Μητρόπολη της πόλης μας πήγα να πληροφορηθώ, τι έπρεπε να κάνω, προκειμένου να βαφτίσω έναν μουσουλμάνο σε χριστιανό και πως μετά από αυτό να τον παντρέψω με μια Ελληνίδα.
Αφού άκουσαν οι ιερείς το αίτημά μου, ασφαλώς και μου υπέδειξαν την διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσω για την πρώτη φάση και μαζί με αυτό, μου υπέδειξαν στην συνέχεια κι από πια εκκλησία της ενορίας τους θα μπορούσα να ζητήσω την τέλεση του συγκεκριμένου μυστηρίου.
Προετοιμασμένος καθώς ήμουν λοιπόν, επισκέφτηκα την εκκλησία που μου πρότειναν κι όπως έπρεπε, κουβέντιασα το θέμα μου με τον ιερέα. Ακούγοντας κι αυτός το αίτημά μου, ευχαρίστως μου όρισε ημερομηνία για την τέλεσή του. Όσο για το μυστήριο του γάμου, μου είπε ότι θα μου όριζε αργότερα την ημερομηνία της τέλεσής του κι όταν έβρισκε κενό χρόνου ανάμεσα από άλλες και παρόμοιες υποχρεώσεις.
Αφού μου προσδιόρισε όμως την ημερομηνία της βάφτισης πρώτα, έδωσα στον Αιγύπτιο και γραμμένο σέ ένα χαρτί μάλιστα το όνομα της εκκλησίας, την ημερομηνία, όπως και την ώρα που θα γινόταν το μυστήριο, ώστε και κάποιο λάθος να αποφύγουμε, αλλά κι έγκαιρα να προετοιμαστούν αυτός και η Θοδώρα.
Μαζί με αυτό βέβαια, του είπα να καλέσει και τους γονείς της Θοδώρας, ώστε να έρθουν κι αυτοί στην εκκλησία προκειμένου να παραστούν στο μυστήριο, για να μην μας πουν αργότερα, ότι θέλαμε να παραβρεθούμε αλλά δεν μας καλέσατε.
Όσο για τον γάμου τους, του είπα να μην ανησυχεί, γιατί συμφωνήσαμε με τον ιερέα να συζητήσουμε το θέμα αργότερα. Πήρε λοιπόν το χαρτί με την ενημέρωση στα χέρια του ο Αιγύπτιος κι όπως του είπα να κάνει, πράγματι πήγε να αναφέρει στα πεθερικά του πρώτα τα σχετικά με την βάφτισή του, όπως κι αυτά που αφορούσαν τον γάμο τους.
Σαν άκουσαν όμως τα πεθερικά του τα καθέκαστα, κατάλαβαν πια ότι ήμουν αποφασισμένος να κάνω αυτό που τους υποσχέθηκα, οπότε, τίποτε δεν επιχείρησαν κατά της Θοδώρας στο επόμενο διάστημα.
Αντιθέτως, πήραν μέρος στην βάφτιση όταν ήρθε η ώρα κι όταν ακούστηκε το όνομα Παναγιώτης για τον Αιγύπτιο, φανερά έδειξαν την ικανοποίησή τους προς όλους τους καλεσμένους μας, τόσο προς αυτούς που οι ίδιοι κάλεσαν, όσο και προς αυτούς που εμείς καλέσαμε.
Εμάς δε, την οικογένεια μου δηλαδή και το τραπέζι μας έκαναν στην συνέχεια, αφού κι επισήμως πια ήμασταν κουμπάροι. Μαζί με την δική μου οικογένεια όμως, κάλεσαν στο τραπέζι και την οικογένεια του κουνιάδου μου, όπως κάλεσαν και τους δύο φουσκωτούς φίλους μου που είδαν να παραβρίσκονται στο μυστήριο.
Δεν παρέλειψαν όμως να καλέσουν και πολλούς από τους δικούς τους κοντινούς συγγενείς κι έτσι, όλοι μαζί πια, μια ταβέρνα γεμίσαμε. Όσον αφορά τα έξοδα που κάναμε, όλα ο πεθερός τα πλήρωσε, αφού ούτε η Θοδώρα, αλλά ούτε κι ο Παναγιώτης είχαν την δυνατότητα να ανταποκριθούν οικονομικά.
Όλα καλά κι όλα ωραία λοιπόν αφού έφευγαν ευχαριστημένοι οι καλεσμένοι μας από την ταβέρνα, αλλά και στην πόρτα μαζί με τον Παναγιώτη στεκόταν όρθιος ο πεθερός του να δέχεται τις ευχές όλων.
Μετά από αυτό βέβαια, είναι αλήθεια ότι περίμενα να ησυχάσουν τα πράγματα και να ειρηνεύσουν όλοι τους, αλλά τίποτε δεν έγινε. Οι καυγάδες συνεχίστηκαν δηλαδή και οι φωνές της Θοδώρας δεν έπαψαν ούτε μέρα ούτε νύχτα να ενοχλούν τους ένοικους της πολυκατοικία τους.
Μαζί με αυτούς όμως κι εμένα ενοχλούσαν, αφού κάθε τόσο με καλούσε ο Παναγιώτης να τους συμπαρασταθώ. Δεν ήταν δε και λίγες οι φορές, που και τους γονείς της φρόντισα να επισκεφτώ, όπου και τους παρακάλεσα να αντιμετωπίζουν με σύνεση την ιδιότροπη συμπεριφορά της Θοδώρας, αφού με τις φωνές και τα μαλώματα τίποτε καλό δεν τους ερχόταν.
Όσα κι αν τους έλεγα όμως, προτρέποντας τους να ακολουθήσουν μια ποιο εποικοδομητική συμπεριφορά μεταξύ τους, αυτοί τίποτε δεν άκουγαν. Εσύ φταις μου απαντούσαν μόνον, που δέχτηκες να γίνεις κουμπάρος τους. Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, ούτε και με τις δικές μου παρεμβάσεις τους έβγαινε κάτι καλό.
Βρήκα τον μπελά μου θα λέγαμε, αλλά και πίσω δεν μπορούσα να κάνω πλέον, αφού μετά από ένα εξάμηνο περίπου, πάλι μαζευτήκαμε όλοι μαζί κι όπως το είχαμε προγραμματίσει, μπήκαμε στην διαδικασία του να τελέσουμε επιτέλους και το μυστήριο του γάμου της Θοδώρας με τον Παναγιώτη.
Όπως έγινε και με την βάφτιση δηλαδή, πάλι γέμισε η εκκλησία από καλεσμένους δικούς τους και δικούς μου και πάλι μας τραπέζωσε ο πεθερός του μετά από το μυστήριο, όπως και πάλι πλήρωσε τον λογαριασμό για να δείξει στους συγγενείς του, ότι αυτός ήταν καλός, αλλά η Θοδώρα ήταν τρελή.
Ποιο τρελός μάλιστα είναι ο κουμπάρος τους, έλεγε, που δέχθηκε να παντρέψει δυό τρελούς και να βάλει σε μπελάδες με την συμμετοχή του στην δική τους ζωή, ολόκληρη την οικογένειά του. Οι δικοί του καλεσμένοι βέβαια, είχαν άλλη γνώμη συζητώντας το θέμα μαζί μου και με πολύ υπομονή μάλιστα περίμεναν να δουν επιτέλους την μπερδεμένη οικογένεια να ηρεμεί κάποια στιγμή.
Παρόλα αυτά όμως, τίποτε θετικό δεν έγινε, οπότε, πάλι έτρεχα να τους ειρηνεύσω και πάλι απειλούσα τον πατέρα της, γιατί πολλές φορές μου έλεγε από τηλεφώνου, ότι έπρεπε να κλείσει επιτέλους κάπου την Θοδώρα, ώστε να ησυχάσουν όλοι τους, για τον λόγο ότι δεν τους άφηνε σε ησυχία με την συμπεριφορά της.
Το βιολί βγιολάκι λοιπόν όπως λέμε και για να δικαιολογήσει σ’ εμένα την απόφασή του να κλείσει κάπου την κόρη του, μου έλεγε ότι έπρεπε να το κάνει πια, γιατί συνεχώς του ζητούσε χρήματα. Αυτός δηλαδή ήταν ο λόγος που τον υποχρέωνε να την κλείσει σε κάποια ψυχιατρική κλινική.
Όσα χρήματα κι αν σου ζητάει του έλεγα κι εγώ, δικά της είναι κι εσύ δεν έχεις παρά να της τα δίνεις. Κι αν ακόμη σου ζητάει περισσότερα από τα δικά της, πάλι πρέπει να της τα δίνεις, γιατί από πουθενά δεν θα σου λείψουν.
Για την δική σας ηρεμία λοιπόν και για την ηρεμία της Θοδώρας, πάλι θα σου πω ότι επιβάλετε να το κάνεις, αφού για το παιδί σου πρόκειται κι όχι για κάποιον ξένο. Όσο κι αν σου κοστίζει μια τέτοια ενέργεια, δεν έχεις παρά να υποστείς το οικονομικό της βάρος, όσο μεγάλο κι αν είναι.
Κι αφού τα οικονομικά σας είναι τέτοια, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να πληγούν ούτε και στο ελάχιστο από της ανάγκες της Θοδώρας, απορώ με την συμπεριφορά του πατέρα, που αποφασίζει να καταδικάσει διανοητικά και μάλιστα δια παντός το παιδί του, για να μην χάσει ένα μέρος των χρημάτων του.
Να μη κάνεις τέτοιες σκέψεις του έλεγα πάλι μια μέρα και για πολλοστή φορά του θύμιζα, ότι θα με έβρισκε μπροστά του αν προχωρούσε το κλείσιμο της Θοδώρας σε κλινική. Κι αν ποτέ καταφέρεις να την κλείσεις κάπου του επανέλαβα απειλώντας τον, να ξέρεις, ότι εγώ ο ίδιος θα πάω να την βγάλω από εκεί που θα της κλείσεις κι αλίμονό σου μετά.
Αυτά του έλεγα ελπίζοντας να τον φοβίσω κατά κάποιον τρόπο, ή να τον υποχρεώσω να ξεχάσει το σκεπτικό του, αλλά δεν ήμουν σίγουρος για το αποτέλεσμα. Και για να σιγουρέψω αυτά που επεδίωκα, μέχρι και στα δικαστήρια της πόλης μας πήγα, όπου και ζήτησα την προστασία της Θοδώρας από τον εισαγγελέα υπηρεσίας.
Δυστυχώς, έλεγε κι αυτός, δεν είναι εύκολο να προστατέψεις ένα παιδί από την κακία της οικογένειάς του. Για να την κλείσουν όμως σε κάποια κλινική, θα πρέπει να έχουν υπογραφές από εννιά συγγενείς τους, οι οποίοι να βεβαιώνουν με τις υπογραφές τους τον λόγο της έγκλησής της σε κάποια ψυχιατρική κλινική.
Αλλά κι εσύ θα πρέπει να έχεις τις ανάλογες υπογραφές, ώστε να τους αποτρέψεις από μια τέτοια ενέργεια κι αυτό μάλλον δεν θα μπορέσεις να το κάνεις. Αυτοί κινούνται ομαδικά και θα καταφέρουν κάποια στιγμή να κάνουν αυτό που σκέφτονται. Εσύ όμως κινδυνεύεις να μπλέξεις άσχημα, γιατί είσαι ξένος προς αυτούς, έστω κι αν είσαι κουμπάρος τους όπως μας λες.
Προσπάθησε να τους εμποδίσεις αφού το θέλεις, αλλά κι από μακριά να κινείσαι. Και με μέτρο μάλιστα πρέπει να κάνεις όσα σκέφτεσαι, αν βέβαια θέλεις να αποφύγεις το δικό σου μπλέξιμο.
Αυτά εν ολίγοις άκουσα από τον εισαγγελέα κι όπως έπρεπε από εκεί και μετά, απειλούσα μεν τον πατέρας της, αλλά κι αυτό, μέχρι εκεί που αυτός ανέβαλε την απόφασή του. Κι αφού κέρδιζα την αναβολή, μάλλον ησύχαζα μέχρι να ακούσω ότι προχώρησε την απόφασή του.
Μιχάλης Αλταλίκης