Μετά από τρεις μέρες και αφού μπήκαμε πια στο προβλεπόμενο για μας εκπαιδευτικό πρόγραμμα του στρατοπέδου, ήρθε και με βρήκε στην αυλή ένας στρατιώτης, ο οποίος και μου είπε.
– Αρκετή ώρα τώρα σε φωνάζουν από τα μεγάφωνα. Ζητούν να πας στο Διοικητήριο και να παρουσιαστείς αμέσως στο γραφείο του διοικητού.
Ταράχτηκα μ’ αυτά που άκουσα, γι’ αυτό και του είπα με φόβο σχεδόν.
– Εγώ στον διοικητή. Γιατί; Τι έκανα;
– Δεν ξέρω είπε αυτός. Από το πρωί πάντως σε φωνάζουν. Πως και δεν το άκουσες; αφού από τα μεγάφωνα σε καλούν;
Αυτό που άκουσα με φόβισε ακόμη περισσότερο, γι’ αυτό και τρέχοντας σχεδόν πήγαινα στο Διοικητήριο. Μέχρι να φτάσω όμως εκεί και στο γραφείο του διοικητή κι εγώ δεν ξέρω πόσες κακές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου και πόσες τιμωρίες υπέθετα ότι με περίμεναν, έστω και αν δεν ήξερα τον λόγο που έπρεπε να παρουσιαστώ στο γραφείο του.
Ωστόσο, χτύπησα δειλά και φοβισμένος την πόρτα του διοικητού που μου υπέδειξε ένας στρατιώτης και όταν μπήκα μέσα, χτύπησα επίσης δυνατά το πόδι μου στο πάτωμα και φορτωμένος αγωνία αναφερόμουν κατά την στρατιωτική μου υποχρέωση, πράγμα βέβαια που δεν με άφησε αυτός να ολοκληρώσω, γιατί μου έκανε νόημα να σταματήσω.
Όταν τον κοίταξα προσεκτικά όμως, ξαφνιάστηκα και τα έχασα μαζί, γιατί στο πρόσωπό του αναγνώρισα εκείνον τον καλόβολο άνθρωπο που με φιλοξένησε στο σπίτι του όταν έφτασα στην Κόρινθο, με τον οποίο λέγαμε και γελούσαμε όλη την μέρα της παραμονής της στράτευσης μου.
Χάρηκα εγώ διαπιστώνοντας, ότι ήταν διοικητής μας εκείνος ο καλός άνθρωπος, που προχθές το βράδυ με έφερε μέχρι και το στρατόπεδο, γι’ αυτό και του έδειχνα αυθόρμητα την χαρά μου. Πάγωσα όμως όταν τον είδα να με κοιτά σχεδόν βλοσυρός. Και δεν έφτανε αυτό, αλλά μου έκανε και νόημα να απομακρυνθώ από το γραφείο του, γιατί χωρίς να το καταλάβω τον πλησίασα τόσο, ώστε να θέλω να τον χαιρετίσω και με χειραψία.
– Εδώ είμαστε όλοι στρατιώτες είπε αυστηρά. Έτσι επιβάλλεται από τους κανονισμούς, γι’ αυτό και πρέπει να στέκεσαι έξι μέτρα μακριά από μένα και να αναφέρεσαι κανονικά όταν με συναντάς. Όταν όμως θέλεις να μου ζητήσεις κάτι, έχεις το ελεύθερο από μένα να έρχεσαι εδώ και να μου το αναφέρεις. Πήγαινε τώρα στην εκπαίδευσή σου, πρόσθεσε και μη σχολιάσεις την γνωριμία μας με τους άλλους στρατιώτες.
Πράγματι χάρηκα την γνωριμία μου μ’ εκείνον τον άνθρωπο, αλλά αφού αυτός έπρεπε να κρατήσει την στρατιωτική του ιδιότητα μόνον ανάμεσα μας, υποχρέωνε κι εμένα ν’ ακολουθήσω την δική του επιλογή. Κι επειδή εγώ δεν ήθελα να έχω καμιά σχέση με την ιδιότητα του, τον χαιρέτησα στρατιωτικά και έφυγα από το γραφείο του έκπληκτος.
Όχι για την επιλογή του διοικητού μου, αλλά γι’ αυτά που σκάρωσε πίσω από την πλάτη μου ο πελάτης μας. Μου έδωσε εκείνο το γράμμα όταν έφευγα από την Θεσσαλονίκη όπως το ανέφερα στα προηγούμενα, με την εντολή να το παραδώσω σε κάποιον συγγενή του στην Κόρινθο.
Το παρέδωσα βέβαια εγώ αυτό, αλλά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, αυτός που με φιλοξένησε στο σπίτι του όλη εκείνη την ημέρα, ήταν ο μέλλον διοικητής μου.
Ούτε που πέρασε από το μυαλό μου μια τέτοια εκδοχή, γι’ αυτό και έκανα άνετα παρέα μαζί του. Και δεν σας κρύβω ότι άξιζε τον κόπο να γνωρίσω εκείνον τον καλόβολο άνθρωπο, αλλά αφού αυτός περιόριζε την μετέπειτα γνωριμία μας μόνον στο στρατιωτικό της σκέλος όπως μου το έδειξε, πολύ στεναχωρήθηκα.
Έφυγα στεναχωρημένος από το γραφείο του και επειδή δεν είχα καμιά διάθεση πλέον να τον επισκεφτώ ξανά ως διοικητή μου, ποτέ δεν πήγα να τον βρω, αλλά ούτε και την συνάντησή μας στο γραφείο του ήθελα να θυμάμαι.
Μιχάλης Αλταλίκης