Μετακομίσαμε σε άλλο χώρο

    sohos_before_1978_t2Μετά από λίγο καιρό όμως, μετακομίσαμε στην απέναντι πλευρά του δρόμου και πάλι κεντρικά, σε έναν άλλο ισόγειο, ενιαίο και μεγαλύτερο χώρο. Ήταν πιο βολικά για όλους μας εκεί, δεδομένου ότι αυτός συνδύαζε σπίτι και μαγαζί και μάλιστα, χωρίς να μεσολαβούν σκάλες.

  Το σπίτι που έως τότε μέναμε, ήταν σε απόσταση από το μπακάλικο μας και αυτό κούραζε πολύ την μητέρα μου, γιατί μαζί με την ενασχόληση της στο μαγαζί, είχε να φροντίζει την ανάπηρη γιαγιά μου, όπως και τα δύο μικρά κορίτσια μας, γι’ αυτό και βρισκόταν συνεχώς στο δρόμο.

   Οι όλο και αυξανόμενες όμως δραστηριότητες του μπακάλικου, έκριναν και αυτές από την πλευρά τους τότε, επιβεβλημένη πλέον, όχι μόνον τη μετακόμιση μας σε μεγαλύτερο χώρο, αλλά και την απόκτηση βοηθού υπαλλήλου, ρύθμιση που ξεκούραζε πολύ την μητέρα μου, από περιττούς κόπους και διαδρομές.

   Εν τω μεταξύ και αφού μεγάλωσα κατά ένα χρόνο, μπήκα στη δευτέρα τάξη του δημοτικού. Όπως πάντα όμως, παρέμενα στην ίδια θέση. Αδύνατος, άφαγος, μέρα και νύχτα ιδρωμένος και συνέχεια ασθενής.

   Τίποτε από όλα αυτά δεν ήταν στο χέρι μου, γι’ αυτό και τίποτε δεν μπορούσα να κάνω εγώ, ώστε να τα διορθώσω. Οι άνθρωποι όμως, που καλοπροαίρετα ενδιαφέρονταν για την υγεία μου, πρότειναν στους γονείς μου όποια λύση ήξεραν, ή όποια λύση νόμιζαν ότι ταιριάζει σε μένα.

 – Να κρεμάσετε στο παιδί χαϊμαλί με καμφορά, έλεγε ο ένας.

 – Να του ρίξετε κοφτές βεντούζες για να φύγει το κακό αίμα, έλεγε ο άλλος και τέτοια πολλά.

 Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι δοκίμαζαν επάνω μου και όταν ερχόταν ο αγροτικός γιατρός, έλεγε πάντα τα ίδια.

 – Όπως σας είπα και παλιότερα, εφόσον το παιδί δεν τρώει καλά και ιδρώνει στον ύπνο του, πάσχει από  αδυνοπάθεια.

   Ταράζονταν ο πατέρας μου όταν άκουγε τον γιατρό να του λέει τέτοια όπως είπα, γι’ αυτό και μονολογούσε με απορία, φανερά ενοχλημένος από την γνωμάτευση.

 – Αδυνοπάθεια;

 Ο γιατρός όμως ήταν ανένδοτος και επέμενε.

 – Ναι κύριε, αδυνοπάθεια. Γι’ αυτό, θα πρέπει να του δίνετε να πίνει πρωί και βράδυ, από μια κουταλιά της σούπας μουρουνέλαιο και αυτό πάλι να το κάνετε συνεχώς, μέχρι που να δούμε τι θα γίνει. Να τον ξυπνάτε δε κατά τις δύο τη νύχτα και να του δίνετε να πίνει επιπλέον και ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα, μαζί με δυο φρέσκα χτυπητά αυγά με τη ζάχαρη.

 Βλέποντας τον πατέρα μου να τον κοιτάζει ερωτηματικά, συμπλήρωνε.

 – Το ζεστό γάλα, μαζί με τα δυο χτυπητά αυγά, ισοδυναμούν με μια ένεση πενικιλίνης. Μη το ξεχνάτε αυτό.

    Μετά και από εκείνες τις οδηγίες, περιττό είναι να σας πω, ότι όλοι τους μαρτυρούσαν εξ αιτίας μου. Περισσότερο από όλους βέβαια υπέφερε η μητέρα μου, αφού την αναγκάζαμε να υπνοβατεί τότε. Δεν της έφτανε που την ξυπνούσαν τη νύχτα, πότε οι δυο μικρές αδελφές μου και πότε η γιαγιά μας για τις ανάγκες τους, είχε να φροντίζει και για μένα, αφού έπρεπε να ξυπνά προγραμματισμένα τη νύχτα, προκειμένου να μου ετοιμάσει το γάλα με τα χτυπητά αυγά και αυτό πάλι, αν είχε αυγά μέσα στο σπίτι.

    Την είδα πολλές φορές όμως να τρέχει νυχτιάτικα στο κοτέτσι, μήπως και βρει εκεί αυγά, που πιθανών να τα γέννησαν εκείνη την ώρα οι κότες. Όσο γι αυτές; Τι να σας πω; Με έβλεπαν και έφευγαν. Είχαν ξεπατωθεί να γεννούν. Δεν ξέρω πόσα χτυπητά αυγά με την ζάχαρη στο ζεστό γάλα ήπια εκείνο το διάστημα, όπως δεν ξέρω και πόσα μπουκάλια μουρουνέλαιο της μιας οκάς ήπια μετά βασάνων, ταλαιπωρώντας το στομάχι μου.

    Μου το ανακάτευε η μυρωδιά του ψαρόλαδου και μόνο που το έβλεπα. Αυτός ήταν και ο λόγος, που και στη θέα του και μόνο, το έκανα εμετό. Ο πατέρας μου στεκόταν όρθιος όμως πάνω από το κεφάλι μου, έως ότου πιω εγώ μια κουταλιά απ’ αυτό και καθώς ήταν εκνευρισμένος μαζί μου, από τα ατελείωτα προβλήματα που τους προκαλούσα, φώναζε.

 – Πιες το, γιατί αν δεν το πιεις εσύ με το κουτάλι, θα σου το ρίχνω εγώ με το χουνί στο λαιμό σου.

    Φοβόμουν εγώ μη μου συμβεί κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και έκλεινα τη μύτη μου με τα δύο μου δάκτυλά και άνοιγα μετά ανόρεχτα το στόμα μου να πιώ το ψαρόλαδο και στο επόμενο δευτερόλεπτο, το έβγαζα έξω.

    Όποιος από σας ήπιε μουρουνέλαιο, ξέρει τι λέω. Μόλις δε, έκανα εμετό τη πρώτη κουταλιά, μου έχωνε στο στόμα την επόμενη ο πατέρας μου, μέχρι που να καταπιώ επιτέλους τη μια που ήταν στο πρόγραμμα.

    Όσο για το γάλα πάλι, τι να πω; Χρειαζόμασταν πολύ από αυτό, γιατί δεν έπινα μόνον εγώ γάλα, έπιναν και τα άλλα μέλη της οικογένειας. Σαν να μελέτησε κάποιος το πρόβλημά μας όμως, γι’ αυτό και τον είδαμε να μας επισκέπτεται μια μέρα, έχοντας μαζί του μια κατσίκα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *