Σε ψυχιατρική κλινική η Θοδώρα

   Πάλι απείλησα τον πατέρα της Θοδώρας μετά από λίγες μέρες και πάλι τα ίδια του έλεγα προκειμένου να τον αποτρέψω από μια τέτοια κίνηση, όπως και πάλι του είπα ότι θα είχε να κάνει μαζί μου αν ποτέ επιχειρούσε να την κλείσει για δεύτερη φορά σε ψυχιατρική κλινική κι όπως μου φαινόταν λογικά εφικτό κι αυτό, πίστευα ότι δεν θα το κάνει.

Να όμως που δέχτηκα ένα ανήσυχο τηλεφώνημα από τον Παναγιώτη ένα πρωινό και ούτε λίγο, ούτε πολύ, μου έλεγε ότι πάλι χάθηκε η Θοδώρα κι όπως το υποστήριζε με σιγουριά πια αυτό, μάλλον στην κλινική την έστειλε ο πατέρας της.

Θα πήγε εκδρομή στην Καβάλα του έλεγα προκειμένου να τον ησυχάσω, αλλά δεν το δεχόταν. Αυτήν την φορά δεν πήγε εκεί έλεγε, γιατί ο πεθερός του θυμωμένα του είπε εκείνο το πρωινό, ότι έπρεπε να φύγει για την πατρίδα του πια αφού χάθηκε η Θοδώρα.

Τον βεβαίωνε μάλιστα ότι ούτε κι αυτός ήξερε να του πει που πήγε, γιατί από το πρωί χάθηκαν τα ίχνη της. Από αυτά που άκουσε να του λέει ο πεθερός του δηλαδή συμπέρανε ότι μάλλον κατάφερε να την κλείσει τελικά στην κλινική κι αυτός μάλλον ήταν ο λόγος που τον έδιωχνε από κοντά τους.

Αυτό λοιπόν υποθέτοντας κι εγώ, σκέφτηκα να καλέσω τον πατέρα της Θοδώρας και να του ζητήσω εγώ πια εξηγήσεις, καθώς πολλές φορές του το είχα υποσχεθεί αυτό μέσω των επανειλημμένων απειλών μου. Με σταματούσε η λογική όμως, γι’ αυτό και καθυστερούσα να το κάνω. Μα είναι σωστό έλεγα μέσα μου, να ελέγχω εγώ έναν πατέρα, για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται στο παιδί του;

Αυτόν τον λογισμό λοιπόν βάζοντας στο μυαλό μου, δίσταζα να τον καλέσω. Με έβγαλε αυτός όμως από την δύσκολη θέση, γιατί με κάλεσε μετά από λύγο και χωρίς να σκέφτεται ότι από μόνος του πρόδιδε τον εαυτό του, μου έλεγε αρκετά περίλυπος μέσω τηλεφώνου ώστε να γίνει πιστευτός, ότι αναγκάστηκε να στείλει την κόρη του σε μια κλινική, γιατί αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, πέφτοντας μάλιστα από τον πέμπτο όροφο του σπιτιού της στον δρόμο.

Απορώντας με την δικαιολογία του, με το δίκαιό μου του έλεγα κι εγώ. Μα γιατί να κάνει κάτι τέτοιο, αφού καμιά φορά δεν την άκουσα να δηλώνει, ότι σκέφτηκε κάποια στιγμή της ζωής της να αυτοκτονήσει; Αλλά και μόνον γιατί κάλεσες εμένα, προκειμένου να μου δώσεις αναφορά, για το τι αποφάσισες να κάνεις εσύ στο παιδί σου, αυτό και μόνον με βάζει να σκέπτομαι, ότι μάλλον μας λες ψέματα.

Και πράγματι πιστεύω ότι μας λες ψέματα, γιατί κανένας πατέρας δεν δίνει εξηγήσεις στον κουμπάρο, γιατί και για ποιόν λόγο κάνει αυτός κάτι που θεωρεί σωστό για την υγεία του παιδί του. Αν κινδύνευε δηλαδή η υγεία του δικού μου παιδιού, θα έδινα ποτέ λογαριασμό στον κουμπάρο μου, για το πώς αναγκάστηκα, ή υποχρεώθηκα να ενεργήσω; Αφού το κάνεις εσύ όμως, είμαι σίγουρος πρέπει να σου πω, ότι έχεις αρκετά λερωμένη την φωλιά σου.

Απτόητος όμως αυτός, μου έδινε κι άλλες εξηγήσεις. Έχω και μάρτυρα την αδελφή μου έλεγε και όλοι μαζί είδαμε σήμερα το πρωί, ότι πράγματι έκανε προσπάθεια να αυτοκτονήσει η Θοδώρα, γι’ αυτό και την πήγαμε στην κλινική. Κι αφού εκεί είναι τώρα, δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε εσύ από εδώ και μετά. Να μας αφήσεις ήσυχους λοιπόν, για να κάνουμε κι εμείς την δουλειά μας όπως πρέπει κι όπως εμείς ξέρουμε και να μην ανακατεύεσαι εσύ εκεί που δεν σε σπέρνουν. Άκουσες;

Αυτά μου είπε δηλαδή με κάποιον απόλυτο τρόπο κι αμέσως μετά μου έκλεισε την γραμμή. Όπως καταλαβαίνετε, πολύ θύμωσα μαζί του, γιατί όχι μόνον εμένα, αλλά και το παιδί του κορόιδευε κι αν το έκλεισε κάπου όπως έλεγε, σίγουρα θα μηδένιζαν για δεύτερη φορά το μυαλό της Θοδώρας.

Θα μπορούσα να αδιαφορήσω βέβαια και να ασχοληθώ μόνον με τα δικά μου προβλήματα, αφού και κανείς δεν θα δικαιολογούσε την δική μου παρέμβαση στην συμπεριφορά του πατέρα της, έστω κι αν αυτός χωρίς κανέναν ενδοιασμό πήρε την απόφαση να καταδικάσει το παιδί του σε απόλυτο μηδενισμό.

Το πάλευα είναι αλήθεια και μάλλον έκλεινα προς το να αδιαφορήσω, αλλά με έκανε να αλλάξω την απόφασή μου, η έκκληση που μου έκανε ο Παναγιώτης. Ήρθε και με βρήκε μετά από λίγο και με κλάματα στα μάτια με παρακαλούσε να βοηθήσω την γυναίκα του, αυτόν και το παιδί τους, αφού όλοι μαζί κινδύνευαν να βρεθούν κλεισμένοι στην ίδια κλινική όπως έλεγε και πολύ το φοβόταν.

Του το υποσχέθηκα βέβαια, αλλά είχα κι ενδοιασμούς. Αν όντως έπαθε κάτι η Θοδώρα και πράγματι χρειαζόταν κλινική περίθαλψη, πως θα πήγαινα να την βγάλω από εκεί που την έβαλαν οι οικείοι τοις; Και πως θα ξέμπλεκα μετά, αν κινδύνευα να βρεθώ κι εγώ υπόλογος με την συμμετοχή μου σε μια τόσο περίεργη οικογενειακή υπόθεση;

Κι αν πάλι εύρισκα την κλινική που την είχαν κλείσει, πως θα μπορούσα να την βγάλω έξω και με ποια δικαιοδοσία, αφού ούτε γιατρός της ήμουν ούτε συγγενείς της ήμουν; Μου το ζητούσε βέβαια ο Παναγιώτης, του το υποσχέθηκα κι εγώ, αλλά και πάλι το σκεπτόμουν, αναλογιζόμενος τις κατηγορίες που εγώ κινδύνευα να αποκομίσω.

Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, είπα όχι τελικά στον Παναγιώτη. Δεν μπορώ να σου φανώ χρήσιμος του είπα, γιατί έτσι όπως εξελίχθηκε το θέμα, μάλλον κινδυνεύω να φορτωθώ μπελάδες μόνον και τίποτε καλό δεν θα μπορέσω να κάνω για την οικογένειά σας. Κι αφού αυτά άκουσε να του λέω, τον έβλεπα να φεύγει πολύ στενοχωρημένο για το σπίτι του.

Το απόγευμα όμως ξανασκέφτηκα το πράγμα, γι’ αυτό και πήρα την απόφαση να τους βοηθήσω μεν, αλλά να δω από κοντά πρώτα το θέμα και πριν ακόμη κάνω οτιδήποτε γι’ αυτούς τους ταλαίπωρους κουμπάρους μου, που πάλευαν εντελώς αδύναμοι με πολύ δυνατούς εχθρούς.

Αυτό μελετώντας λοιπόν, σκέφτηκα να επισκεφτώ την κλινική κι αφού μιλούσα με τους γιατρούς πρώτα, μετά να κουβέντιαζα το θέμα και με την Θοδώρα, ώστε να ξέρω τουλάχιστον πως, από πού, αν έπρεπε, ή κι αν μπορούσα να επιχειρήσω κάτι χρήσιμο γι’ αυτούς και προπαντός να απέφευγα οτιδήποτε ήταν εγωιστικό από μέρους μου.

Αν μου ερχόταν όλα ευνοϊκά δηλαδή, τότε και μόνον τότε θα έπαιρνα μαζί μου την Θοδώρα όπως υπολόγιζα κι αμέσως θα την μετέφερα στο σπίτι της. Αν όμως μου έλεγαν οι γιατροί, ότι πράγματι είχε πρόβλημα κι ότι εξαιτίας αυτού χρειαζόταν ιατρική περίθαλψη, τότε θα την άφηνα εκεί και φεύγοντας από την κλινική, ποτέ ξανά δεν θα με απασχολούσε το θέμα. Θα άφηνα δηλαδή τον πατέρα της να ενεργεί ελεύθερος κι όπως αυτός όφειλε να ξέρει.

Αυτά λογιζόμενος λοιπόν, αποφάσισα να πάω τελικά στην κλινική κι όπως το σκέφτηκα, εκεί κι επί τόπου να έβλεπα πως θα χειριζόμουν αυτό που μου προέκυψε από τα ανέλπιστα και το έκανα προσωπικά δικό μου.

Το αποφάσισα μεν, αλλά και φοβήθηκα να τους επισκεφτώ μόνος μου, γιατί δεν ήξερα και πως συμπεριφέροντε οι ψυχίατροι σε τέτοιου είδους κλινικές. Τον φόβο μου λοιπόν σκεπτόμενος, κάλεσα τους φουσκωτούς φίλους μου κι αφού τους ανάφερα το πρόβλημά μου, ευχαρίστως δέχτηκαν κι αυτοί να με συνοδεύσουν μέχρι την κλινική, αν και το μόνο που ήξερα γι’ αυτήν, ήταν η περίπου διεύθυνση της.

Αποφασισμένοι λοιπόν να κάνουμε τελικά αυτό που συναποφασίσαμε, μπήκαμε στου ενός το αυτοκίνητο και πράγματι βρήκαμε την κλινική που ψάχναμε στην περιοχή που μας υπέδειξε ο Παναγιώτης, αφού ούτε και την επωνυμία της ξέραμε.

Κι ενώ εμείς σκεφτόμασταν πώς να μπούμε μέσα αφού και η ώρα ήταν κάπως βραδινή θα λέγαμε, είδαμε την Θοδώρα να κάνει βόλτες στην αυλή, σαν να ήταν κάπου, που αυτή θέλησε να περάσει λίγες μέρες μακριά από την ένταση που ζούσε στο σπίτι της και από πουθενά δεν φαινόταν, ότι θα ήθελε να βάλει τέρμα στην ζωή της.

Μόλις μας είδε μπροστά της μάλιστα, χαρούμενη μας υποδέχτηκε κι όταν της ζήτησα να μου πει, τι έκανε εκεί και γιατί δεν ήταν στο σπίτι της, πολύ απλά έλεγε, ότι ο πατέρας της σκέφτηκε να της προτείνει την κλινική για ξεκούραση, αντί να τρέχει στο ξενοδοχείο της Καβάλας για τον ίδιο λόγο κι αφού της φάνηκε λογική η πρότασή του, δέχτηκε να κάνει την αλλαγή και να μείνει στην κλινική για τρεις μέρες όπως το συνήθιζε.

Μα, της έλεγα. Ο πατέρας σου μου είπε, ότι ήθελες να αυτοκτονήσεις και να πέσεις μάλιστα από τον πέμπτο όροφο του σπιτιού σου στον δρόμο, γι’ αυτό και σε έφερε εδώ. Γιατί λοιπόν μας λες τώρα εσύ, ότι ήρθες για ξεκούραση;

Απορώντας η Θοδώρα για την εξήγηση του πατέρα της, μας έλεγε το αυτονόητο. Καλά τρελή είμαι; Γιατί να αυτοκτονήσω; Και μόνο που σκέφτομαι να πέφτω από εκεί πάνω στον δρόμο, πολύ φοβάμαι. Αλλά και να αυτοκτονήσω δεν θέλω. Απορώ όμως με τον πατέρα μου. Πώς του ήρθε δηλαδή να σου πει κάτι τέτοιο, αφού για ξεκούραση μου πρότεινε την κλινική;

Απαντώντας την λοιπόν, της έλεγα ότι ασφαλώς και δεν μπορούμε να βγάλουμε άκρη με την περίεργη συμπεριφορά του πατέρα σου. Επειδή όμως βρισκόμαστε σε μια ψυχιατρική κλινική τώρα, πρέπει να μας πεις τί σου έκαναν εδώ, από την ώρα που σε έβαλε ο πατέρας σου μέσα και μετά.

Τίποτε δεν μου έκαναν απάντησε. Μια ένεση μόνον μου έβαλαν το πρωί και μετά μου είπαν να ξαπλώσω στο κρεβάτι που μου έδωσαν. Επειδή δεν ήθελα να ξαπλώσω όμως, μου είπαν να κάνω βόλτες μέσα στους διαδρόμους αν ήθελα.

Έκανα βέβαια βόλτες στους διαδρόμους και για αρκετές ώρες μάλιστα. Βαρέθηκα όμως να είμαι κλεισμένη εκεί μέσα, γι’ αυτό και βγήκα έξω από την κλινική για τον ίδιο λόγο. Όλο το απόγευμα δηλαδή εδώ περπατώ. Αλλά και που αλλού θα μπορούσα να περάσω την ώρα μου, αφού εδώ που βρίσκομαι είναι ερημιά και τίποτε δεν έχει; Στο ξενοδοχείο είναι καλύτερα πρέπει να πω, γιατί κάνω βόλτες στους δρόμους της Καβάλας για τους ίδιους λόγους.

Αλήθεια είναι πρόσθεσε, ότι καθόλου δεν μου αρέσει εδώ. Δεν είναι δηλαδή σαν το ξενοδοχείο όπως μου είπε ο πατέρας μου. Εδώ μέσα είναι όλοι τους τρελοί, συνεχώς φωνάζουν και κάνουν πολύ φασαρία. Όταν θα φύγετε από εδώ όμως, μπορείτε να με πάρετε μαζί σας;

Βρε Θοδώρα? Της έλεγα κι εγώ με κατανόηση. Για εσένα ήρθαμε εδώ κι αν το θέλεις, τώρα κιόλας θα σε πάρουμε μαζί μας. Πήγαινέ μας όμως στους γιατρούς, ώστε να μας πουν κι αυτοί, γιατί σε κρατούν εδώ, όπως να τους πούμε κι εμείς, ότι θέλουμε να σε πάρουμε μαζί μας.

Αμέσως προθυμοποιήθηκε η Θοδώρα να μας οδηγήσει στα γραφεία των γιατρών κι αφού βρήκαμε έναν μόνον από αυτούς στην θέση του, ευθέως του ζητούσα να μου δώσει εξηγήσεις, για τον λόγο που έγινε η εισαγωγή της στην κλινική τους.

Μαζί με αυτό, του ζήτησα να μου προσδιορίσει και την ακριβή αιτία της ασθένειάς της αν υπάρχει, όπως και να μου αναφέρει το είδος της αγωγή που σκόπευαν της δώσουν για την περίθαλψή της.

Θορυβήθηκε βέβαια ο γιατρός βλέποντας τρείς αγνώστους να γεμίζουν το γραφείο του και ποιο πολύ μάλιστα από τους φουσκωτούς φοβήθηκε που τον κοιτούσαν κατάματα. Αλλά και με τις ερωτήσεις που του έκανα ξαφνιάστηκε, γι’ αυτό και δεν ήξερε τι να κάνει φοβισμένος από αυτό που του προέκυψε ξαφνικά.

Σηκώθηκε ωστόσο από την καρέκλα του και με κάποιο δισταγμό στην φωνή του ρωτούσε να του πούμε ποιοι είμαστε εμείς και τι ακριβώς πήγαμε να κάνουμε εκεί. Βλέποντας λοιπόν τον φόβο του ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, το εκμεταλλευτικά πρέπει να πω, γι’ αυτό και τον ανάγκασα να απαντάει αυτός, αντί να το κάνω εγώ.

Γιατρέ, του είπα. Δεν έχω χρόνο για πολλές κουβέντες. Μη ρωτάς ποιοι είμαστε εμείς, αλλά εσύ να μας πεις και μάλιστα γρήγορα, πως ήρθε αυτή εδώ. Με ποια γνωμάτευση δηλαδή έγινε η εισαγωγή της και ποια φάρμακα τις δίνετε. Αυτό λοιπόν είναι που πρέπει να σε απασχολεί τώρα και καθόλου μη ρωτάς να μάθεις ποιοι ήμαστε. Πρόσεχε όμως τι θα μας πεις, γιατί όπως βλέπεις είμαστε τρείς κι αποφασισμένοι να τα κάνουμε όλα λίμπα εδώ μέσα αν δεν συνεργαστείς μαζί μας.

Θα βγάλουμε δε στον δρόμο όλους τους τρελούς που κρατάτε εδώ και μαζί με αυτούς κι όλους αυτούς που παρανόμως βρίσκονται στην κλινική σας. Από εκεί και μετά, θα δούμε ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είστε εσείς, αλλά και τι κάνετε θα δούμε εδώ παριστάνοντας τους γιατρούς.

Κι αφού του είπα πολλά ακόμη τέτοια που να τον αγχώνουν, πράγματι φοβισμένος έβγαλε μετά από λίγο τον φάκελο της Θοδώρας μέσα από ένα συρτάρι του γραφείου του κι ανοίγοντάς τον, μας έδειχνε την αναφορά της εισαγωγής της ενώ μας έδινε εξηγήσεις απολογούμενος.

Όπως βλέπετε εδώ έλεγε, η ίδια υπέγραψε, ότι μόνη της και οικιοθελώς προσήχθη να νοσηλευτεί στην κλινική μας. Όσο για την νοσηλεία της, εγώ δεν έχω να πω τίποτε, γιατί ασκούμενος είμαι ακόμη. Σύμφωνα με τις οδηγίες του ψυχιάτρου μας όμως, της κάναμε μια ένεση το πρωί, μια ακόμη θα τις κάνουν αύριο και μια τρίτη την επομένη.

Όσο για την θεραπεία που προβλέπετε από αυτήν την αγωγή, έχω να σας πω ότι η πρώτη ένεση ήταν προετοιμασίας. Η δεύτερη αγωγός και η τρίτη μηδενισμός. Μετά από αυτήν δηλαδή, δεν θα ξέρει η ασθενής ούτε και το όνομά της να πει.

Όπως καταλαβαίνετε, θόλωσα με τις εξηγήσεις του κι έτσι όπως ήμουν του έκανα αντεπίθεση. Μα τί στο καλό; Γιατρός είσαι βρε άνθρωπε, ή δολοφόνος; Απολογούμενος και πάλι αυτός, έλεγε ότι ο ψυχίατρος και ιδιοκτήτης της κλινικής αποφασίζει τι θα κάνουμε κι όχι εμείς. Αν δεν ακολουθούμε τις οδηγίες του, Τι λέτε; Θα μας κρατήσει εδώ ως εργαζόμενους;

Έτσι όπως τα λες είναι του είπα, αλλά ως άνθρωπος εσύ, πως δέχεσαι να μηδενίζουν διανοητικά έναν άλλον άνθρωπο όποιος κι αν είναι; Μόνον τον μισθό σου δηλαδή σκέφτεσαι να πάρεις και τίποτε πέραν αυτού; Για να δεις τώρα και σε τι άσχημο παιχνίδι πλέκεις για τον μισθό σου και μόνο, άκου τι θα απαντήσει η ασθενής που κρατάς εδώ και δεν σε νοιάζει τι θα πάθει μετά από την δήθεν νοσηλεία της.

Απευθυνόμενος προς την Θοδώρα μετά, της ζήτησα να απαντά με μια λέξη μόνον για όσα θα της ρωτούσα, ώστε να τα ακούει ο γιατρός που από το πρωί την έβλεπε να περπατά στον διάδρομο και τίποτε δεν ήθελε να ξέρει γι’ αυτήν.

Μόνη σου ήρθες εδώ Θοδώρα; Όχι, απάντησε. Ο πατέρας μου με έφερε κι όπως μου είπε, τρεις μέρες κανόνισε να μείνω εδώ για να ξεκουραστώ. Μόνη μου δεν ήξερα πως να έρθω και αυτοκίνητο δεν έχω. Αλλά ούτε και ξέρω που βρίσκεται αυτή η κλινική.

Άκουσες γιατρέ; Με μια λέξη της είπα να απαντήσει κι αυτή σενάριο σου έπλεξε κι όλα σου τα είπε. Δεν ήρθε μόνη της. Την έφεραν. Οπότε, ψέματα γράψατε στα χαρτιά σας κι όπως βλέπεις, γράψατε ότι βολεύει σ’ εσάς και στον πατέρα της, για να μην έχει κανείς σας ευθύνες.

Μετά από αυτά που άκουσες λοιπόν, τι λες τώρα; Θα θυμηθείς επιτέλους ότι είσαι γιατρός, ή θα μας λες πάλι αυτά που οι οδηγίες του αφεντικού σου σε διατάζουν να κάνεις; Πριν δούμε λοιπόν αυτήν την γυναίκα στο διανοητικό μηδέν, κανόνισε να την πάρουμε από εδώ, γιατί όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν ήρθαμε μόνον να δούμε και να ακούσουμε απόψεις. Πράγματι θα τα κάνουμε όλα λίμπα αν μας εμποδίσεις.

Έχετε δίκαιο έλεγε ο γιατρός, ενώ έπιανε το τηλέφωνο κι αμέσως κάλεσε τον ψυχίατρο, στον οποίο κι έκανε πλήρη αναφορά για την απαίτησή μας. Όπως όφειλε όμως, περίμενε να ακούσει και την δική του απάντηση.

Σκέφτηκε για λίγο αυτός τι να του απαντήσει, αλλά και του είπε χωρίς περιστροφές, ότι έπρεπε να βάλει πάλι την Θοδώρα να υπογράψει, ότι μόνη της και οικιοθελώς εξήχθη από την κλινική τους, ώστε να φύγουν από πάνω τους οι ευθύνες. Μετά από την υπογραφή της του είπε, ασφαλώς και θα μπορούσε να φύγει, με όποιον τρόπο ήθελε η ίδια.

Αυτό λοιπόν έκανε κι ο γιατρός στην συνέχεια κι αφού υπέγραψε η Θοδώρα την εξαγωγή της, χαρούμενη μας ακολούθησε. Βγαίνοντας δε έξω από το γραφείο των γιατρών, συνεχώς το ίδιο έλεγε προς όλους μας. Ότι καθόλου δηλαδή δεν της άρεσε η παραμονή της στην κλινική. Καλά που ήρθατε να με πάρετε έλεγε σ’ εμένα ιδικά κι ευχαριστούσε τον γιατρό που μας συνόδευε, γιατί δεν την εμπόδισε να φύγει.

Αυτόν όμως, ακόμη μια φορά του έλεγα. Μας πως μπορείς να συμμετέχεις σε τέτοιους διανοητικούς μηδενισμούς; Τι να κάνω έλεγε κι αυτός, αφού οι γονείς τους και τα αδέλφια τους, τους φέρνουν εδώ και πάντα για τους ίδιους λόγους;

Τα κληρονομικά είναι η αιτία που μας έρχονται τέτοια άτομα εδώ κι όπως βλέπεις γύρο σου, όλες αυτές οι πτέρυγες είναι γεμάτες, από ανθρώπους που δεν τους θέλουν στα πόδια τους οι συγγενείς τους και προπαντός, δεν τους θέλουν συνεταίρους στις κληρονομιές τους.

Αυτά μας είπε μόνον κι όταν φτάσαμε στην έξοδο της κλινικής, έλεγε στην Θοδώρα να μη δεχθεί άλλη φορά την απαίτηση του πατέρα της να την φέρει στην κλινική, γιατί ούτε για ξεκούραση είναι αυτή εδώ, ούτε και για θεραπεία υπάρχει. Να σε ξεφορτωθούν θέλουν οι δικοί σου, γι’ αυτό και σε έφεραν εδώ. Πρόσεχε όμως στο εξής τι ακούς να σου λένε και τι σου προτείνουν να κάνεις.

Ναι, ναι έλεγε η Θοδώρα ενώ έμπαινε στο αυτοκίνητό μας και πριν ακόμη κάνουμε λίγα μέτρα φεύγοντας από την συγκεκριμένη κλινική, κάλεσα τον ψυχίατρο που γνώριζε την περίπτωση της Θοδώρας από τον πρώτο της διανοητικό μηδενισμό κι όπως έπρεπε, του έδωσα πλήρη αναφορά για όσα έκανα.

Πω? Πω? έλεγε κι αυτός με θαυμασμό. Θυμάσαι τι σου είπα; Πριν το καταλάβεις εσύ, ο πονηρός πατέρας της θα προλάβει να την κλείσει κάπου. Πάλι καλά που την βρήκες. Πρόσεχε όμως από εδώ και μετά γιατί τα χρήματα που παίζονται είναι πολλά, γι’ αυτό και δεν θα σταματήσουν αυτοί να κάνουν αυτό που έχουν στο μυαλό τους.

Πρέπει να ξέρεις όμως, ότι κι εσύ κινδυνεύεις για τον ίδιο λόγο, γιατί όσο σε έχουν εμπόδιο τους, θα ψάχνουν με ποιόν τρόπο θα απαλλαγούν κι από την δική σου παρουσία, μέχρι να φτάσουν στον σκοπό τους. Φύγε τώρα, αλλά πρόσεχε πολύ από εδώ και μετά.

Αυτά μου είπε ο ψυχίατρος κι αφού χαιρετηθήκαμε, συνεχίσαμε εμείς την πορεία μας προς το σπίτι της Θοδώρας, όπου με πολύ αγωνία την περίμενε στην είσοδο της πολυκατοικίας τους ο Παναγιώτης.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *