Η πρώτη μου ημέρα στο στρατό

πρώτη-μέρα-στρατός1Όντως και δεν ήταν καλή η ιδέα το να παρουσιαστούμε στις δώδεκα το βράδυ στο στρατόπεδο, γιατί οι στρατιώτες που περίμεναν μέχρι εκείνη την ώρα να μας παραδώσουν τον οπλισμό μας, όπως και τα υπόλοιπα που θα συνόδευαν τον καθένα μας στην στρατιωτική μας θητεία, ήταν πολύ θυμωμένοι μαζί μας. Θύμωσαν αυτοί και με το δίκαιο τους βέβαια, αφού υποχρεώθηκαν γι’ αυτό τον σκοπό, να μείνουν και αυτοί μαζί με μας ξάγρυπνοι.

 Αν και θυμωμένοι μαζί μας όμως, έκαναν με πολύ τάξη την διανομή των όσων είχαν να μας δώσουν. Προσαρμοσμένοι από το πρώτο λεπτό εμείς στα στρατιωτικά δεδομένα, κάναμε στα γρήγορα ό,τι μας έλεγαν και πηγαίναμε τρέχοντας σ’ όποιον στρατιώτη και αν μας έστελναν.

 Από τον πρώτο που περάσαμε, παραλάβαμε δύο κουβέρτες. Την μια από αυτές την ανοίξαμε όπως μας το ζήτησε και την κρατούσαμε έτσι από τις άκρες της, ώστε να σχηματίζει αυτή ένα μεγάλο σάκο. Έριξε λοιπόν αυτός εκεί μέσα την δεύτερη κουβέρτα που έπρεπε να μας δώσει και με την ίδια τάξη, μας παρέπεμπε στο επόμενο γραφείο.

 Από εκεί και μετά και σ’ όποιο γραφείο μπαίναμε στην συνέχεια, έριχνε ο καθένας απ’ αυτούς στην ανοικτή κουβέρτα μας, ότι είχε στην δικαιοδοσία του. Εσώρουχα, κάλτσες, άρβυλα, στολές, όπως και τον εξοπλισμός του στρατιώτη.

 Μας έριχναν δε εκεί μέσα ό,τι είχαν στην διάθεση τους και λόγο του ακατάλληλου της ώρας, ήταν αδύνατον να τους ζητήσει κανείς πράγματα που να αντιστοιχούν στο δικό του νούμερο. Ωστόσο, αφού έπαιρνε ο καθένας την γεμάτη από πράγματα κουβέρτα του, έφευγε για τον θάλαμο του τρέχοντας, κρατώντας στα χέρια του μαζί μ’ όλα τ’ άλλα και το βουτηγμένο στο γράσο όπλο του.

 Όταν φτάναμε στους θαλάμους μας, ακούγαμε τις οδηγίες του λοχία που έλεγε δυνατά.

 – Το εγερτήριο είναι στις πέντε και μισή το πρωί. Στην αναφορά του λόχου, πρέπει να παρουσιαστείτε με πλήρη εξάρτιση και να είστε ντυμένοι στρατιώτες. Όσο για τα πολιτικά σας ρούχα; αυτά να τα βάλετε σε μια πάνινη σακούλα που θα βρείτε μέσα στην κουβέρτα σας. Να γράψετε το όνομα σας πάνω σ’ αυτήν και να την αφήσετε δίπλα από το κρεβάτι σας.

  Ήταν δύο το πρωί όταν έφτασα κι εγώ στο κρεβάτι που μου υπέδειξαν και αυτό βρισκόταν στον θάλαμο του δευτέρου ορόφου. Βρήκα μια στοίβα πανιά πάνω σ’ αυτό και όπως μου είπαν οι πρωινοί, έπρεπε να καθαρίσω μ’ εκείνα τα πανιά το όπλο μου από τον γράσο.

 Όσοι από τους νεοσύλλεκτους μπήκαν το πρωί στο στρατόπεδο, είχαν τελειώσει απ’ αυτή την διαδικασία, γι’ αυτό και ξάπλωναν στα κρεβάτια τους ήρεμοι και έτοιμοι να παρουσιασθούν το πρωί ως στρατιώτες, με τα όπλα τους καθαρά.

 Γελούσαν βέβαια με το πάθημά μας και με το δίκαιο τους άλλωστε. Εμείς όμως; Απτόητοι προσπαθούσαμε να καθαρίσουμε τα όπλα που μας έδωσαν και μαζί με αυτό, να ξεδιαλύναμε και τα υπόλοιπα πράγματά μας.

 Τα κατάφερα ωστόσο και κατά τις πέντε το πρωί καθάρισα εσωτερικά και εξωτερικά το όπλο μου, φόρεσα την στολή μου και σύμφωνα με τις οδηγίες του λοχία, συμμάζεψα και τα πράγματά μου. Ξάπλωσα μετά στο κρεβάτι μου να ξεκουραστώ για λίγο, έστω και για μισή ώρα αν το μπορούσα.

 Ήμουν ανήσυχος μέχρι και εκείνη την ώρα, γιατί μ’ απασχολούσε το τι θα έκανα με τα άρβυλα που μου έδωσαν να φορέσω. Σαρανταεπτά νούμερο ήταν αυτά κι εγώ φορούσα σαράντα δύο. Τα είδα όταν μου τα έδωσαν, γι’ αυτό και ζήτησα να μου τα αλλάξουν, άλλα τίποτε. Και όχι μόνον τίποτε, αλλά μου την είπαν κιόλας.

 – Να ερχόσουν στην ώρα σου ρε και να έπαιρνες ό, τι θα σου έκανε. Τώρα; Πάρε αυτά και μη μιλάς.

 Μετά από εκείνη την απάντηση, τι να έλεγα εγώ και σε ποιόν; Δεν πρόλαβα να κλείσω τα μάτια μου όμως και στις πεντέμισι όπως είπαν, κτύπησαν το εγερτήριο. Ήταν ακόμη νύχτα έξω και τα φώτα δεν ήταν αναμμένα μέσα στον θάλαμο. Γινόταν χαμός λοιπόν εκεί στα σκοτεινά. Το τι γινόταν δε στις σκάλες, δεν λέγετε. Στην προσπάθεια μας να ανέβουμε ή να κατέβουμε τρέχοντας τα σκαλοπάτια για την αυλή και τις βρύσες, πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλον, γι’ αυτό και ο συνωστισμός εκεί ήταν πολύ μεγάλος.

 Ευτυχώς για μένα, είχα ξαπλώσει ντυμένος, γι’ αυτό και το μόνο που μου έμενε να κάνω εκείνη την στιγμή, ήταν να βάλω τα άρβυλα μου και να φύγω. Έβαλα λοιπόν τα άρβυλα, πήρα το όπλο μου στα χέρια και χωρίς να πάρω πετσέτα μαζί μου, κατέβαινα τις σκάλες τρέχοντας πίσω από τους άλλους, ακολουθώντας τις εντολές του λοχία που φώναζε δυνατά.

 – Τρέχουμε τώρα στραβάδια!

 Τρέχοντας λοιπόν στα σκαλοπάτια οι συνωστισμένοι, με μετέφεραν στις βρύσες θα έλεγα, αφού βρέθηκα εκεί χωρίς να πατώ στα σκαλοπάτια. Πλύθηκα εκεί μετά βασάνων χωρίς να σκουπιστώ, γιατί όπως πολύ καλά το υπολόγισα αυτό, ήταν αδύνατον να επιστρέψω την πετσέτα στο κρεβάτι μου κάτω από εκείνες τις συνθήκες.

 Όπου και να χρειαζόταν να πάω όμως, δεν γλίτωνα τα στριμωξίδια, αφού έπεφτα κατ’ ανάγκη πάνω στους διερχόμενους. Οι βρύσες ήταν στο ισόγειο και για να πλυθεί κανείς, έπρεπε να κατεβεί κάτω. Για να βρεθεί δε κανείς στις τουαλέτες, έπρεπε να βγει από το κτίριο και να πάει εκατό μέτρα μακριά απ’ αυτό. Ακόμη και στις τουαλέτες υπήρχε συνωστισμός, αφού παντού συναντούσε κανείς τους ζαλισμένους νεοσύλλεκτους, που δεν ήξεραν, που να πάνε πρώτα.

 Για μας που ήρθαμε αργά, ήταν ακόμη χειρότερα τα πράγματα, αφού δεν ξέραμε καθόλου τους χώρους, γι’ αυτό και τρέχαμε μια πάνω, μια κάτω και κανένας δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί μαζί μας. Και που να βρει χρόνο κανείς, όταν ο λοχίας φώναζε συνέχεια.

 -Τρέχουμε τώρα στραβάδια!

 Άλλος μας έσπρωχνε προς τα δω, άλλος μας έσπρωχνε προς τα εκεί σαν τα γαλόπουλα, έως ότου βρεθήκαμε τελικά σε γραμμές με αλφαβητική σειρά. Εξ αυτού, βρέθηκα να είμαι τρίτος και στην πρώτη σειρά, εκεί δηλαδή που έπαιρναν αναφορά οι αξιωματικοί και φώναζαν ένα, ένα, όλα τα ονόματα των στρατιωτών.

 Όποιος άκουγε το όνομά του, φώναζε δυνατά, παρών. Όποιος όμως δεν ακουγόταν δυνατά, τον έβγαζαν παράμερα. Όσους κρατούσαν εκεί για κάποιο λόγο, θα τους έστελναν για αγγαρεία στα μαγειρεία όπως έλεγαν. Όση ώρα όμως φώναζαν αυτοί τα ονόματα μας, εμείς ήμασταν σε θέση προσοχής και περιμέναμε έτσι, μέχρι που να φωνάξει παρών και ο τελευταίος στρατιώτης. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, ξημέρωσε για τα καλά.

 Δύο ώρες περίπου διάβαζαν ονόματα οι αξιωματικοί εκεί, αλλά και δύο ώρες γελούσαν συνεχώς όταν κοιτούσαν προς την δική μας πλευρά. Με προβλημάτισε εκείνο το γεγονός, γι’ αυτό και κάθε τόσο έψαχνα πάνω μου να δω μήπως και γελούσαν με κάτι δικό μου.

 Δεν έβλεπα τίποτε το επιλήψιμο όμως επάνω μου, αλλά και δεν ησύχαζα. Συνεχώς έψαχνα να βρω τι ήταν αυτό που τους έκανε να γελούν. Όταν όμως ξημέρωσε και το φως της ημέρας ήταν αρκετό, μπορούσα πλέον να δω και τα άρβυλα που φορούσα. Μέσα στην σύγχυση που ζούσα εκείνο το πρωινό, τα είχα ξεχάσει αυτά, γι’ αυτό και τρόμαξα στην θέα τους.

 Τρόμαξα, γιατί φορούσα ανάποδα εκείνα τα τεράστια για μένα άρβυλα. Το δεξί στο αριστερό και το αριστερό στο δεξί. Είδα τον λόγο που έκανε τους αξιωματικούς να γελούν, αλλά και τι μπορούσα να κάνω; Γελούσαν αυτοί και γελούσαν με την ψυχή τους καθώς ξημέρωνε, γι’ αυτό και όταν πια τελείωσαν με την αναφορά των ονομάτων, με φώναξαν να πάω και να σταθώ εκεί μπροστά απ’ όλους.

 Με έβαλαν να σταθώ δίπλα από τους αξιωματικούς και από εκεί έβλεπα, όπως και με έβλεπαν όλοι οι στρατιώτες. Έτσι όπως ήμουν όμως ντυμένος, με κείνα τα φαρδιά ρούχα και τα τεράστια άρβυλα που τα φορούσα ανάποδα, δικαιολογημένα γελούσαν, όχι μόνον οι αξιωματικοί, αλλά και οι στρατιώτες. Τους θύμιζα τον Σαρλώ όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και γελώντας ο λοχαγός, έλεγε με απορία,

 – Πώς το έκανες αυτό ρε;

 – Τι να σας πω του είπα κι εγώ, ταραγμένος από την ντροπή. Εγώ φορώ σαράντα δύο νούμερο. Αυτά που μου έδωσαν, είναι σαράντα επτά. Δεν κατάλαβα πώς έγινε αυτό, αλλά τα φόρεσα ανάποδα μέσα στο σκοτάδι.

 Αφού γέλασαν αρκετά μαζί μου, έδωσε ύστερα εντολή στον αποθηκάριο ο λοχαγός να μου αλλάξει τα άρβυλα. Βρέθηκα προβληματικός όμως, γι’ αυτό και μαζί με τον επόμενο που τους έκανε να γελούν, μας έστειλαν να πάμε παρέα στην Καλλιόπη.

 Ήταν πολύ κοντός αυτός και του έδωσαν να φορέσει μια στολή, που θα ήταν μεγάλη, έστω κι αν την φορούσε κάποιος πολύ ψηλός στρατιώτης. Για να βάλει εκείνη την στολή ο φουκαράς και για να μην την πατάει, αναγκάστηκε να μαζέψει τα μπατζάκια του παντελονιού μέχρι τις τσέπες του. Αυτό, έκανε και την δική του εμφάνιση να είναι για πολλά γέλια, γι’ αυτό και μας έστειλαν παρέα σ’ εκείνη την Καλλιόπη που δεν ήξερα πια ήταν, γι’ αυτό και απορούσα για τον λόγο που μας έστελναν να πάμε σε μια γυναίκα.

 Όταν όμως μου την σύστησαν τελικά, τρόμαξα στην θέα της και δεν μπορώ να σας περιγράψω τις εντυπώσεις μου. Σε καμιά περίπτωση όμως, δεν θα ήθελα να την συναντήσω ξανά, γιατί εκείνες οι τουαλέτες ήταν τέτοιες και έτσι, που σε κανέναν δεν θα ήθελα να ευχηθώ να τις συναντήσει στην ζωή του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *