Μπήκαμε στο καλοκαίρι εν τω μεταξύ και ανάμεσα στις άλλες δουλειές που είχα να κάνω, μου έδωσαν και την εντολή από τα γραφεία μας, να εξετάσω από κοντά και την οικοσκευή ενός διπλωμάτη, την οποία έπρεπε να μεταφέρουμε σε μια πόλη της Αμερικής.
Ήταν περίεργες όλες αυτές οι οικοσκευές των διπλωματών, γι’ αυτό και ήθελαν ειδική συσκευασία όπως και ειδικό έλεγχο από τους υπαλλήλους του τελωνείου. Τα πράγματα που είχαν στα σπίτια τους αυτοί, δεν ήταν συνηθισμένα έπιπλα και η αξία τους ήταν πάντα το επίμαχο σημείο ελέγχου για το τελωνείο.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που πριν ακόμη μπούμε εμείς στην διαδικασία να κάνουμε την συσκευασία μιας τέτοιας οικοσκευής, καταγράφαμε πρώτα από όλα, ένα, ένα και λεπτομερώς, όλα τα προς μεταφορά αντικείμενα, δίπλα από τα οποία και για το καθένα χωριστά, αναφέραμε και την αξία που μας δήλωνε ο κάτοχος τους.
Με βάση αυτήν την καταγραφή, μπορούσε ο αρμόδιος τελωνειακός υπάλληλος να κάνει επιτόπου και τον πρώτο σχετικό έλεγχο. Στη συνέχεια κι αφού κάναμε την συσκευασία τους, μεταφέραμε την οικοσκευή στο χώρο του τελωνείου, όπου και γινόταν ο δεύτερος και κυρίως έλεγχος.
Εφόσον όλα ήταν σωστά κι έτσι όπως μας τα δήλωνε ο δικαιούχος τους, τότε και μόνον τότε τα βάζαμε όλα μαζί σε ένα κοντέινερ τα οποία και στέλναμε στην συνέχεια στον προορισμό τους κλειδωμένα.
Όταν λοιπόν πήγα να εξετάσω την συγκεκριμένη οικοσκευή στην οποία και αναφέρομαι, είδα ότι όλα τα έπιπλα τους ήταν όντως περίεργα κι ότι ανάμεσα σ’ αυτά, υπήρχαν και πολλοί πίνακες ζωγραφικής.
Από μια πρόχειρη και γρήγορη ματιά που έριξα, τόσο στους πίνακες που έβλεπα να διακοσμούν τους τοίχους, όσο και στα υπόλοιπα αντικείμενα που υπήρχαν διάσπαρτα πέριξ των επίπλων και σε όλους τους χώρους, διαπίστωνα την μεγάλη τους οικονομική αξία, γι’ αυτό κι έλεγα στην ιδιοκτήτρια που με ξεναγούσε στο εσωτερικό του επίσης πολύ μεγάλου σπιτιού τους.
– Για όλα αυτά που βλέπω εδώ μέσα, θα πρέπει να έχετε τα αντίστοιχα τιμολόγια αγοράς. Μαζί με αυτά, θα πρέπει έχετε και την κατάσταση κατοχής τους, βάση της οποίας και κάνατε την εισαγωγή τους όταν αυτά τα φέρατε εδώ από τον προηγούμενο τόπο αναχώρησης σας.
Αν δεν έχετε τα παραπάνω δικαιολογητικά κυρία μου, πολύ φοβάμαι ότι άδικα μας φωνάξατε εδώ, γιατί χωρίς αυτά, δεν θα μπορείτε να τα εξάγετε από την χώρα.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι της αυτή και με βεβαίωνε ότι όντως τα είχε.
– Τα έχω όλα κύριε. Μην ανησυχείτε.
Δείχνοντας μου μετά την πόρτα του σαλονιού τους, συμπλήρωνε χαρούμενη και ικανοποιημένη από την αναγνώριση που έκανα, για την αξία των αντικειμένων τους.
– Ελάτε κι από εδώ κύριε. Υπάρχουν κι άλλα που πρέπει να δείτε.
Μπαίνοντας μέσα στο μεγάλο σαλόνι τους, είδα να υπάρχουν κι εκεί πολλά πράγματα αξίας, αλλά το τεράστιο πιάνο με ουρά που έβλεπα να υπάρχει εκεί, όντως επισκίαζε τα πάντα με τον όγκο του αλλά και με την αξία του, από όσα τουλάχιστον έτυχε να ξέρω για αυτά τα όργανα.
Έμεινα όμως όταν το είδα κι όχι για την αξία του, αλλά για την δυσκολία που έβλεπα να υπάρχει στον τρόπο μετακίνηση του, αφού εγώ για την εκτίμηση της μεταφορά των αντικειμένων βρισκόμουν εκεί και γι’ αυτήν έπρεπε να συλλέξω πληροφορίες.
Όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα ήταν παιχνίδι μπροστά στο πρόβλημα που μου παρουσίαζε η μετακίνηση του πιάνου, γι’ αυτό και αυθόρμητα σχεδόν ρωτούσα την κυρία.
– Μα πως ανεβάσατε αυτό το πιάνο εδώ πάνω και μάλιστα στον όγδοο όροφο;
Δεν απάντησε στο ερώτημα μου η κυρία κι επειδή εγώ για πρώτη μου φορά έβλεπα τέτοιο πιάνο από κοντά, αφέθηκα στο να το περιεργάζομαι. Δοκίμασα και να το σηκώσω από την μια πλευρά τουλάχιστον, αλλά ούτε και να το κουνήσω δεν κατάφερα.
Πρόσεχε της αντιδράσεις μου η κυρία, γι’ αυτό και έλεγε χαμογελώντας και πάλι.
– Τριακόσια πενήντα κιλά ζυγίζει. Κι όπως το βλέπετε, δεν μπορείτε να το μετακινήσετε μόνος σας. Σας πληροφορώ όμως, ότι αυτοί που μας το έφεραν εδώ, το ανέβασαν στο μπαλκόνι μας με γερανό και με την συμμετοχή έξι εργατών το μετέφεραν από κει στο σημείο που είναι τώρα.
Θα πρέπει λοιπόν να κάνετε κι εσείς το ίδιο, αν θέλετε να το κατεβάσετε με ασφάλεια. Θα πρέπει όμως να σας υπενθυμίσω, ότι η αξία του πιάνου είναι ανάλογη του βάρους του.
Να λάβετε υπόψιν σας λοιπόν αυτά που εσείς βλέπετε τώρα, όπως κι αυτά που εγώ σας είπα κι αν αποφασίσετε να κάνετε την μεταφορά της οικοσκευής μας, θα πρέπει να προσέξετε πολύ μη κάνετε καμιά ζημιά στο πιάνο μεταφέροντας το, γιατί αυτήν την ζημιά θα την επιβαρυνθείτε εσείς.
Μετά από όσα μου είπε η κυρία, έπρεπε κι εγώ να την καθησυχάσω, γι’ αυτό και της έλεγα.
– Μην ανησυχείτε κυρία μου. Θα φύγω τώρα αφού τα είδα όλα και θα επιστρέψω το συντομότερο με το συνεργείο των εργατών μας. Θα έρθω να κάνω την συσκευασία της οικοσκευής σας πρώτα και μετά θα δω πως και από πού θα αρχίσω την μεταφορά της, αφού βέβαια την αναλάβουμε.
Θα σας ενημερώσω πάντως για ότι αποφασίσουμε επί του θέματος.
Αυτά έλεγα στην κυρία λίγο πριν φύγω από την γειτονιά τους κι όταν επέστρεψα στα γραφεία μας, ενημέρωσα τον διευθυντή μας για την κατάσταση της οικοσκευής που εξέτασα, όπως και για όλα όσα είδα εκεί να μας προβληματίζουν.
Και για να του δώσω σύντομα την απάντηση, για το πόσο θα κόστιζε σε μας η εν λόγο μεταφορά, άρχισα αμέσως σχεδόν να μελετώ, τον τρόπο με τον ποιόν θα μπορούσα να κατεβάσω το πιάνο πρώτα στον δρόμο, ώστε μαζί με αυτό, να υπολογίσω και το συνολικό κόστος μεταφοράς, έως ότου μεταφερθούν όλα τα υπάρχοντα τους στο λιμάνι της πόλης μας.
Το πώς θα κατέβαζα το πιάνο με ασφάλεια από τον όγδοο όροφο στον δρόμο σκεπτόμενος, άρχισα να ψάχνω έναν γνωστό μου ΄΄γερανίστα΄΄ και καλλιτέχνη του είδους για τέτοιες δύσκολες περιπτώσεις, ώστε να του αναθέσω αυτή την δύσκολη μεταφορά, αλλά πουθενά δεν μπορούσα να το βρω όσα τηλεφωνήματα κι αν έκανα γι’ αυτόν τον σκοπό.
Τον είχα δοκιμάσει πολλές φορές αυτόν κατά διαστήματα και σε άλλες δύσκολες περιπτώσεις, όταν εκ των πραγμάτων ήταν επιβεβλημένη η μεσολάβηση του γερανού του και πάντοτε είχαμε καλά αποτελέσματα μαζί του.
Να όμως που εξαφανίστηκε τότε, που και πάλι τον χρειαζόμουν. Είχε πολύ μεγάλη μύτη ο φουκαράς, γι’ αυτό και τις κρύες μέρες του χειμώνα της φορούσε ένα δερμάτινο γάντι.
Φοβόταν μη του κρυώσει και του πέσει και τότε τι θα έκανε χωρίς μύτη; Από καιρό λοιπόν σκεπτόταν να την εγχειρίσει, ώστε να την κοντύνει κάπως, αλλά δεν έμαθα τι έκανε με αυτό το θέμα.
Αυτό το ενδεχόμενο σκεπτόμενος, αναγκάστηκα να τον επισκεφτώ στο σπίτι του, μήπως κι εξαιτίας αυτής της επέμβασης ανάρρωνε εκεί. Δυστυχώς όμως ούτε και στο σπίτι του τον βρήκα κι από ότι μου έλεγαν οι γείτονες του, μάλλον έφυγε για διακοπές, προφανώς για να κρύψει κάπως την επέμβαση που έκανε τελικά στην μύτη του.
Γύρισα στον Σταθμό προβληματισμένος μετά από κείνη την επίσκεψη και ο εργολάβος των εργατών που ήξερε το πρόβλημά μου, μου πρότεινε μια άλλη λύση προκειμένου να με συμπαρασταθεί, η οποία όντως και φάνταζε περίεργη στο μυαλό μου για το είδος του προβλήματος που αντιμετώπιζα.
Είχαμε έναν άλλον Γιώργο εκεί κάτω στον σταθμό και αυτός έκανε με το τρίκυκλο του μικρομεταφορές εντός της πόλης, όπως και πολλοί άλλοι σαν κι αυτόν τρικυκλάδες.
Όλοι αυτοί οι τρικυκλάδες, είχαν αποκτήσει ένα κοινό παρατσούκλι. Τούς έλεγαν Γκοτζαμάνιδες, από το επίθετο εκείνου του τρικυκλά που σκότωσε τον πολιτικό Λαμπράκη.
Σ’ αυτόν λοιπόν τον δικό μας Γκοτζαμάνη με έστελνε ο εργολάβος και αυτά μου πρότεινε.
– Πήγαινε στον Γιώργο τον Γκοτζαμάνη και πες του ότι θέλεις να κατεβάσεις ένα πιάνο από την όγδοο όροφο στον δρόμο. Αυτός θα σου λέει ότι δεν μπορεί να το κάνει, αλλά εσύ θα επιμένεις.
Θα του λες ότι δεν έχεις άλλη λύση και ότι θέλεις να το κάνει για σένα. Αυτός θα λέει συνεχώς όχι, αλλά εσύ θα επιμένεις και θα δεις ότι στο τέλος θα τον καταφέρουμε και θα μας βοηθήσει.
Σκέψου ακόμη, ότι πολύ δύσκολα θα βρούμε γερανίστα ικανό να του εμπιστευτούμε αυτή την δουλειά κι αν πάλι τον βρούμε, θα είναι μεγάλος μπελάς αυτή η μεταφορά, γιατί θα πρέπει να κλείσουμε για κάμποσες ώρες τους δρόμους της περιοχής.
Αν φτάσουμε στο σημείο να κλείσουμε τους δρόμους, θα μαλώνουμε με την Τροχαία κι αν μας διώχνουν αυτοί από εκεί, είναι καλύτερα για μας να ξεχάσουμε αυτήν την μεταφορά.
Όπως σου λέω λοιπόν, μόνον ο Γκοτζαμάνης θα μας κάνει αυτήν την δουλειά και μάλιστα πολύ καλύτερα από τον γερανό. Δώσ’ του όσα σου ζητήσει, αλλά κόλλησε πάνω του και μη τον αφήνεις. Θα μας κάνει την χάρη και ας λέει συνέχεια όχι αυτός.
Άκουγα όλα αυτά που μου έλεγε ο εργολάβος, ενώ σκεπτόμουν το πως ήταν δυνατόν να κάνει μια τέτοια δουλειά αυτός ο μικρόσωμος άνθρωπος, που όλος και όλος ήταν σαράντα κιλά.
Να σηκώσει δηλαδή με την μικρή του πλάτη το δεκαπλάσιο βάρος του σώματος του και προπαντός, πως ήταν δυνατόν να κατεβάσει αυτό το τεράστιο πιάνο με την ουρά από τον όγδοο όροφο στον δρόμο.
Αυτά σκεπτόμενος, έλεγα στον εργολάβο.
– Μα είναι δυνατόν να γίνει αυτό που μου λες; Σαράντα κιλά δεν είναι καλά-καλά αυτός και θα σηκώσει με την μικρή του πλάτη τα τριακόσια πενήντα κιλά;
Εγώ δοκίμασα να το κουνήσω και τίποτε δεν κατάφερα. Πώς λοιπόν περιμένεις να το σηκώσει μόνος του; Θέλεις να τον σκοτώσουμε τον άνθρωπο;
Αυτά έλεγα στον εργολάβο, αλλά αυτός επέμενε.
– Ούτε σύ μπορείς να το κάνεις αυτό, ούτε και κανείς άλλος το μπορεί. Αυτός όμως μπορεί. Είναι ειδικός. Άκου που σου λέω. Θα εκπλαγείς, όταν δεις να το κάνει. Μην ανησυχείς εσύ. Αυτός έχει την τεχνική και μπορεί να το κάνει.
– Τι τεχνική ρε συ; Τριακόσια πενήντα κιλά είναι το πιάνο και οκτώ ορόφους κάτω πρέπει να το κατεβάσει. Είναι δυνατόν να μπορεί αυτό το μυρμήγκι να κάνει αυτό που μου λες;
– Μπορεί! επέμενε να λέει αυτός. Αυτός ο μέρμηγκας όπως τον αποκαλείς, μπορεί και ας φαίνεται σε σένα τρελό αυτό που ακούς.
Έληξε η κουβέντα που είχα με τον εργολάβο κι εγώ άρχισα από εκεί και μετά να σκέφτομαι, το πώς θα πλησίαζα τον Γκοτζαμάνη για τον λόγο που σας ανέφερα. Αφού πήρα την απόφαση να το κάνω όμως, το επιχείρησα.
Και το επιχείρησα τότε, που τον είδα να κάθεται χαλαρός και να ρεμβάζει από την ράμπα της αποθήκης του ΟΣΕ. Προκειμένου να τον δω να χαλαρώνει ακόμη περισσότερο όμως, του έστειλα με τον καφετζή μας δύο καφέδες, ένα για μένα κι έναν γι’ αυτόν, με την παράκληση να με περιμένει, ώστε να πιούμε μαζί τον καφέ μας.
Έδωσα στον εργολάβο τις απαραίτητες για τα υπόλοιπα θέματα οδηγίες κι αμέσως μετά πήγα με κάποιους ενδοιασμούς να πιώ τον καφέ μου παρέα όπως του το υποσχέθηκα με τον Γκοτζαμάνη τον Γιώργο.
Δεν έβρισκα άλλο τρόπο, για το πως θα του ζητούσα να μου κάνει την δουλειά που ήθελα, γι’ αυτό και το έριξα λίγο στην διπλωματία.
– Ήξερα ότι είσαι καλός στην δουλειά σου ρε Γιώργο, αλλά ότι μπορείς να κατεβάσεις ένα πιάνο από τον τέταρτο όροφο κάτω, αυτό δεν το ήξερα, αλλά ούτε και να το πιστέψω μπορώ.
– Παλιά μπορούσα είπε αυτός, τώρα όμως δεν μπορώ. Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που έκανα κάτι παρόμοιο και τώρα δεν θέλω να το ξανακάνω.
– Μα μπορείς αλήθεια να σηκώσεις τριακόσια κιλά στην πλάτη σου;
– Έχω σηκώσει και πεντακόσια είπε αυτός, αναπολώντας τα περασμένα.
– Πεντακόσια κιλά ρε Γιώργο, δεν είναι πολλά να τα βάλει κανείς επάνω του; Εγώ δεν μπορώ ούτε και να φανταστώ, ότι εσύ, όλος και όλος σαράντα κιλά άνθρωπος, θα βρίσκεσαι κάτω από πεντακόσια κιλά. Βλέπω να γίνεσαι πίτα στο πάτωμα κάτω από αυτό το βάρος.
– Εσένα έτσι σου φαίνεται είπε, γιατί δεν ξέρεις τι δυνάμεις έχει ο άνθρωπος. Βλέπεις τα μυρμήγκια με τι ευκολία μπορούν και σηκώνουν το εικοσαπλάσιο του βάρους τους; Το ίδιο μπορεί να κάνει κι ο άνθρωπος.
Έχει μυαλό όμως αυτός κι αυτό το χρησιμοποιεί μόνον, για το πως θα κάνει τα λιγότερα από τεμπελιά, αλλά κι από φόβο. Όπως βλέπεις λοιπόν, αυτό είναι θέμα που αντιμετωπίζεται με ψυχολογία και τεχνική.
Χωρίς ψυχολογία και χωρίς τεχνική, το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του, είναι να γίνει τεμπέλης και αδύναμος.
– Αλήθεια σου λέω ρε Γιώργο, δεν μπορούσα να φανταστώ, ότι εσύ ήξερες τόσα πολλά και σημαντικά πράγματα από την ζωή. Πού τα έμαθες όμως όλα αυτά και πως έφτασες στο σημείο να κάνεις τέτοιου είδους μεταφορές με την μικρή σου πλάτη;
– Τι να σου πω. Είναι μεγάλη ιστορία αυτή. Έχω να σου πω όμως ότι έμαθα πολλά και μάλιστα από πολύ μικρός, αφού μεγάλωσα ανάμεσα σ’ αυτούς που ήταν δάσκαλοι του είδους και ήξεραν από κόλπα και πολλές τεχνικές. Έτσι κι εγώ τώρα, επαληθεύοντας την παροιμία που λέει ότι, με όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις, κάνω όσα έμαθα από τους δασκάλους μου.
– Τώρα; Γιατί δεν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο; Έχεις κανένα πρόβλημα υγείας; Η απλώς φοβάσαι μη σε λιώσει το βάρος που σκέπτεσαι να σηκώσεις;
– Τίποτε από όλα αυτά δεν σκέφτομαι. Απλώς, δεν θέλω να το κάνω για το μεροκάματο, αφού τώρα πια έχω άλλη δουλειά.
– Αν σου πω ρε Γιώργο, ότι μου βγήκε μια τέτοια δύσκολη περίπτωση και χρειάζομαι την βοήθειά σου, τι λες; Θα έρθεις να μου την κάνεις;
– Ε, τώρα ρε συ, μου βάζεις πολύ δύσκολα. Δεν θέλω να σου χαλάσω το χατίρι, αλλά να είπε και σταμάτησε να μιλά.
Αφού πήρα θάρρος από την κουβέντα μας, του είπα στην συνέχεια.
– Μη σκέφτεσαι το μεροκάματο Γιώργο. Όσα κι αν μου ζητήσεις, θα σου τα δώσω. Αρκεί εσύ να μπορείς να το κάνεις. Για κανένα λόγο όμως, δεν θα ήθελα να σε δω σκοτωμένο, προκειμένου να κάνω εγώ την δουλειά μου.
– Όχι ρε συ. Μη φοβάσαι και δεν θα με σκοτώσεις. Αλλά να. Δεν έχω και σαμάρι. Δεν ξέρω και πόσα να σου ζητήσω γι’ αυτό που θέλεις να κάνω, γι’ αυτό άφησε το καλύτερα.
Το σαμάρι ήταν μια ειδική κατασκευή σαν σαμάρι, που το φορούσαν τότε οι εργάτες στην πλάτη τους και με αυτό κρατούσαν ακίνητο ότι φορτίο κι αν μετέφεραν.
Το σαμάρι και η ακινησία του αντικειμένου που μετέφεραν οι αχθοφόροι, ήταν τα απαραίτητα μέρη της τεχνικής τους, γι’ αυτό και ο Γιώργος αναπολούσε το εργαλείο του.
Το είχε δώσει όπως είπε σε άλλον αχθοφόρο, προκειμένου να κάνει εκείνος πιο εύκολα την δουλειά του, δεδομένου ότι σταμάτησε πλέον να το χρησιμοποιεί ο Γιώργος.
Προκειμένου να κάνω εγώ την δική μου δουλειά, του υποσχόμουν ότι θα του έβρισκα σαμάρι.
– Σαμάρι θα σου φέρω εγώ ρε Γιώργο από το λιμάνι και να ξέρεις, ότι θα σου δώσω χίλιες δραχμές του είπα, αρκεί εσύ να μου πεις το ναι.
– Χίλιες δραχμές; Έκανε αυτός απορημένος. Χίλιες δραχμές ρε συ είναι ένα ολόκληρο μηνιάτικο; Τι μου ζητάς να κάνω;
– Έχω ένα πιάνο με ουρά ρε Γιώργο κι αυτό βρίσκεται στον όγδοο όροφο μιας οικοδομής. Ζυγίζει τριακόσια κιλά κι εγώ το θέλω στον δρόμο.
– Δεν ζυγίζει τριακόσια κιλά με έκοψε με στόμφο ο Γιώργος. Τριακόσια πενήντα κιλά ζυγίζει. Ανέβασα πριν από πέντε χρόνια ένα τέτοιο στον πέμπτο όροφο, αλλά το ανέβασα. Το κατέβασμα όμως είναι πιο δύσκολο από το ανέβασμα, γι’ αυτό και δεν θέλω να το κάνω.
– Γιατί ρε Γιώργο; Τι φοβάσαι; Θα είμαστε κι εμείς εκεί και θα σε βοηθήσουμε.
– Τι να με βοηθήστε ρε; Δεν θέλω κανέναν σας κοντά μου, γιατί το παραμικρό ακούμπισμα από σας, μπορεί να γίνει θανατηφόρο για μένα. Τι νομίζεις; Είναι ένα απλό πράγμα αυτό που μου ζητάς να κάνω; Άσε με να το σκεφτώ, είπε και θα σου πω.
Τον άφησα να το σκεφτεί με την ησυχία του αφού έτσι ήθελε και την επομένη το πρωί όταν με είδε να πίνω καφέ με τον εργολάβο, ήρθε κοντά μας και μου είπε πολύ σοβαρά.
– Δεν θέλω να σε χαλάσω το χατίρι ρε συ. Αλλά και δεν θέλω να το κάνω. Τα λεφτά που μου δίνεις είναι πολλά. Δεν θέλω τόσα. Τα μισά μου φτάνουν. Αλλά να, είπε πάλι και σταμάτησε.
– Τι είναι ρε Γιώργο; Αν το φοβάσαι, άστο. Δεν θέλω να σε πιέσω του είπα κι έφυγα από κοντά τους γιατί κάποιος με φώναζε.
Όταν μετά από μια ώρα επέστρεψα πίσω, τον βρήκα αποφασισμένο να το κάνει, γι’ αυτό και μου έλεγε.
– Θα το κάνω. Αλλά μόνον γι’ αυτήν την φορά. Δεν θέλω όμως να μου ζητήσεις να το επαναλάβω. Όπως σου είπα, θέλω να κόψω από αυτές τις ιδιότροπες μεταφορές. Δεν είναι απλό πράγμα αυτό που μου ζητάς και θέλω να μου δώσεις μόνον πεντακόσιες δραχμές. Όχι χίλιες. Είναι πολλές οι χίλιες.
– Θα σου δώσω χίλιες του είπα και ας μη τα θέλεις εσύ. Θα σε φωνάξω όμως να το επιχειρήσουμε, τότε που εγώ θα είμαι έτοιμος.
Αφού έγιναν όλες οι υπόλοιπες και απαραίτητες συμφωνίες με τους κατόχους εκείνης της οικοσκευής, αναλάβαμε την μεταφορά της τελικά κι αφού την αμπαλάραμε, πήγαμε όλοι μαζί οι εργάτες κι εγώ μια μέρα να κάνουμε την μετακόμιση της, μεταφέροντας την από την πολυκατοικία που βρισκόταν, στο λιμάνι της πόλης μας.
Τον Γκοτζαμάνη τον είχαμε από το πρωί μαζί μας εκείνη την ημέρα, ο οποίος και ανέβηκε από την πρώτη ώρα στον όγδοο όροφο να δει το πιάνο, αλλά και να εξετάσει στην συνέχεια τον χώρο που διέθεταν οι σκάλες.
Αυτές δε, πολλές φορές τις ανέβηκε προκειμένου να μελετήσει την διαδρομή τους, αλλά και τον τρόπο που θα τις κατέβαινε φορτωμένος το πιάνο στην πλάτη του.
Όταν όμως εμείς κατεβάσαμε από το σπίτι όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα και τα βάλαμε στο φορτηγό που είχαμε μαζί μας γι’ αυτόν τον σκοπό, αφήσαμε τελευταίο και μόνο του το πιάνο στο σαλόνι.
Μετά κι από την τελευταία τοποθέτηση, ανεβήκαμε και πάλι όλοι μαζί στον όγδοο όροφο, όπου και σταθήκαμε περιμένοντας έξω από το σαλόνι, έως ότου ακούσουμε από το Γκοτζαμάνη να μας ζητά, το είδος της βοήθειας που ήθελε να του δώσουμε, αλλά και το πότε να το κάνουμε αυτό.
Αφού έκανε αμίλητος τις μελέτες του αυτός, φόρεσε κάποια στιγμή το σαμάρι που του έφερα δανεικό από τους εργάτες του λιμένος κι αφού έκανε τον σταυρό του τρεις φορές, στάθηκε μετά μπροστά από το πιάνο όπου και πάτησε γερά στο πάτωμα με εκείνα τα μικρά όσο και αδύναμα ποδαράκια του.
Έσκυψε ύστερα τόσο το σώμα του, ώστε να πιάνει με τα χέρια του τα γόνατα του και συνεχώς μετρούσε τις αποστάσεις και τα ύψη που αυτός ήθελε να έχει, όταν θα στεκόταν κάτω από το πιάνο.
Στην συνέχεια, ζήτησε να σηκώσουμε το πιάνο και να το βάλουμε να πατήσει με τα πόδια του, πάνω σε τέσσερις μεγάλους τάκους που είχε φέρει αυτός μαζί του, τους οποίους και είχε ήδη τοποθετημένους με μαθηματική ακρίβεια στο πάτωμα.
Όταν τελικά τοποθετήσαμε το πιάνο πάνω στους τέσσερις τάκους, είδαμε τον Γκοτζαμάνη τον Γιώργο να μπαίνει κάτω απ’ αυτό και να παίρνει την στάση που πριν από λίγο δοκίμαζε μόνος του, όταν σκυφτός έπιανε τα γόνατα του.
Μετά κι από την δική του τοποθέτηση κάτω από το πιάνο, ζήτησε από μας να απομακρυνθούμε. Να τον αφήσουμε μόνο του εκεί θέλησε και να κάνουμε μάλιστα πολύ ησυχία, ώστε ανενόχλητος να συγκεντρωθεί, στον σκοπό του.
Δέκα εργάτες είχα εκεί για την ασφάλεια του κι όμως αυτός επέμενε να είναι μόνος του κάτω από το πιάνο κι έτσι όπως τον έβλεπα να είναι σκυφτός κάτω από αυτό, όντως μου θύμιζε μικρόσωμο μυρμήγκι.
Αφού στάθηκε όμως στην θέση που ήθελε να έχει κάτω από το πιάνο, μας έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες πριν επιχειρήσει να το σηκώσει.
– Βγείτε όλοι έξω και μη με μιλήσει κανείς σας αν δεν σας το ζητήσω εγώ. Δεν θέλω δε κανέναν από εσάς κοντά μου όταν θα κατεβαίνω τις σκάλες και για κανένα λόγο δεν θέλω να ακουμπήσει κανείς από σας το πιάνο.
Συμμορφωθήκαμε βέβαια εμείς με τις οδηγίες που μας έδωσε, αλλά για την δική του ασφάλεια, έστειλα τους πέντε από τους εργάτες στον κάτω όροφο να κατεβαίνουν ήσυχα μπροστά από αυτόν και τους άλλους πέντε τους είπα να τον ακολουθούν πίσω του αμίλητοι όταν ξεκινήσει την κατάβαση του, με σκοπό να επέμβουν αν και εφόσον το χρειαζόταν.
Όταν έγιναν όλα έτσι κι όπως μας το ζήτησε, άλλαξε αρκετές φορές αυτός την θέση που έπρεπε να έχει κάτω από το πιάνο, τοποθετώντας το μικρό του σώμα πότε έναν πόντο μπροστά, πότε έναν πόντο δεξιά η πιο αριστερά του.
Όταν επιτέλους βρήκε την θέση που ήθελε να έχει, δοκίμασε δύο φορές να το σηκώσει, αλλά από ότι φάνηκε σε μένα, δεν μπορούσε να το κάνει. Την τρίτη φορά που το προσπάθησε όμως, είδα το πιάνο να σηκώνεται στο αέρα σαν να ήταν πούπουλο.
Στάθηκε για λίγο εκεί ο Γιώργος έως ότου σιγουρευτεί ότι το έχει έτσι όπως έπρεπε στην πλάτη του κι αμέσως μετά έκανε το πρώτο του βήμα. Άρχισε ύστερα να περπατά σιγά σιγά, με κείνο το τεράστιο πιάνο στην πλάτη του και μετά από μερικά βήματα έβαζε το δεξί του πόδι στο πρώτο σκαλοπάτι.
Από κει και μετά, ήταν αποφασισμένος να κατέβει τα υπόλοιπα σκαλιά των οκτώ ορόφων μόνος του, ενώ εμείς τον παρακολουθούσαμε άφωνοι με την ψυχή στο στόμα, γιατί παρ’ όλες τις προφυλάξεις που πήρα, δεν θα προλάβαινα να κάνω τίποτε, αν κινδύνευε ο μικρόσωμος Γιώργος από σοβαρό ατύχημα.
Ήταν και για μένα πρωτόγνωρη εκείνη η εμπειρία, γι’ αυτό και η αγωνία μου ήταν μεγάλη, αν και απορούσα για τον λόγο που κατέβαινε μεν αυτός τα σκαλοπάτια, αλλά τα κατέβαινε με την όπισθεν.
Έστριβε δε με ακρίβεια στις γωνίες και δεν επέτρεπε στο πιάνο να ακουμπήσει πουθενά πάνω στους τοίχους ή στα κάγκελα της σκάλας. Έκανε αμίλητος τις στάσεις του σε κάθε όροφο κι έτσι όπως ήταν υπέρβαρα φορτωμένος, σε δεκαπέντε λεπτά κατέβηκε τους οκτώ ορόφους.
Αφού βγήκε στον δρόμο με το πιάνο στην πλάτη, το ακούμπησε πάλι σε κείνους τους τάκους που τους κατεβάσαμε κάτω γι’ αυτόν τον σκοπό. Όταν πια πάτησε το πιάνο στους τάκους, βγήκε ο Γιώργος κάτω από αυτό σώος και αβλαβής, χαμογελώντας για την επιτυχία του.
Το πλήθος των περιέργων που στάθηκαν εκεί να δουν, τον γίγαντα που πληροφορήθηκαν ότι θα κατέβαζε από τον όγδοο όροφο ένα πολύ βαρύ και μεγάλο πιάνο, χειροκροτούσαν ασταμάτητα και με θαυμασμό, όταν είδαν κάτω από το πιάνο τον μικρόσωμο Γιώργο.
Ανακουφισμένος αυτός μετά από όσα κατάφερε, με πλησίασε βγάζοντας από πάνω του το σαμάρι που του έφερα, ενώ μου έλεγε.
– Είσαι ευχαριστημένος; Τα κατάφερα όπως είδες. Πάρε όμως το σαμάρι που μου έφερες και θυμήσου αυτό που σου είπα. Ότι δεν θέλω να το ξανακάνω. Ότι έκανα, το έκανα για σένα. Δε θέλω όμως να το επαναλάβω.
Σεβάστηκα την απόφαση του κι όπως του το υποσχέθηκα, ποτέ ξανά δεν του ζήτησα να το επαναλάβει, αν και άλλες δύο φορές χρειάστηκα την συμμετοχή στις δουλειές μου τέτοιου είδους αχθοφόρο.
Μιχάλης Αλταλίκης