Με πλησίασε κι ο πειρασμός όμως

 Παρ’ όλα αυτά όμως, έκανα ευχαρίστως την δουλειά μου όπως σας είπα και την έκανα έστω και καταπιεσμένος από τον μοναχό που με έδιωχνε από την μια κι από την άλλη ζητούσε να τον συνοδεύω εγώ ως οδηγός του, όπου κι όσες ώρες αυτός ήθελε, έστω κι αν εντελώς αδιαφορούσε για το δικό μου πρόγραμμα, όπως και για τις δικές μου υποχρεώσεις.

Υποχρεώσεις δηλαδή που με ωθούσαν να κάνω μονίμως και καθημερινά ένα σορό αγορές για την Μονή μας, αυτές που έπρεπε και να τις μεταφέρω στην συνέχεια και το συντομότερο δυνατόν μάλιστα στην έδρα της, έστω κι αν εξαιτίας αυτών των αναγκών, το κάθε λεπτό της ημέρας ήταν τελείως απαραίτητο για μένα.

Αυτόν όμως, δεν τον ενδιέφερε καθόλου, αν είχα να κάνω κι εγώ δουλειές την ίδια μέρα, ακόμη κι όταν πολύ καλά ήξερε, ότι θα έκανα και αρκετά κουραστικό και νυχτερινό δρομολόγιο στην συνέχεια της ίδιας ημέρας.

Είχε κι αυτός ανάγκη από κάποιον οδηγό είναι αλήθεια, προκειμένου να εξυπηρετηθεί, αφού κι αυτός για τις ανάγκες της ίδιας μονής πάσχιζε, αλλά ενώ μπορούσε να ζητήσει από άλλον αυτήν εξυπηρέτηση, επέμενε να την ζητάει από εμένα, χωρίς να με απαλλάσσει από άλλες ασχολίες.

Αυτός άλλωστε ήταν κι ο λόγος της δικής μου δυσφορίας, αφού μέσα στον ίδιο περιορισμένο χρόνο, μου ζητούσε να κάνω και τις δικές του απαιτήσεις όπως σας είπα. Προκειμένου να τον εξυπηρετήσω λοιπόν και πάλι μια μέρα αφού επανειλημμένα μου το ζητούσε, έγινε δέκα το βράδυ κι εγώ δεν είχα τελειώσει ακόμη την συσκευασία που ήθελε να του κάνω σε κάποιες καρέκλες που αγόρασε, ανησυχώντας μην πληγωθούν πιθανόν κατά την μεταφορά τους, αν κι εγώ θα του τις μετέφερα μέχρι το καραβάκι.

Είχα αγανακτήσει από την κακή και χωρίς διάκριση συμπεριφορά του κι από πολύ ώρα πριν σκεφτόμουν να του τα βροντήξω και να του πω μάλιστα αυτά που από πολύ καιρό μάζευα μέσα μου και να του τα πω όπως του άξιζε, αλλά από σεβασμό στο σχήμα του, όχι στον χαρακτήρα του, κατάπινα το άγχος αμάσητο, γιατί δεν είχα βρει καμιά δουλειά ακόμη, αφού άρχισα και να την ψάχνω πια προκειμένου να απαλλαγώ από αυτόν τον άδικα συμπεριφερόμενο μοναχό.

Πάλευα με πολλούς λογισμούς εκείνη την στιγμή όπως καταλαβαίνετε και μη μπορώντας να τους αντέξω, όντως πήρα την απόφαση να τα παρατήσω και να φύγω τρέχοντας από τον χώρο της ταλαιπωρίας μου, πριν μετανιώσω για την απόφασή μου.

Εκείνη την στιγμή όμως, έκανε την εμφάνιση του ένας άλλος μοναχός στο μετόχι της Μονής που βρισκόμουν, ο οποίος και με συγκρατούσε βλέποντας την αναστάτωσή μου. Ήξερε κι αυτός άλλωστε ότι είχα να κάνω ταξίδι τα ξημερώματα κι ότι είχα να παραλάβω πριν από αυτό, ένα σωρό πράγματα από τους καταψύκτες του συνεργάτη μας.

Όχι μόνον με συγκρατούσε, αλλά κι έλεγε για την κακή συμπεριφορά του μοναχού με τις αυξημένες αρμοδιότητες. Παράτησε επιτέλους αυτές τις καρέκλες. Τίποτε δεν θα πάθουν αν μείνουν ακάλυπτες και κοίταξε τον εαυτό σου. Όλη την μέρα είσαι μαζί του κι ακόμη σου ζητά να του κάνεις δουλειές; Πότε θα ξεκουραστείς εσύ; Και πως θα πας άυπνος στο ταξίδι σου;

Απαντώντας στα εύλογα ερωτήματά του, τί θα μπορούσα να του πω για την αδιάκριτη συμπεριφορά ενός πνευματικού; Ωστόσο όμως, με πίκρα  πια του έλεγα, ότι πράγματι και δεν ήθελα να δυσαρεστήσω τον εν λόγω μοναχό, αλλά και δεν μπορούσα να αντέξω πλέον, το ενδιαφέρον που έδειχνε αυτός για τις καρέκλες του και την αδιαφορία που έδειχνε για την δική μου κόπωση.

Μείνε στην θέση σου σε παρακαλώ, μου έλεγε ανήσυχος πια ο αφίχθης μοναχός και τίποτε περισσότερο μη κάνεις γι’ αυτόν, αφού βλέπεις ότι δεν σέβεται την κατάστασή σου. Ο Γέροντας γνωρίζει την προσφορά σου, όπως γνωρίζει και την δική του δυστροπία. Οπότε, θα καταλάβει την αντίδρασή σου και τίποτε δεν θα σου πει.

Αυτά μου είπε αυτός και πήγε να κοιμηθεί. Εγώ όμως, ηρεμώντας κάπως, έκανα όσα έπρεπε και πάλι για την περίπτωσή του κι αφού φόρτωσα τις καρέκλες του όπως και τα υπόλοιπα στο αυτοκίνητό μου, έκανα το δρομολόγιό μου ήσυχα κι εκείνο το χάραμα με την βοήθεια της Παναγίας.

Αν ήταν μόνον αυτό, θα το προσπερνούσα ως τυχαίο συμβάν όπως καταλαβαίνετε. Δεν ήταν όμως μόνον αυτό κι ο έχων αυξημένες αρμοδιότητες, δεν έλεγε να σταματήσει την αδιάκριτη όπως και την αψυχολόγητη συμπεριφορά του, οπότε, μετά από λίγες μέρες μου έκανε πάλι τα ίδια.

Ενώ ήμουν στην διάθεσή του δηλαδή, όπως και στις ανάγκες της Μονής μας βέβαια από τις έξη το πρωί εκείνη την ημέρα, αυτός με κρατούσε μέχρι και στις δώδεκα το βράδυ κοντά του, προκειμένου να του κάνω δέματα, αυτά που αγόρασε και ήταν μέσα σε σακούλες τακτοποιημένα.

Τίποτε δεν θα πάθαιναν αυτά μέσα στις σακούλες, αλλά αυτός, επέμενε να του τα κάνω δέματα, αδιαφορώντας τελείως για την κόπωσή μου. Κι ενώ ήξερε ότι θα έκανα το καθιερωμένο μου δρομολόγιο άυπνος, αυτός μου ζητούσε να του κάνω και κάτι επιπλέον.

Ήθελε δηλαδή να ταξιδέψει μεν μαζί μου μέχρι την Ουρανούπολη, αλλά και να ξεκινήσουμε την ώρα που αυτόν βόλευε προκειμένου να κοιμηθεί για λίγο, μια και ήταν κουρασμένος από τις υποχρεώσεις του, αν και ήξερε ότι έπρεπε να φορτώσω πολλά και πάλι από τον συνεργάτη μας, να κάνω το δρομολόγιό μου σε μιάμιση ώρα, να τα ξεφορτώσω τακτοποιημένα όλα μέσα στο καραβάκι κι αμέσως μετά να επιστρέψω άυπνος στην έδρα μου, προκειμένου να επιληφθώ την παραλαβή άλλων κι ευπαθών μάλιστα αναγκών, ήδη δρομολογημένων από τον αρμόδιο επίτροπο της Μονής μας, τα οποία θα βρισκόταν εκτεθειμένα σε ακάλυπτο χώρο μέχρι να τα παραλάβω.

Πράγματι λοιπόν κι έσκασα με την νοοτροπία του και ήδη ετοιμάστηκα να παρατήσω τα πάντα εκεί κι ας έκανε ότι ήθελε με όλα αυτά ο εντελώς αδιάκριτος έχων αυξημένες αρμοδιότητες μοναχός. Από σύμπτωση και πάλι όμως, έτυχε να βρίσκεται στο μετόχι μας ένας ηλικιωμένος μοναχός, ο οποίος ξάπλωνε λόγω υγείας στο δωμάτιο του και μη μπορώντας να ησυχάσει από τον θόρυβο που έκανα, αλλά κι από την ώρα που έβλεπε να με κρατά απασχολημένο ο δύστροπος μοναχός, βγήκε στην αυλή της εκκλησίας και με δάκρια στα μάτια με παρακαλούσε να μην παραιτηθώ, σαν να διάβασε θα έλεγα τους λογισμούς μου, αλλά και την απόφασή μου να τους εγκαταλείψω τελικά.

Μη παραιτείσαι εξαιτίας του παιδί μου έλεγε. Σε χρειάζεται το μοναστήρι μας. Που αλλού θα βρει αυτός έναν τέτοιο συνεργάτη; Μη του δίνεις σημασία σε παρακαλώ, έλεγε ξανά και ξανά ο ηλικιωμένος μοναχός πιάνοντας μου από το χέρι.

Μη επιτρέψεις να χάσει το μοναστήρι μας, έναν τόσο χρήσιμο συνεργάτη.

Κάνε λίγη υπομονή ακόμη μαζί του και πιστεύω ότι θα καταλάβει στο τέλος, ότι δεν είναι καθόλου σωστό να σε κρατά μέχρι και τα μεσάνυχτα στην διάθεση του. Αυτός είναι μοναχός. Εσύ όμως έχεις οικογένεια κι έπρεπε να βρίσκεσαι στο σπίτι σου αυτήν την ώρα.

Πίστεψέ με, ότι θα καταλάβει το λάθος του και θα σταματήσει να σε καταπιέζει τόσο πολύ. Μη στενοχωριέσαι όμως σε παρακαλώ και μείνε στην θέση σου, αφού ξέρεις ότι όλοι εμείς σε αγαπούμε και ήμαστε πολύ ευχαριστημένοι από την προσφορά σου.

Θα καταλάβει το λάθος του, έλεγε κλαίγοντας ο ηλικιωμένος μοναχός και δεν έλεγε να φύγει από κοντά μου, αν δεν έπαιρνε την διαβεβαίωσή μου ότι δεν θα τους εγκατέλειπα. Τον καθησύχασα βέβαια κι όντως έκανα και πάλι ότι μου ζήτησε ο έχων αδιάκριτη συμπεριφορά, αν και παρέμενε πολύ σκληρός μαζί μου.

Όχι μόνον δεν καταλάβαινε δηλαδή το λάθος του, αλλά κι επέβαλε αυτήν την τακτική, επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια, σαν να μην μπορούσε να επιλέξει μέσα του, μια άλλη και ποιο εποικοδομητική συμπεριφορά.

Έδινα, δεν έδινα σημασία όμως στα καμώματα του εν λόγω μοναχού, όντως υπέφερα. Κι επειδή δεν μπορούσα να βρω άλλη δουλειά, ώστε να έχω τουλάχιστον κι εγώ την ευκαιρία να του δείξω, πόσο εκτιμούσα την αλαζονική του συμπεριφορά, κατάπινα άγχος καθημερινά και τόσο πολύ μάλιστα, που μου πονούσαν τα δόντια πλέον, αν και δεν είχα κανένα πρόβλημα σ’ αυτά όπως μου έλεγε ο οδοντίατρος.

Άγχος είναι αυτό που έχεις έλεγε και ζητούσε να του πω από που ερχόταν ώστε να προτείνει τις ανάλογες λύσεις. Τι να του έλεγα λοιπόν και τι να του μαρτυρούσα; Από παντού μου έρχεται το άγχος του έλεγα και δεν μπορώ να το σταματήσω κι εξαιτίας του βρίσκομαι έρμαιο στην διάθεση κάποιου που δεν μπορώ να αποχωριστώ με κανένα τρόπο, γιατί είναι εργοδότης μου κι άλλη δουλειά δεν βρίσκω.

Έχεις μεγάλο πρόβλημα έλεγε αυτός και το μόνο που βρήκε να μου δώσει ως λύση, ήταν να μου επιβάλει να ξαπλώνω έστω και για λίγο όπου κι αν μου δινόταν η ευκαιρία, αλλά ούτε κι αυτό μπορούσα να κάνω εύκολα, γιατί οι ανάγκες της δουλειάς μου δεν μου το επέτρεπαν.

Το πως θα έβρισκα λύση λοιπόν και σ’ αυτό το πρόβλημα σκεπτόμουν ένα πρωινό, όταν σκεφτικός σταμάτησα με το αυτοκίνητο μου στην οδό Γιαννιτσών της πόλης μας, αναζητώντας έναν μηχανουργό, για τον οποίο ήξερα ότι κάπου εκεί ήταν εγκατεστημένος, προκειμένου να του ζητήσω την κατασκευή ενός εξαρτήματος που μου παρήγγειλε προ ημερών ο αρμόδιος επίτροπος.

Έφυγε μου είπε κάποιος και μάλιστα βγήκε στην σύνταξη. Επιστρέφοντας στο αυτοκίνητο μου στην συνέχεια, έψαχνα μέσα μου να βρω, από ποιον άλλον μηχανουργό θα μπορούσα να ζητήσω την λύση του προβλήματός μου, αλλά σταμάτησα τις σκέψεις μου, δεδομένου ότι είδα έναν παππού να φέρνει βόλτες με το μπαστούνι του γύρο από το αυτοκίνητο μου.

Πλησιάζοντάς τον λοιπόν, του έλεγα πειραχτικά. Τι συμβαίνει βρε παππού; Έχουμε κανένα πρόβλημα; Όχι έλεγε αυτός, ενώ άρχισε να μου κάνει ερωτήσεις. Κοιτώ τις πινακίδες σου όμως και θέλω να σε ρωτήσω, από που μας έρχεσαι.

Παππούς είναι σκέφτηκα, ας του απαντήσω. Από την Χαλκιδική έρχομαι κι αν μου το επιτρέπεις, θέλω να ανέβω στο αυτοκίνητό μου κι όπως πρέπει, να πάω στην δουλεία μου. Βεβαίως να πας έλεγε αυτός, αλλά και με κρατούσε από το μανίκι, προκειμένου να μου κάνει άλλη ερώτηση.

Ναι. Αλλά δεν μου είπες ακόμη, από ποιο μέρος της Χαλκιδικής μας ήρθες. Νομίζοντας ότι θα τον απέφευγα αν του απαντούσα, του είπα στα γρήγορα, ότι από το Άγιο Όρος ερχόμουν και πάλι έκανα να ανέβω στο αυτοκίνητό μου, αλλά αυτός επέμενε να με κρατά από το μανίκι, ενώ μου έλεγε με σιγουριά.

Το κατάλαβα. Και ποιά δουλειά ακριβώς κάνεις εκεί; Βρήκα τον μπελά μου σήμερα με αυτόν τον παππού έλεγα μέσα μου, αλά για να τελειώνω μαζί του, του έλεγα στα γρήγορα και πάλι ότι κάνω την τροφοδοσία σε κάποιο μοναστήρι κι ότι έχω δουλειά και πρέπει να φύγω.

Δεν τελειώνουν οι δουλειές έλεγε αυτός κι αφού με έπιασε αγκαζέ, με  οδηγούσε προς την γωνία του τετραγώνου που ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο μου και πάλι έλεγε χαρούμενος αυτήν την φορά. Χρόνια τώρα περιμένω να βρω κάποιον που να έρχεται από το Άγιο Όρος κι αφού βρήκα εσένα σήμερα, άκουσε τι θα σου πω.

Την δουλειά που κάνεις εσύ, την έκανα κι εγώ πριν από αρκετά χρόνια. Ξέρω πολύ καλά την αγορά δηλαδή, όπως ξέρω πολύ καλά και την νοοτροπία των μοναχών. Αυτοί νομίζουν ότι όλα τα ξέρουν κι εξαιτίας αυτού όπως καταλαβαίνεις, εύκολα τρων παραμύθια από όποιον ξέρει πως να τους τα πασάρει.

Εσύ όμως, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι τέτοιο. Τα βλέπεις όλα αυτά τα μαγαζιά που είναι μέχρι εκεί κάτω; Όλος αυτός ο δρόμος όπως κι αυτός που είναι από την άλλη πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου, είναι γεμάτος από ακίνητα κι όλα αυτά είναι δικά μου.

Θέλω να σου πω όπως καταλαβαίνεις, ότι όλα αυτά τα έκανα με τον τρόπο που θα σου δείξω, ώστε να κάνεις κι εσύ το ίδιο. Δεν με ενδιαφέρει βρε παππού του έλεγα εγώ προκειμένου να γλιτώσω, αλλά αυτός επέμενε. Άκουσε με. Για το καλό σου το λέω. Άκουσε μια συμβουλή από κάποιον που από πείρας ξέρει να σου πει τι να κάνεις και μην αρνείσαι την συμβουλή μου.

Θα παίρνεις τις παραγγελίες τους έλεγε και θα αγοράζεις τα πράγματα που θα σου ζητούν οι μοναχοί, με την προσθήκη βέβαια, ενός μικρού κέρδους για τον εαυτός σου. Δεν θα βάζεις όμως παραπάνω από το δέκα τις εκατό. Δεν χρειάζεται δηλαδή να είσαι υπερβολικός.

Κρατώντας το ένα δέκατο μόνον για μένα, είδες πόσα απέκτησα; Να κάνεις κι εσύ το ίδιο λοιπόν, ώστε να έχεις τόσα που έχω κι εγώ και δεν σου χρειάζονται τα περισσότερα. Κάνε αυτό που σου λέω φίλε μου και δεν θα το μετανιώσεις.

Ήθελε να μου πει κι άλλα σχετικά εκείνος ο παππούς, αλλά προκειμένου να απαλλαγώ πια από αυτόν, του είπα ότι είχα πολύ δουλειά εκείνη την ημέρα κι ότι θα επέστρεφα άλλη φορά να τον βρω, οπότε, θα τα λέγαμε με την ησυχία μας κι έτσι τον απέφυγα. Ακόμη με περιμένει όμως.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *